Ηπείρου περιήγησις

Η Εισαγωγή του βιβλίου

Ο γεωγραφικός χώρος

του Μιχάλη Αράπογλου

Η Ήπειρος συγκροτεί, από την άποψη της γεωγραφίας, μία Περιφέρεια της Ελλάδος, τα όρια της οποίας προσδιορίζονται, πρωτίστως, από το ομοιογενές του φυσικού περιβάλλοντος και το ομοειδές του συστήματος παραγωγής και, ακολούθως, από το ομογενές της πολιτισμικής ταυτότητας της Πίνδου. Με άλλα λόγια, Ήπειρος και Πίνδος, Πίνδος και Ήπειρος δεν είναι παρά έννοιες ταυτόσημες, οι οποίες παραπέμπουν, ουσιαστικώς, σ΄ έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, συγκροτημένο στη μακρά πάροδο του ιστορικού χρόνου. Τα όρια αυτού του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου ορίζονται δυτικά από το Ιόνιο πέλαγος και τα νησιά του, νότια από τον κάτω ρου του Αχελώου ποταμού, νοτιοανατολικά από τους παραποτάμους του Αχελώου Καρπενησιώτη, Ταυρωπό (Μέγδοβα) και Αγραφιώτη, ανατολικά από τους ποταμούς Κλεινοβίτικο και Ίωνα (Μουργκάνι) παραποτάμους του Πηνειού, βορειοανατολικά από τον άνω ρου του Αλιάκμονα ποταμού, και βόρεια, για ορισμένους ιστορικούς, από τις λίμνες Αχρίδα, Μεγάλη Πρέσπα, Μικρή Πρέσπα και τον ποταμό Γενούσο (Σκούμπη για τους Αλβανούς) και, για μερικούς άλλους, από τον κάτω ρου του Αώου ποταμού (Βοϊούσα για τους Αλβανούς) μέχρι τις εκβολές του στην Αδριατική θάλασσα.

Σίγουρα, ο ευρύτερος ηπειρώτικος γεωγραφικός χώρος, χαρακτηριζόμενος με ιστορικά κριτήρια, πληροί όλες τις απαραίτητες και αναγκαίες προϋποθέσεις μίας Γεωγραφικής Περιοχής. Εν τούτοις, τα σύγχρονα διοικητικά όρια της Ηπείρου δεν παύουν, τελικώς, να διαμορφώνουν μία δεδομένη Γεωγραφική Κατάσταση, την οποία δε μπορεί, κανείς, να παραβλέψει. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, ο μεν κύριος κορμός της Πίνδου υπάγεται, διοικητικώς, στην Ήπειρο, οι δε προεκτάσεις της, εκτός από τις δυτικές, σε άλλες διοικήσεις. Ούτω πως, οι βόρειες και οι βορειοδυτικές προεκτάσεις της, όπως τα βουνά Νεμέρτσικα 2.485 μ. υψ. και Μοράβα 2.287 μ. υψ., τα οποία και είναι συνέχεια των Δειναρικών Άλπεων, ανήκουν στην Αλβανία. Οι βορειοανατολικές προεκτάσεις της, ήτοι τα Όντρια όρη 1.805 μ. υψ., το Βόϊον όρος 1.758 μ. υψ., ο Όρλιακας με τα παρακλάδια του 1.449 μ. υψ. και ο Λύγγος με ψηλότερη κορυφή το Αυγό 2.177 μ. υψ., στους νομούς της Καστοριάς, της Κοζάνης και των Γρεβενών. Οι ανατολικές προεκτάσεις της, ήτοι τα Χάσια όρη με ψηλότερη κορυφή 1.410 μ. υψ., η Τριγγία 2.204 μ. υψ., η Κακαρδίτσα 2.429 μ. υψ., η Νεράιδα 2.074 μ. υψ., καθώς και το Κερκέτιον όρος ή Κόζιακας 1.603 μ. υψ., στους νομούς των Τρικάλων και της Καρδίτσας. Τέλος, οι νοτιοανατολικές προεκτάσεις της, ήτοι τα Θεσσαλικά και τα Ευρυτανικά Άγραφα, καθώς και ο Τυμφρηστός, στους νομούς της Καρδίτσας, της Ευρυτανίας και της Φθιώτιδας αντιστοίχως.

Η οροσειρά της Πίνδου, που κατά τη Μυθολογία πήρε το όνομά της από τον όμορφο και αγαθό Πίνδο, γιο του Μακεδόνος, βασιλιά της Μακεδονίας, διακρίνεται σε Τυμφαία, Αθαμανική και Δολοπική, (Βόρεια, Κεντρική και Νότια αντιστοίχως). Η Τυμφαία ή Βόρεια Πίνδος συγκροτείται από τους ορεινούς όγκους και τα παρακλάδια του Γράμμου 2.520 μ. υψ., του Σμόλικα 2.637 μ. υψ., που είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδος μετά τον Όλυμπο, και της Τύμφης ή της Γκαμήλας 2.497 μ. υψ. Η Αθαμανική ή Κεντρική Πίνδος περιλαμβάνει τους ορεινούς όγκους και τα παρακλάδια του Λάκμωνα ή Περιστέρι 2.295 μ. υψ., των Αθαμανικών ορέων ή Τζουμέρκα 2.469 μ. υψ., της Τριγγίας 2.204 μ. υψ., της Κακαρδίτσας 2.429 μ. υψ., της Νεράϊδας 2.074 μ. υψ., και του Κερκέτιου όρους ή Κόζιακας Τρικάλων 1.603 μ. υψ. Η Δολοπική ή Νότια Πίνδος, τέλος, σχηματίζεται από τα Θεσσαλικά και τα Ευρυτανικά Άγραφα, στους ορεινούς όγκους των οποίων ξεχωρίζουν οι κορυφές Βουτσικάκι 2.154 μ. υψ., Καράβα 2.184 μ. υψ., Ντελιμίδι 2.163 μ. υψ. και άλλες χαμηλότερες κορυφές.

Οι δυτικές προεκτάσεις της Πίνδου υπάγονται, διοικητικώς, στην Ήπειρο και συγκροτούνται από τα βουνά Μιτσικέλι 1.810 μ. υψ., στα βορειοδυτικά και κατά μήκος του λεκανοπεδίου Ιωαννίνων, και Τόμαρο ή Ολύτσικα 1.816 μ. υψ., στα βορειοδυτικά της Δωδωναίας κοιλάδας. Δυτικότερα του βουνού Τόμαρου ή Ολύτσικα εκτείνονται τα όρη του Σουλίου 1.615 μ. υψ. και τα όρη της Παραμυθιάς 1.658 μ. υψ. Ακόμη, στις βορειοδυτικές προεκτάσεις της Πίνδου και μέσα στα διοικητικά όρια της Ηπείρου συγκαταλέγονται τα βουνά Χιονίστρα 1.644 μ. υψ., Κασιδιάρης 1.329 μ. υψ. και Τσαμαντάς 1.809 μ. υψ. Επίσης, στις νοτιοανατολικές προεκτάσεις της Πίνδου, αλλά μέσα στα διοικητικά όρια της Ηπείρου, περιλαμβάνεται το Ξηροβούνι 1.607 μ. υψ., το οποίο ορθώνεται ανάμεσα στους καθ΄ όλα ηπειρώτικους ποταμούς Λούρο και Άραχθο.

Ο αυχένας της Κατάρας δεν είναι μόνον ένας από τους υψηλότερους της Ευρώπης 1.689 μ. υψ., που μένει ανοικτός το χειμώνα, αλλά και ένα σημαντικό σημείο του γεωγραφικού χώρου, από το οποίο πηγάζουν πέντε μεγάλα ποτάμια της Ελλάδος. Κατά την παράδοση, αυτά τα ποτάμια είναι αδέλφια, τα οποία μάλωσαν και οι πορείες τους χώρισαν, ακριβώς, στο πέρασμα της Κατάρας ή του Ζυγού. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, ο ποταμός Πηνειός, ξεκινώντας το δρόμο του από την περιοχή της Κατάρας, περνώντας μέσα από το Μαλακασιώτικο ρέμα, και, διασχίζοντας τη Θεσσαλία από τις δυτικές μέχρι τις ανατολικές εσχατιές της, φτάνει στο Αιγαίο πέλαγος. Ο ποταμός Αχελώος, ο επονομαζόμενος και Άσπρος, έχοντας την ίδια αφετηρία, αφού διαπεράσει, κυριολεκτικώς, τα πέτρινα σωθικά της Κεντρικής και Νότιας Πίνδου, τερματίζει το ρου του στο Ιόνιο πέλαγος. Στην ίδια περιοχή κάνει το ξεκίνημά του κι ο ποταμός Άραχθος, ο οποίος αφού πρώτα πάρει αγκαλιά το Μετσοβίτικο ποτάμι, περνά ανάμεσα από το Ξηροβούνι και τα Τζουμέρκα και καταλήγει ορμητικός στον Αμβρακικό κόλπο. Από τις Πολτσιές Μετσόβου κάνει την εκκίνησή του και ο ποταμός Αώος, ο οποίος διαβαίνει, χωρίς φόβο, το στενό πέρασμα του Στομίου, ανάμεσα στην Τύμφη και το Σμόλικα, διαρρέει τον Κάμπο της Κόνιτσας, περνά μέσα από τα Στενά της Πρεμετής και του Τεπελενίου (στην Αλβανία) και βρίσκει διέξοδο στην Αδριατική θάλασσα, λίγο πιο πάνω από τον Αυλώνα (στην Αλβανία). Από τις βορειοδυτικές και δυτικές υπώρειες του όρους Μαυροβούνι Μετσόβου ξεκινά κι ο ποταμός Βενέτικος, ο οποίος αφού συγκεντρώσει όλα τα νερά του Λύγκου και του Όρλιακα, περνά από τα Γρεβενά και, λίγο πιο πέρα, γίνεται ένα με το Μακεδόνα ποταμό Αλιάκμονα.

Ο Αχελώος και ο Αλιάκμονας διαρρέουν εξ ολοκλήρου ελληνικό έδαφος και είναι οι μεγαλύτεροι σε μήκος ποταμοί της Ελλάδος. Ο Αλιάκμονας πηγάζει από τις βορειοανατολικές υπώρειες του Γράμμου. Απ΄ εκεί, όμως, πηγάζει και ένας άλλος γνωστός ποταμός, ο Σαραντάπορος, ο ποταμός των Μαστοροχωρίων της Κόνιτσας, ο οποίος, ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση, ενώνεται με τον Αώο ποταμό, στο ύψος του μεθοριακού φυλακίου της Μέρτζανης Κονίτσης. Στην περιοχή της Μέρτζανης, επίσης, λίγο πριν από την ελληνοαλβανική μεθόριο, ο Βοϊδομάτης, ένας γαλάζιος ποταμός, που πηγάζει μέσα από το φαράγγι του Βίκου, συναντά κι αυτός το μεγαλοπρεπή Αώο. Μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα του Βοϊδομάτη, εκτείνεται η ορεινή λεκάνη του Καλπακίου, των Δολιανών και του Παρακαλάμου. Εδώ, έχει τις πηγές του ο Θεσπρωτός ποταμός Θύαμις ή Καλαμάς. Αρχικώς, ο ποταμός κατευθύνεται νοτιοανατολικά μέχρι το ύψος των χωριών της Ζίτσας, όμως, μετά το Θεογέφυρο στο χωριό Λίθινο, στρέφεται προς τα δυτικά και αφού συλλέξει τα νερά από τα Κούρεντα, τα Γραμμενοχώρια, καθώς και τα χωριά της Μουργκάνας και του Ζαλόγγου, περνά μέσα από το φαράγγι του, που σχηματίζουν τα βουνά Χιονίστρα και Μαλούνι. Ο ποταμός Θύαμις ή Καλαμάς, συνεχίζοντας την πορεία του προς τα βορειοδυτικά, συλλέγει, στο ύψος των Φιλιατών, τα νερά του Καλπακιώτικου ποταμού, ο οποίος έρχεται από τα χωριά του Τσαμαντά, και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος μερικά μόλις χιλιόμετρα βορειότερα της Ηγουμενίτσας.

Ο Αχέροντας, ο ποταμός του Άδη, και ο Λούρος, ο ποταμός της Δωδώνης, είναι δύο ποτάμια της Ηπείρου, που πηγάζουν από τις νότιες υπώρειες του βουνού Τόμαρου ή Ολύτσικα. Ο πρώτος ποταμός, ήτοι ο ομιχλώδης Αχέροντας, πηγάζει στην περιοχή της Λάκκας Σουλίου, περνά μέσα από το φαράγγι, όπου υπάρχουν οι Πύλες του Άδη, κάτω από τη Σκάλα της Τζαβαίλενας, και, αφού δεχθεί τα νερά του Κωκυττού και του Πυριφλεγέθεντα, εκβάλλει, με μεγάλη λύπη του για την αποστραγγισμένη λίμνη της Αχερουσίας, στον όρμο Σπλάντζα του Ιονίου πελάγους. Ο δεύτερος ποταμός, ήτοι ο ήσυχος Λούρος, ο οποίος αποτελεί την κυρία οδό προσπέλασης, άλλοτε της Δωδώνης και τώρα των Ιωαννίνων, πηγάζει λίγο πιο κάτω από το Χάνι του Εμίν Αγά, στο οποίο στεγάστηκε το Ελληνικό Στρατηγείο κατά τον πόλεμο του 1912 – 13. Ο Λούρος στη σχετικά σύντομη διαδρομή του για τη θάλασσα συναντά τρία Χάνια: Ένα του Εμίν Αγά, ένα του Τερόβου κι ένα του Κουκλεσίου, γεγονός, που επισημαίνει τη σπουδαιότητά του για τις επικοινωνίες. Τα νερά του ποταμού Λούρου αυξάνονται σημαντικά από τις πηγές του χωριού Αγίου Γεωργίου. Το σημείο αυτό είναι περισσότερο γνωστό από τα ερείπια του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου και το φράγμα του υδροηλεκτρικού εργοστασίου, παρά από τις Νεροτριβές και τα Μαϊντάνια του ομωνύμου χωριού, καθώς και το μικρό φαράγγι του ποταμού.

Όλως, παραδόξως, τα ποτάμια αλλάζουν κατά τόπους όνομα. Ο Άραχθος, το ποτάμι με τα πολλά ονόματα, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα αυτού του περίεργου, αλλά και γενικευμένου φαινομένου. Ο ποταμός πηγάζει από τις Πολτσιές Μετσόβου, διαβαίνει κάτω από τα μετσοβίτικα μοναστήρια της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Νικολάου, περνά ανάμεσα από το Μέτσοβο και το Ανήλιο, παρακάμπτει από τα ανατολικά τους ορεινούς αμπελώνες του ιδρύματος Ευαγγέλου Αβέρωφ Τοσίτσα, και αφού δεχθεί, λίγο παρά κάτω, τα νερά του ρέματος Ρόνα, που έρχεται από το Περιστέρι, τα πηγαία ύδατα του Δημοτικού Διαμερίσματος Ανθοχωρίου Μετσόβου, τα νερά του υδροηλεκτρικού εργοστασίου των Πηγών Αώου και τα νερά από την περιοχή της Χρυσοβίτσας, φτάνει στη θέση Μπαλντούμα με το όνομα Μετσοβίτικος. Στη θέση Μπαλντούμα, δύο άλλα ποτάμια, ο Βάρδας, ερχόμενος από το Ανατολικό Ζαγόρι, και ο Ζαγορίτικος, κυλώντας τα νερά του στα ριζά του βόρειου Μιτσικελιού, ενώνονται με το Μετσοβίτικο ποτάμι και σχηματίζουν, πλέον, τον Άραχθο.

Ο Άραχθος, βεβαίως, συνεχίζει την πορεία του προς τα νότια και από τη θέση Τσίμοβο, όπου και η γέφυρα για τα Χουλιαροχώρια, μέχρι και τη θέση Πλάκα, όπου και η ομώνυμη πέτρινη γέφυρα, διασχίζει το φαράγγι του, αφήνοντας πίσω του το μοναστήρι της Τσούκας. Από την τοποθεσία, όμως, της Μπαλντούμας μέχρι το χωριό Πλατανούσα, ο Άραχθος γίνεται το ποτάμι των Τζουμέρκων. Πρώτα, γιατί στη μέση περίπου απόσταση του φαραγγιού του και λίγο πριν από τη γέφυρα της Πολτσιάς, συμβάλλει σ΄ αυτόν, ο Καλαρρύτικος ποταμός, κομίζοντας μαζί του τα νερά του Μελισσουργιώτικου ρέματος. Ακολούθως, γιατί στη γέφυρα της Πλάκας συμβάλλουν στον Άραχθο, ο Ραφτανίτης ποταμός και, αμέσως, πιο κάτω, το ρέμα, που έρχεται από το χωριό Καταρράκτη.

Ο ορμητικός και απρόβλεπτος Άραχθος συνεχίζει την πορεία του για τη θάλασσα, αλλά μετά το πέτρινο γεφύρι της Πλάκας ποτίζει πλέον το έδαφος της Άρτας, κι όταν περάσει κάτω από το θρυλικό γεφύρι της, δεν είναι, πια, παρά το ποτάμι της Άρτας, που εκβάλλει στον Αμβρακικό κόλπο. Τα νερά του Αμβρακικού, που προστατεύεται από τη συνθήκη Ραμψάρ, είναι γλυκά, αφού σ΄ αυτόν εκβάλλουν, όχι μόνον ο Λούρος και ο Άραχθος, αλλά και ο Βουβός, ένας καθ΄ όλα ήσυχος ποταμός της Ηπείρου. Ο τελευταίος πηγάζει από τα χωριά του Άνω Βάλτου και αφού περάσει από τα χωριά Πέτα και Κομπότι, χύνεται, δυτικά της Κόπραινας, στον Αμβρακικό κόλπο.

Η υδρογραφία της Ηπείρου δεν περιορίζεται μόνο στα ποτάμια, αλλά συμπεριλαμβάνει μικρές και μεγάλες λίμνες, λίμνες εποχιακές (ξηρολίμνες), δρακολίμνες, λίμνες τεχνητές, έλη, ελώδεις περιοχές και λιμνοθάλασσες. Οι Δρακολίμνες του Γράμμου, του Σμόλικα, της Τύμφης ή Γκαμήλας και του Αυγού παρουσιάζουν ενδιαφέρον από κάθε άποψη. Οι λίμνες αυτές ευρίσκονται κοντά στις κορυφές των βουνών τους και σε μεγάλο σχετικά υψόμετρο (η Δρακολίμνη της Τύμφης π.χ. είναι σε υψόμετρο 2.100 μ.) και έχουν μικρή επιφάνεια και μικρό βάθος. Πολλοί επιστήμονες θεωρούν, μεταξύ άλλων, ότι οι λίμνες αυτές είναι τα απομεινάρια από τις κορυφές των παγετώνων, οι οποίοι σκέπαζαν τους ορεινούς όγκους της Πίνδου. Στις λίμνες αυτές ζουν Τρίτωνες, ήτοι, βατραχάκια με ροζ κοιλιές, αλλά με άγρια όψη ή όψη δράκου, από την οποία πήραν, πιθανώς, το ονομά τους, δηλαδή, Δρακολίμνες. Ούτως ή άλλως, όμως, η περισσότερο αποδεκτή εκδοχή για τις Δρακολίμνες είναι ο μύθος των Δράκων, που κατοικούν σ΄ αυτές. Οι Δράκοι έχουν πόλεμο μεταξύ τους. Ο Δράκος του Σμόλικα πετά χονδρούς κορμούς δένδρων στο Δράκο της Γκαμήλας και ο Δράκος της Γκαμήλας πετά ογκώδεις άσπρες πέτρες στο Δράκο του Σμόλικα. Αλήθεια ή ψέματα; Μα, ασφαλώς, και είναι αλήθεια! Γιατί, παρατηρώντας προσεκτικότερα γύρω από τις λίμνες τους, διαπιστώνει κανείς πράγματι, ότι στο μαύρο έδαφος του Σμόλικα (πετρώματα φλύσχη) υπάρχουν διασκορπισμένοι ογκώδεις άσπροι βράχοι (ασβεστόλιθοι) και στο άσπρο χώμα της Τύμφης ή Γκαμήλας (ασβεστολιθικά πετρώματα) διακρίνονται εγκατεσπαρμένοι – χονδροί κορμοί δένδρων – μαύρες μεγάλες πέτρες (πετρώματα φλύσχη).

Η Λίμνη των Ιωαννίνων ή Παμβώτιδα παραπέμπει στον πνιγμό από τον Αλή, τον Τεπελενλή, της Κυρά Φροσύνης και άλλων δέκα επτά γυναικών, χριστιανών και μουσουλμάνων. Λέγεται, επίσης, πως ένας πασάς, ονόματι Ντουραχάν πέρασε με όλο το στρατό του πάνω από τη Λίμνη, ένα χειμώνα που ήταν παγωμένη. Όταν κατάλαβε τον κίνδυνο, που διέτρεξε ο ίδιος και τα στρατεύματά του, έκτισε τη μονή της Παναγίας στη θέση Ντουραχάνη, ήτοι εκεί, που ήταν το τελευταίο Χάνι στο δρόμο από το Μέτσοβο για τα Γιάννινα. Στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, εκτός από τη λίμνη Λαψίστα, που επικοινωνούσε με την Παμβώτιδα, αλλά αποξηράνθηκε στη δεκαετία του ΄50, υπάρχει, στο νότιο τμήμα του, μία μικρή λίμνη (ξηρολίμνη), που το νερό της στερεύει κατά τους θερινούς μήνες.

Επίσης, στο λεκανοπέδιο των Δολιανών, του Παρακαλάμου και του Καλπακίου υπάρχουν δύο σχετικά μικρές λίμνες: Της Ζαραβίνας Πωγωνίου και της Καλλιθέας ή της Αρίστης Ζαγορίου. Η υδάτινη επιφάνεια της τελευταίας μειώνεται στο ελάχιστο κατά την ξηρά περίοδο του έτους, ήτοι κατά τους θερινούς μήνες. Ακόμη, στις φυσικές λίμνες της Ηπείρου συγκαταλέγεται και η λίμνη του Ζηρού, που βρίσκεται κοντά στην πόλη των Πελαργών, τη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας. Ομοίως, στην ηπειρώτικη υδρογραφία ανήκει και το έλος του Καλοδικείου, κοντά στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας, που είναι το καλύτερο στο είδος του, και αποτελεί τον ευγενέστερο εκπρόσωπο όλων των ελών και των ελωδών περιοχών της Ηπείρου, καθώς και των νήσων του Ιονίου πελάγους. Στην υδρογραφία της Ηπείρου συγκαταλέγονται, ωσαύτως, και οι τεχνητές λίμνες, που σχηματίζονται από τα φράγματα των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τέτοιες λίμνες, κατά τη χρονολογική σειρά της κατασκευής τους, είναι: Πρώτα, η λίμνη του ποταμού Λούρου στις πηγές του Αγίου Γεωργίου. Μετά δύο λίμνες του ποταμού Αράχθου στη θέση Πουρνάρι Ι & ΙΙ, ύστερα, η λίμνη των πηγών του Αώου ποταμού στη θέση Πολτσιές Μετσόβου. Τέλος, και ο ποταμός Θύαμις ή Καλαμάς έχει μία λίμνη πριν από τις εκβολές του, αλλά, που το νερό της προορίζεται για αρδευτική χρήση.

Οι υψηλοί ορεινοί όγκοι, τα ποτάμια, οι λίμνες, οι εποχιακές λίμνες, οι τεχνητές λίμνες, οι δρακολίμνες, τα έλη, οι ελώδεις περιοχές, τα δέλτα των ποταμών και οι λιμνοθάλασσες της Ηπείρου, προϊδεάζουν για έναν τύπο κλίματος, που χαρακτηρίζεται από σημαντικές βροχοπτώσεις – το ύψος της βροχής στην Ήπειρο ξεπερνά, κατά τόπους, τα 2.000 χιλ. κατ΄ έτος. Στις παράκτιες περιοχές της Ηπείρου και τα νησιά του Ιονίου πελάγους επικρατεί ο μεσογειακός τύπος του κλίματος, ενώ στην ηπειρώτικη ενδοχώρα ο ηπειρωτικός τύπος του κλίματος. Στα Ιόνια νησιά και τις ηπειρώτικες παραλίες ο χειμώνας είναι πιο γλυκός και ήπιος και το καλοκαίρι πιο ζεστό και ξηρό. Αντιθέτως, στις μεσόγειες περιοχές της Ηπείρου και όσο ανεβαίνουμε σε υψόμετρο ο χειμώνας είναι πιο δριμύς και το καλοκαίρι πιο δροσερό. Ο ηπειρώτικος χειμώνας είναι μακρύς – από τις αρχές Νοεμβρίου με τα πρώτα χιόνια έως και τα τέλη Μαΐου – το θέρος βραχύ – μόλις δύο μήνες – και οι ενδιάμεσες εποχές του έτους πολύ σύντομες – ούτε ένας μήνας.

Η κατανομή της βροχής στη χρονική διάρκεια του έτους είναι άνιση. Οι περισσότερες βροχές πέφτουν κατά την υγρή περίοδο του έτους – τέλη Φθινοπώρου αρχές Ανοίξεως – παρά ταύτα, κατά την ξηρά περίοδο του έτους – κατά τους θερινούς μήνες – τοπικοί όμβροι υπό τη μορφή απογευματινών κυρίως καταιγίδων αφθονούν στις ορεινές περιοχές της Ηπείρου. Τούτο, ασφαλώς, είναι ευεργετικό για τους ορεινούς βοσκότοπους, εκεί όπου και ξεκαλοκαιριάζει η αγελαία κτηνοτροφία της Ηπείρου. Το χιόνι διατηρείται – πάνω από 1.100 μ. υψ. – για μεγάλο χρονικό διάστημα – περίπου από 4 μέχρι 5 μήνες. Η παράδοση λέει χαρακτηριστικά – τα πρώτα χιόνια πέφτουν στις αρχές Νοεμβρίου και τα τελευταία το μήνα Μάιο – πράγμα, που αναλόγως με τη χρονιά αληθεύει, όπως και τα Μερομήνια, που, συγκρινόμενα με τις προβλέψεις της Ε.Μ.Υ., είναι πολύ πιο εύστοχα.

Το κλίμα, εν τούτοις, ενός τόπου – και εν προκειμένω της Ηπείρου – δεν είναι μόνον αριθμοί και στατιστικές, αλλά και μία αίσθηση, η οποία είναι διαφορετική για τους κατοίκους του και άλλη για τους ξένους. Ούτω πως, το κλίμα της Ηπείρου χαρακτηρίζεται από το υψόμετρο, που δεν είναι παρά η Πινδαία έκφρασή του. Κατά κάποιον τρόπον, ο ουρανός της Ηπείρου είναι πιο χαμηλός, γι΄ αυτό και η βροχή του πιο γευστική στο στόμα. Μα, και το βρεγμένο χώμα της Ηπείρου είναι πιο κοντά στη βροχή, γι΄ αυτό και το άρωμά του είναι πιο δυνατό κι απ΄ τα λουλούδια. Αλλά, καλύτερη απόδειξη της αίσθησης του κλίματος είναι οι στίχοι του Ηπειρώτη ποιητή Κώστα Δ. Κρυστάλλη – Παρακαλώ σε σταυραετέ, για χαμηλώσου λίγο, Και δος μου τις φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου, Πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.

Ο ευρύτερος γεωγραφικός χώρος της Ηπείρου συνδυάζει πολλά από τα χαρακτηριστικά του μεσογειακού και μεσευρωπαϊκού τύπου του κλίματος. Εξ άλλου, η τόσο πλούσια χλωρίδα και σπάνια πανίδα της Ηπείρου οφείλεται, εν πολλοίς, σ΄ αυτόν τον τύπο του κλίματος, αλλά και στο ανάγλυφο του εδάφους και, βεβαίως, το υψόμετρο. Ούτω πως, στις παράκτιες περιοχές της Ηπείρου και τα νησιά του Ιονίου πελάγους αναπτύσσεται η Ζώνη της Μακκίας, που περιλαμβάνει, ενδεικτικώς, αριές, πουρνάρια, φιλλύκια, οστρυές, σχίνα, κουμαριές, μυρτιές, αγριελιές, δάφνες, φράξους, χρυσοξυλιές, χνοώδεις δρυς, πλάτανους και πολλά άλλα είδη. Σε υψόμετρο περίπου 600 μ. και πάνω, εξαπλώνεται η Ζώνη της Δρυός, που περιλαμβάνει, ενδεικτικώς, γάβρους, οστρυές, χνοώδεις δρυς, φτελιές, παλιούρια, αγριοαχλαδιές, σκλήθρα, φλαμουριές, σφενδάμια, πουρνάρια, κυπαρίσσια, κέδρα, αγριοκαστανιές, κρανιές και πολλά άλλα είδη. Σε υψόμετρο περίπου 1.000 μ. και πάνω, διαμορφώνεται η Ζώνη της Οξυάς και του Έλατου, που περιλαμβάνει, ενδεικτικώς, έλατο, μαύρο πεύκο, πλατύφυλλη δρυ, κέδρο, οξυά, το ρόμπολο ή λευκόδερμο πεύκο, η ερυθρελάτη, το δασικό πεύκο και άλλα είδη. Τέλος, σε υψόμετρο 1.700 μ. και πάνω, σχηματίζεται η Έξω Δασική Ζώνη, στην οποία δεν αναπτύσσονται δένδρα, αλλά χαμηλοί θάμνοι, όπως οι ορεινοί κέδροι και οι δάφνες, καθώς και ποώδη είδη, όπως τα αγρωστώδη.

Αλλά και τα καλλιεργήσιμα είδη, φυτά και δένδρα, διαμορφώνουν ζώνες στην Ήπειρο. Τοιουτοτρόπως, στα Ιόνια νησιά και τις ηπειρώτικες ακτές κυριαρχεί η καλλιέργεια της ελιάς, της λεμονιάς, της πορτοκαλιάς, του καλαμποκιού, του τριφυλλιού, της αμπέλου, της συκιάς, της μουριάς, της αχλαδιάς, της ροδακινιάς, καθώς και όλα τα κηπευτικά είδη. Από το υψόμετρο των 600 μ. μέχρι και το 1.200 μ. περίπου, διαμορφώνεται μία γεωργική ζώνη, στην οποία κυριαρχεί η καλλιέργεια του τριφυλλιού, του καλαμποκιού, του σταριού, της σικάλεως, των οσπρίων, της πατάτας, της ροδακινιάς, της μηλιάς, της καστανιάς, της καρυδιάς, της φουντουκιάς, της αμπέλου, της βερικοκιάς, της αμυγδαλιάς, της κορομηλιάς, των κρομμυδιών, της κυδωνιάς, της φράουλας και ορισμένων εποχιακών κηπευτικών, όπως φασολάκια, μελιτζάνες, κολοκύθες, πιπεριές, μαρούλια, σκορδάκια, κρεμμυδάκια, μαϊντανό, άνηθο και άλλα.

Χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής, η Ήπειρος ταυτίζεται με την Πίνδο και η Πίνδος με τα βότανα, τα οποία με τη σειρά τους παραπέμπουν στην πρακτική ιατρική και, βεβαίως, στο φαράγγι του Βίκου, τους Βικογιατρούς, τα φαρμακευτικά βότανα και τον εθνικό δρυμό Βίκου Αώου Γκαμήλας. Οι Βικογιατροί – από το φαράγγι του Βίκου όπου μάζευαν τα βότανά τους – ή Ματσουκάδες – από το ξύλινο μπαστούνι που κρατούσαν στο χέρι τους – ή Κομπογιαννίτες – από τον κόμπο του μαντηλιού όπου φύλαγαν τα βότανα και τα γιατρικά τους – εξασκούσαν το επάγγελμα του πρακτικού γιατρού. Οι περισσότεροι από τους Βικογιατρούς, καταγόμενοι από την περιοχή Ζαγορίου – όπου και η χαράδρα του Βίκου – ταξίδεψαν στην επικράτεια της άλλοτε κραταιής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έγιναν θεράποντες γιατροί σουλτάνων και άλλων υψηλών αξιωματούχων της Κωνσταντινούπολης και απέκτησαν μεγάλη φήμη. 

Ο εθνικός δρυμός Βίκου Αώου Γκαμήλας ιδρύθηκε το 1973. Στα όρια του δρυμού περιλαμβάνεται όλος ο ορεινός όγκος της Τύμφης ή Γκαμήλας, ένα τμήμα του βουνού Στούρου, που με τη Γκαμήλα σχηματίζει το φαράγγι του Βίκου, κι ένα τμήμα του βουνού Τραπεζίτσα, που με τη Γκαμήλα σχηματίζει τα Στενά του Αώου. Το φαράγγι του Βίκου, μέσα από το οποίο πηγάζει ο ποταμός Βοϊδομάτης, αποτελεί τον πυρήνα του δρυμού. Ενδεικτικώς, η χλωρίδα του δρυμού, που ξεπερνά τα 1.800 είδη, είναι: Η αριά, ο φράξος, το πουρνάρι, η κουμαριά, το φυλίκι, η αγριοκουμαριά, ο κέδρος, ο γάβρος, η οστρυά, η δρυς, η αγριοκαστανιά, η μαύρη πεύκη, το έλατο, η ορεινή άρκευθος, το σκλήθρο, το πλατάνι, η κρανιά, η ιτιά, και πολλά άλλα είδη. Ενδεικτικώς, ωσαύτως, μερικά από τα είδη της πανίδας του δρυμού είναι: Η αρκούδα, το αγριογούρουνο, το ζαρκάδι, ο αγριόγατος, η κρασπεδωτή χελώνα, ο σκαντζόχοιρος, κουνάβι, ο ασβός, ο δρυοκολάπτης, ο κούκος, ο αετός, ο γύπας, η σαΐτα, το ασινόφιδο, η σαύρα, η πετροπέρδικα, ο χρυσαετός, το όρνιο, το νερόφιδο, ο αλπικός τρίτωνας, ο βάτραχος, η βίδρα, ο νεροκότσυφας, το πετροχελίδονο, η πέστροφα, το συρτάρι και πολλά άλλα είδη.

Ο εθνικός δρυμός της Πίνδου ιδρύθηκε το 1965. Τα όριά του καθορίζονται από το Μέτσοβο, τη Μηλιά Μετσόβου, το Περιβόλι Γρεβενών και τη Βωβούσα. Η Βάλια Κάλντα (βλαχιστί = κοιλάδα ζεστή) αποτελεί τον πυρήνα του δρυμού. Τα περισσότερα από τα είδη χλωρίδας και πανίδας του εθνικού δρυμού Βίκου Αώου Γκαμήλας απαντώνται και στον εθνικό δρυμό της Πίνδου. Εξ άλλου, η κοιλάδα του ποταμού Αώου συνδέει, κατά φυσικό τρόπο, του δύο δρυμούς. Η μαύρη πεύκη, που εξαπλώνεται από τον έναν ως τον άλλο δρυμό, αποτελεί μία από τις συνιστώσες αξίες τους. Τέλος, η Δασική Πεύκη, ενώ ευδοκιμεί σε ψυχρότερα και υγρότερα κλίματα, απαντάται, σε μικρές συστάδες, μέσα στα δάση της μαύρης πεύκης και της οξυάς, και αποτελεί μία ακόμη συνιστώσα της αξίας του εθνικού δρυμού της Πίνδου. Ακολουθώντας την ορολογία των Πάρκων, η ευρύτερη περιοχή των δύο εθνικών δρυμών κηρύχθηκε, μόλις πριν από μία δεκαετία, Πάρκο της Βόρειας Πίνδου. Πρότινος, τα Τζουμέρκα με τη χαράδρα του Αράχθου κηρύχθηκαν, ωσαύτως, Πάρκο της Νότιας Πίνδου. Η ύπαρξη των δύο Πάρκων της Νότιας και της Βόρειας Πίνδου θέτει τις προϋποθέσεις δημιουργίας ενός ενιαίου φορέα διαχείρισής τους. Ούτως ή άλλως, ο ευρύτερος γεωγραφικός χώρος της Βόρειας και Νότιας Πίνδου υπάγεται, διοικητικώς, σε τέσσερις Περιφέρειες, της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδος.

 
        αριθμός επισκεπτών