ΓΙΑΝΝΕΝΑ  ΠΟΛΗ  ΤΩΝ  ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ

Τάσος Πορφύρης

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΠΩΓΩΝΙΟΥ, 2014

Ι


 

Αναπαλαιώνουν ή ανακατασκευάζουν -όπως θέλετε πέστε το- τα σπίτια στο χωριό. Τα σπίτια που μας μεγάλωσαν και μας προφύλαξαν από τα τερτίπια των καιρών και τις επιβουλές των αντιφρονούντων. Χαλάνε τις μπίμτσες 1  που τ’ αγκωνάρια τους μυρίζουν ακόμα τυρί και βούτυρο, γκρεμίζουν φούρνους που έπαιρναν 4 μεγάλα ταψιά, για να χωρέσουν οι ψηφιακές κουζίνες, τα πλυντήρια ρούχων, πιάτων, τα ψυγεία, οι καταψύκτες. Φτιάξαν «δόντια», ράφια, στο πάνω μέρος του εσωτερικού τοίχου της κουζίνας για τα ταψιά και τις κατσαρόλες που κάθε χρόνο τα φρόντιζαν οι καλαϊτζήδες από τα χωριά της Μουργκάνας 2 κάτι θεόρατοι άντρες ντυμένοι με βλάχικα μαύρα ρούχα -γιλέκο, σακάκι, πιτούρι και μαύρη τραγιάσκα. Τρίβαν τα μπακιρένια σκεύη μ’ ένα ειδικό πανί βουτηγμένο στο καλάι 3 . Ήταν καλόβολοι άνθρωποι, έκαναν διάλειμμα για καφέ και τσιγάρο και δέχονταν μ’ ευχαριστίες το μεσημεριανό που είχαν ετοιμάσει οι νοικοκυρές του χωριού.

Θυμάμαι την κυρα-Πάνενα -γυναίκα του τσέλιγκα Πανο-Σιούζου- που μαγείρευε με ξύλα στην αυλή, σε μεγάλη γανωμένη κατσαρόλα, για τη φαμπίλια της. Μέσα στην καινούργια κάμαρα που έχτισαν τα παιδιά καμάρωναν σαν γύφτικα σκεπάρνια οι απαστράπτουσες ηλεκτρικές συσκευές.

_ Μάλε 4 , τη ρώτησε, γιατί δεν μαγειρεύεις στην «κουζίνα»;

_ Δεν τα καταφέρνω γιόκα μου με τα κουμπιά κι είναι ένα σωρό -απάντησε διπλωματικά- κι ούτε μπορώ ν’ απλώσω τα χέρια μου κοντά στη φωτιά να ζεσταθούν όση ώρα ακούγεται το φαγητό να κοχλάζει, συμπλήρωσε. Και να μην σου πω για τη γάστρα όπου ψήνεται το κρέας και γιομίζει  το σπίτι μυρωδιές από άγριους θάμνους, χόρτα και λουλούδια. Τώρα τι τα θέλαν αυτά τα μαραφέτια; Ξόδεψαν κι ένα σωρό παράδες να τα αποκτήσουν. Φαντάζομαι για να βλέπετε εσείς οι πρωτευουσιάνοι πως δεν είμαστε καθυστερημένοι! Ευτυχώς η «πρόοδος» είχε σταματήσει εκεί και δεν είχε προχωρήσει στο παλιό σπίτι.


 

Στο βάθος της «μάνας» 5 υπήρχε το τζάκι και μέσα του η κρεμασμένη από την κρεμαστάλυσσο 6 γάστρα πανέτοιμη για κασιόπιτες 7, μπατσαριές 8, πίτες και κρέας με πατάτες. Ορισμένοι βάλαν και καλοριφέρ. Ζέστα σ’ όλο το σπίτι, δε λέω · μόνο που τα καλοριφέρ δεν τραγουδάνε όπως τα κούτσουρα · ούτε σε ταξιδεύουν. Η άνετη ζωή σε βάρος της αισθητικής · κανένα πρόβλημα. Αριστερά και δεξιά, σε κάποια μικρή απόσταση από το τζάκι, τα ξύλινα μπάσια καλυμμένα με μάλλινες κουβέρτες. Το μεγάλο τραπέζι με τις καρέκλες και σε κοντινή απόσταση ο σοφράς 9 μ’ έξι σκαμνιά γύρω του.

Στον τοίχο αριστερά η πιατοθήκη με τα πιάτα στη σειρά βαθιά και ρηχά να λαμποκοπάνε από πάστρα κι αν ήσασταν τυχεροί να βρεθείτε αρχές χειμώνα στο χωριό, αστάκια -καλαμπόκια δεμένα μεταξύ τους τρία-τρία με τα φύλλα τους και κρεμασμένα από τις γρέντες-. Σ’ έναν ξύλινο μπάγκο κίτερα 10 μεγάλα κολοκύθια για κολοκυθομπατσαριές και κολοκυθόπιτες.

Κι εκεί στη γωνιά η σαρμανίτσα! Το πήγαινε-έλα στα χωράφια κι εγώ ξαπλωμένος να χαμογελάω βλέποντας όνειρα ή να διαμαρτύρομαι με τσιρίδες γιατί η πείνα μου τάραζε τα σωθικά, κι η Μάνα έτοιμη να με βυζάξει στον ίσκιο της γκορτσιάς σταματώντας το βοτάνισμα ή το θέρισμα. Μέχρι 3 χρονών με βύζαινε. Ξέχωρα που ένα διάστημα, όταν ήμουν 6 χρονών, ήπια και γάλα από γαϊδούρα γιατί όπως έλεγαν στο χωριό θεράπευε το κάρκαλο · τον κοκκύτη δηλαδή. 


 

Και πλεξούδες με κρεμμύδια, σκόρδα και σούρβα 11 κρεμασμένα από τις γρέντες. Και κάτω από τον μπάγκο μια μεγάλη πυροστιά κι επάνω της μια μεγάλη επίπεδη λεία πλάκα για τις λαλαγγίτες 12.  Παραμονή Χριστουγέννων τοποθετούσαμε στο τζάκι την πυροστιά, τραβούσαμε με τη μασιά αναμμένα κάρβουνα από κάτω της ενώ η πλάκα που είχαμε από πριν βάλει πάνω από την πυροστιά ζεσταινόταν. Δοκιμάζαμε αν «έγινε» η πλάκα ρίχνοντας επάνω της σταγόνες από το υλικό που είχαμε ετοιμάσει κι αν τσιτσίριζε, τότε ήταν η σωστή ώρα να ρίξουμε πάνω στην πλάκα με την κουτάλα υλικό σ’ όλη την επιφάνεια, αφήνοντας ένα περιθώριο γύρω-γύρω για να ψηθεί ομοιόμορφα. Όταν ρόδιζε, με τη βοήθεια μιας σπάτουλας βγάζαμε τη λαλαγγίτα -κρέπα την λένε τώρα;- και την τοποθετούσαμε σ’ ένα ταψί ρίχνοντας πάνω της καρύδι τριμμένο και πετιμέζι ή μέλι. Ψήναμε 8 με 10 λαλαγγίτες τοποθετώντας τες στο ταψί, με τα προαναφερθέντα πάνω τους. Σκέτη αμβροσία κομμένη σε ίσια κομμάτια για όλους, ζεστούτσικη. Αλλά κι αν περίσσευε για την επόμενη μέρα, δεν μας χαλούσε καθόλου · και κρύα, μια χαρά ήταν.


 

Τώρα τα τζάκια -τα περισσότερα διακοσμητικά- στη θέση της πυροστιάς, ένα βάζο με πλαστικά πολύχρωμα λουλούδια. Τα βλέπεις χειμώνα και σε σηκώνει οριό! -μπρρρ!-. Τραπεζαρία με ακριβό ξύλο, φίνο τραπεζομάντιλο και σκρίνιο -ο παλιός μπουφές- με ακριβά σερβίτσια τσαγιού -τσιάφκες με κινέζικη διακόσμηση- για το five o clock tea- τρομάρα μας!-.

Σφραγίζουν ή καταργούν τις στέρνες ρίχνοντας μέσα τους ό,τι μπάζα υπάρχουν από γκρεμισμένους τοίχους και πέτρες από τους κήπους. Τις στέρνες που μας κρατούσαν συντροφιά και μας νανούριζαν καθώς δέχονταν τα νερά της βροχής από τα λούκια κι άρχιζαν έναν ατελείωτο διάλογο όσο εξακολουθούσε να βρέχει για τον ουρανό, τα σύννεφα, τα δέντρα, τα ζώα και την αντάρα 13 που θ’ ανέβει από την ποταμιά, κρύβοντας μέσα της ό,τι βρίσκεται στο δρόμο της κυρίως τα ψηλά κρεπούνια 14 με τις περήφανες κορφές τους να αιωρούνται και να ταξιδεύουν μαζί της. Και στη γωνία όπου αντάμωναν η μία την άλλη πέτρα με τις υπόλοιπες, συνολικά τέσσερις, διαστάσεων: 0,90 ύψος και 0,50 πλάτος, να σχηματίζουν το στόμιο της στέρνας. Και η μία πέτρα, απ’ όπου τραβάγαμε την τριχιά με το σιούκλο, χαρακωμένη, στημένη εκεί από το 1823 που χτίστηκε -τα δάχτυλα στο φιλιατρό πού έλεγε ο ποιητής-, στη γωνιά λοιπόν που λέγαμε, ένας χοντρός γάντζος από ατσάλι μπηγμένος βαθιά στη χαραμάδα που ενώνονταν οι δυο πλάκες, για να αντέχει στο βάρος. Εκεί λοιπόν κρεμούσαμε τα κρέατα καλά πλυμένα και σκουπισμένα από τα αίματα και μετά τυλιγμένα σε τουλπάνια για να «αναπνέουν».

 

Και τα κατώγεια στο ισόγειο με τις ανάσες των ζωντανών που κρατούσαν το ίσον της θερμότητας. Στο ένα ο Μπασιούρης με τη Μαρούσιω και στο άλλο τα γιδοπρόβατα με τα μουγκανητά και τα βελάσματα ανακατεμένα με τους ήχους από τα τροκάνια και τους κύπρους. Και οι λάμπες πετρελαίου -με το χερούλι και τον μεταλλικό πάτο για ασφάλεια- γεμάτες, με καθαρισμένο το φυτίλι, πλυμένα και σκουπισμένα λαμπόγυαλα για κάθε ενδεχόμενο, τοποθετημένες στο οριζόντιο ξύλο πάνω από το τζάκι.

Τώρα αυτά τα δωμάτια ανακαινίστηκαν, βάφτηκαν οι τοίχοι,  αλλάχτηκαν τα πατώματα · τα παλιά τα δρύινα μπήκαν στη στρίκα για το τζάκι. Κι όσο εύκολο ήταν να ξηλωθούν, τόσο δύσκολο να κοπούν · τα μοντέρνα ηλεκτρικά πριόνια έβγαζαν σπίθες κι αν από λάθος το πριόνι ακουμπούσε σε γυφτόκαρφο -με τέτοια καρφιά ήταν καρφωμένα τα πατώματα- έπεφτε ο γενικός! Εκεί που έμπαινε η ταγή 15 για τα μεγάλα ζώα καθαρίστηκε, αρμολογήθηκε ο τόπος και μπήκαν χοντρά στρώματα ώστε να μπορεί ένα άτομο να ξαπλώνει για ύπνο ή για ξεκούραση. Στις εσοχές του τοίχου, όπου ήταν η θέση για τις λάμπες πετρελαίου, τώρα ηλεκτρικοί λαμπτήρες φωτίζουν απλά τον χώρο. Κι ένα συγκρότημα CD υπόσχεται απόλαυση πολλών σύγχρονων επιτυχιών διάσημων συγκροτημάτων και ενίοτε -για να μην ξεχνάμε και την καταγωγή μας- δίσκους με κλαρίνο από τον Τάσο Χαλκιά και τον Πετρο-Λούκα Χαλκιά.


 

Μίκρυναν κι οι ορίζοντες. Δρόμοι ναι, ανάμεσα στα χωριά και σε καλή κατάσταση. Για να πας όμως στα χωράφια, χρειάζεσαι τζιπ 4x4. Αν και σε ποια χωράφια; Όλα γιόμισαν βατσουνιές 16, γράβους  17,  κρανιές 18,  βουζιές 19, κλογγιές 20,  βουρβουλιές 21  κι ένα σωρό σκραπιά. Να μην ξεχάσω και τις παλιουριές 22 που ’χε φυτέψει ο Θωμάς Σώπης (το επώνυμό του ήταν Κόττης · το ψευδώνυμο οφειλόταν στον τόπο καταγωγής του · ήταν από τη Σωπική), στο σύνορο του αμπελιού του με τον κοινοτικό δρόμο. Οι παλιουριές ήταν ένα αδιαπέραστο τείχος μιας και τα αγκάθια τους κρατούσαν μακριά τους ανεπιθύμητους. Κλωνάρια από τις παλιουριές χρησιμοποιούσαμε εγώ κι ο συγχωρεμένος  Κώτσιο-Μπότσιρης όταν φτιάχναμε τον φράχτη στο ποτάμι για την τοποθέτηση σουλπιού (δες το διήγημα «Πέστροφες» στη συλλογή «Τα σπίτια», σελ.11, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, Θεσσαλονίκη 2013). Οι παλιουριές λοιπόν, όταν ήταν ανθισμένες, από μακριά έμοιαζαν με κίτρινο σύννεφο που ’χε καθίσει πάνω στο φράχτη. Και οι κυνοροδιές ή αγριοτριανταφυλλιές με τα αρωματικά τους άσπρα και ροζ τριαντάφυλλα που το φθινόπωρο «δέναν» σε καρπούς με μέγεθος μεγάλης ελιάς μ’ ένα άλικο χρώμα τόσο έντονο που τη νύχτα έφεγγαν σαν πολυέλαιοι σπασμένοι εδώ κι εκεί στους όχτους, τους κήπους και κάτω στην ποταμιά. Αχ! να ’ναι νύχτα καλοκαιριού με αστροφεγγιά ή φεγγαράδα, ν’ ακούγεται το νερό να κελαρύζει καθώς κατηφορίζει απ’ τον κοψιόνο 23 προς τα καλαμποχώραφα και τα μποστάνια και τ’ αηδόνια να ξελαρυγγιάζονται στις ιτιές στην ποταμιά. Από τους κήπους στου «Κυριαζή» ακούγονταν τραγούδια κοριτσιών και από τα Ρουψιώτικα ένας μπάμπας 24 ακουγόταν σαν απάντηση… Ν’ εγώ ο μαύρος Χάιδω μ’ γέρασα κι εσύ θέλεις παιχνίδια.


 

Ξεκαρφώνουν (αλλάζουν) και τις σκεπές των σπιτιών κυρίως τις τσίγκινες, τοποθετώντας συνθετικές πλάκες ομοιόμορφες και ισομεγέθεις σε γκρίζο χρώμα για να μοιάζουν με τις παραδοσιακές. Ορισμένοι «κρατούν» τις πέτρινες παλιές καμινάδες, άλλοι χτίζουν καινούργιες με τούβλα, σοβατισμένες λευκές ή κεραμιδιές ανάλογα με τις αισθητικές αντιλήψεις τους ή εκείνες των κατασκευαστών.

Έτσι προχωράει ο καιρός στο χωριό. Το χειμώνα οι φαμπίλιες του Νίκου Σκούπρα και του γιου του Σωκράτη, και του Τάκη και Πάνου Σιούζου. Τα τζάκια τους καπνίζουν μέρα-νύχτα (πώς το ’πε ο προπάππος ο Όμηρος; «καπνός αναθρώσκων»).


 

Το καλοκαίρι χαρά Θεού. Έρχονται από το «ταξίδι» όλες σχεδόν οι φαμπίλιες στο χωριό με τα παιδιά να χαλάνε τον κόσμο στο χοροστάσι με φωνές, γέλια και τσιρίδες. Ατέλειωτο πήγαινε-έλα των «μεγάλων» από το χοροστάσι στο κιόσκι και κλεφτά φιλιά των εφήβων με τα κινητά να γλιστράνε στο σιάδι  25 και να βρίσκονται την άλλη μέρα πρωί με μια κουτσουλιά πάνω τους από πετούμενα με …οικολογική συνείδηση. Παλιοί καημοί στα κοίλα βαθουλώματα των αγκωναριών που γώνιαζαν τους τοίχους των πλευρών του σπιτιού οι πελεκάνοι, όπως: «Ο Νίκος αγαπάει τη Ρίτα», «Την είδα στον κάτω δρόμο και τη νύχτα ήρθε στ’ όνειρό μου», «Βασίλειος Α. Πορφύρης, Ενθύμιον έτους 1930», γραμμένοι με μολύβια Faber No.2. Ο γραφίτης τους αντέχει ακόμα παρ’ όλο που τον δέρνει η βαρυχειμωνιά κι ο ανελέητος καλοκαιρινός ήλιος. Ογδόντα χρόνια μετά αιχμαλωτίζουν τις ματιές μας και ακριβά αισθήματα αθεράπευτης νοσταλγίας.

  

Παραπομπές:

1 Κοίλες κατασκευές συνήθως στο υπόγειο ή ισόγειο από αγκωνάρια στους τοίχους και το δάπεδο για φύλαξη και διατήρηση τροφίμων συνήθως βουτύρου, τυριών, κρεάτων  

2 /…/ Συνήθως, επήγαιναν στο ταξίδι κατά ομάδες. Την ομάδα την απάρτιζαν συγγενείς ή ομοχώριοι. Είχαν επινοήσει ειδικό γλωσσάρι συνεννόησης. Το γλωσσάρι αυτό έχει κοινές εκφράσεις με των άλλων επαγγελματικών ομάδων (βαρελάδων, μαστόρων, κτιστών και κτενάδων της περιοχής Τσακωνιάς). (Κώστα Μ. Σούλη: «Ιστορικές αναδρομές (Θεσπρωτία και περί αυτήν χώρες», Αθήνα 2009, ΔΩΔΩΝΗ)       

Επίσης το χωριό μας μίσθωνε εργάτες κυρίως Αλβανούς να «βγάλουν» το αυλάκι, δηλαδή να το καθαρίσουν από φερτά χώματα, χόρτα, ξύλα, πέτρες για να μπορεί το νερό που ’ρχεται από τη «Δέση» Λαχανοκάστρου να μην λιμνάζει ή να λοξοδρομεί από την κοίτη του, ώστε να ποτίζει όλα τα χωράφια της δικαιοδοσίας του από τη «Δέση» που προανέφερα μέχρι τα Ρουψιώτικα κι από κει πάλι σε μιαν οβίρα του Γορμού. Η αμοιβή των εργατών ήταν μονάχα τροφή (όπως με πληροφόρησε ο συγχωριανός συγγραφέας του βιβλίου Λευτέρης Ματθαιάδης).

/…/ Ο καλαϊτζής για να πείσει τη νοικοκυρά για την αναγκαιότητα του γανώματος των σκευών μαγειρικής και οικιακής χρήσης (ταψιά, τηγάνια, πιάτα) ανέπτυσσε τη ρητορική του ικανότητα προσπαθώντας να εντυπωσιάσει τη νοικοκυρά. Το τι έλεγε δεν είχε καμία σημασία. Η νοικοκυρά ενέδιδε στις ρητορικές ικανότητές του και τελικά επείθετο. (Κώστα Μ. Σούλη: «Ιστορικές αναδρομές (Θεσπρωτία και περί αυτήν χώρες», Αθήνα 2009, ΔΩΔΩΝΗ)       

3  Κασσίτερος

4 Γιαγιά

5 Το κυρίως δωμάτιο, η σαλοτραπεζαρία

6 Χοντρή αλυσσίδα απ’ όπου κρεμόταν η γάστρα, στο μπουχαρί

7 Ζυμαρένια τυρόπιτα

8 Πίτα χωρίς φύλλα με καλαμποκάλευρο και διάφορα χόρτα εποχής

9 Στρογγυλό τραπέζι με ύψος περίπου 40 εκατοστά για πρόχειρο φαγητό · γύρω-γύρω οι συνδαιτυμόνες σε σκαμνιά ή καθισμένοι σταυροπόδι

10 Κίτρινα

11 Καρποί της σουρβιάς, φάρμακο για τη διάρροια, ρυθμιστής του φλεβικού συστήματος, διουρητικό και κατά του διαβήτη (ευχαριστίες στον Λευτέρη Ματθαιάδη για τις πληροφορίες)

12 Κάτι σαν τις σημερινές δίπλες

13 Ομίχλη

14 Είδος βελανιδιάς με σκληρό ξύλο

15 Ζωοτροφή

16 Θάμνοι με αγκάθια

17 Θάμνοι · εξαιρετική τροφή για τα κατσίκια

18 Δενδρύλλια, με καρπούς τα κράνια · ειδική τροφή για το ουροποιητικό σύστημα, αντιοξειδωτικό, εναντίον καρδιακών παθήσεων

19 Κουφοξυλιές

20 Δενδρύλλια με μικρούς κόκκινους καρπούς άγριους

21 Δενδρύλλια με μπλε στυφούς και πικρούς καρπούς

22 Θάμνοι γεμάτοι αγκάθια. Τα κλωνάρια τους χρήσιμα για φράχτες

23 Υδατοφράχτης

24 Παππούς

25  Χάμω

Τάσος Πορφύρης, Μάρτιος 2015       

    Περισσότερα για τον Τάσο Πορφύρη

 

αριθμός επισκεπτών