ΓΙΑΝΝΕΝΑ  ΠΟΛΗ  ΤΩΝ  ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ

Γράφει ο Τάσος Πορφύρης

Χριστόφορος Μηλιώνης: Η φρίκη του εμφύλιου

Σχεδόν εξήντα χρόνια πέρασαν από κείνη την «Αποκριά» του Χριστόφορου Μηλιώνη 1 . Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Το δίστιχο που φιλοξενείται στην πρώτη σελίδα της «Αποκριάς»,

σ’ ούλο τον κόσμο ξαστεριά σ’ ούλο τον κόσμο ήλιος

και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα

έδωσε τη θέση του -σηματοδοτώντας την καινούργια εποχή- στο ανώδυνο ιστορικό

Γιάννενα πρώτα στ’ άρματα

Στα γρόσια και στα γράμματα.

Ακριβά ξενοδοχεία κι ακριβότερα εστιατόρια στην περιοχή των Ταμπάκικων, όπου αγιοποιήθηκε ο Σιούλας  ο Ταμπάκος από τον Δημήτρη Χατζή.


 Χριστόφορος Μηλιώνης

Η προτομή του Λορέντζου Μαβίλη, γυρνώντας την  πλάτη στις καφετέριες με στυλωμένο το βλέμμα στο Δρίσκο. Στην «κυρα-Φροσύνη» νταμπαντούμπα από οπ και ποπ μουσική, άδικα ψάχνεις για βαρύ ή μέτριο σε χοντρό φλιτζάνι και το ρούφηγμα να συνοδεύεται μ’ ένα άααχ! που σημαίνει πως θαραπεύτηκες! Και μοναχά κατεβαίνοντας την Αβέρωφ δεξιά -προς τη Λίμνη- κοντά στο Κάστρο, ένα μαγέρικο με μεγάλες αλουμινένιες κατσαρόλες -μαρμίτες- μισογεμάτες με παραδοσιακά φαγητά, βουτηγμένες ως τη μέση σε μεγάλο μεταλλικό σκαφίδι γιομάτο ζεστό νερό για να τα κρατά στη σωστή θερμοκρασία.

Και πατσάς και γίδα βραστή και ψάρια της λίμνης. Και κρασί χύμα.

Μεταλλικά τραπέζια και καρέκλες ξύλινες με ψάθα. Γκαρσόνια μ’ άσπρη ποδιά και την πετσέτα να κρατιέται από τη ζώνη της μέσης. Κι η πελατεία, Μετσοβίτες με τις χαρακτηριστικές τους παραδοσιακές στολές και τη γκλίτσα, συνταξιούχοι από τα γύρω χωριά που κατέβηκαν στην πρωτεύουσα του νομού για δουλειές και, καθώς βιάζονται για το λεωφορείο της επιστροφής, αφήνουν το μισό φαΐ στο πιάτο, εργένηδες, τουρίστες και φοιτητές συνοδεύοντας μισογκόλιες υπάρξεις από τότε που έμαθαν πως σ’ αυτό το εστιατόριο έτρωγε ο Αγγελόπουλος με το κινηματογραφικό του συνεργείο τον καιρό που γύριζε την «Αναπαράσταση». Το βησσανιώτικο «Μωρή κοντούλα λεϊμονιά» τραγουδήθηκε από τον πρωταγωνιστή «θύμα» στο έργο κι έγινε γνωστό στο πανελλήνιο.


Στο Σταυράκι το μνημείο των εκτελεσθέντων ύστερα από τη θανατική τους καταδίκη από το Στρατοδικείο Ιωαννίνων στη δίκη της Πρίντζου και στο Μπιζάνι κοντά στ’ «Αυγό» η προτομή του Πωγωνήσιου -από τα Φραστανά- Λεωνίδα Ράφτη, επίσης εκτελεσμένου ύστερα από απόφαση του ίδιου στρατοδικείου.

Αυτά και άλλα που πρέπει να ψάξεις να τα βρεις. Γιατί ό,τι βλέπεις πλησιάζοντας στην πόλη, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων ξαπλωμένες ζερβόδεξα της λεωφόρου απ’ όπου αγοράζει κανείς το θάνατό του ` με ποιο μοντέλο και με πόσα χιλιόμετρα τρέχοντας μπορείς να τον κερδίσεις. Και ξενοδοχεία πολυτελείας και τα περισσότερα με τζακούζι. Στο φανάρι κρέμεται η «Εγνατία» από πάνω μας, συνεχίζοντας -θάβοντας να λες καλύτερα- στη διαδρομή της το κορμί της πατρίδας.

Και στην πόλη, στα πεζοδρόμια, τραπεζοκαθίσματα κατειλημμένα από τρόφιμους καφετεριών, συνήθως της σπουδάζουσας νεολαίας. Το Χάνι του Κωτσιολάμπρου στέκει ακόμα σαν κτίσμα, με το ένα φύλλο της σιδερένιας πόρτας εισόδου ανοιχτό γιατί στο βάθος της αυλής υπάρχει εμπορικό κατάστημα. Οι στάβλοι στο ισόγειο κλεισμένοι με καρφωμένες σανίδες και χοντρά χαρτόνια χιαστί, το ίδιο και τα δωμάτια του ορόφου. Οι πέτρινες σκάλες που οδηγούν σ’ αυτόν γλειμμένα από τις αρβύλες και τα τσαρούχια. Πλατάνια απειλούν με τις ρίζες τους το οικοδόμημα. Και το φάντασμα του Ρόβα να κάθεται στις σκάλες και να θυμάται τα ταξίδια στη Βλαχιά κι ανεπαίσθητος ήχος κλαρίνου ν’ ακούγεται από πολύ μακριά ` από κείνα τα χρόνια.


Δημήτρης Χατζής
Φώτο Πηγή: Γιώργος Μ. Βραζιτούλης

Οι φαντάροι από τη μια μεριά κι οι αντάρτες από την άλλη. Ούτε ο Εθνικός Στρατός από τη μια, ούτε ο Δημοκρατικός από την άλλη. Αυτά ζαχάρωναν το χάπι που πικρότερο δεν μπορούσε να γίνει.

Είδα στην τηλεόραση σε μιαν εκπομπή αφιερωμένη στη σύγχρονη λογοτεχνία, έναν εκπρόσωπό της να αναφέρεται στον Εμφύλιο και να αποκαλεί τους αντάρτες «κομμουνιστοσυμμορίτες» και να το δικαιολογεί λέγοντας ότι είναι γιος στρατηγού. Πέρα από το ότι ο γιος δεν έχει καμιά ευθύνη για το επάγγελμα του πατέρα του -και θα μπορούσε κάλλιστα αν ήθελε να το παραλείψει-, κάνει εντύπωση πόσο ορισμένοι έλκονται από αστέρια και λιλιά. Κι αυτό αρχίζει από νωρίς, από το βαθμό του λοχαγού.

Για τον Εμφύλιο γράφτηκαν πολλά και κυρίως για το «παιδομάζωμα». Ο ιστορικός Μαργαρίτης, καθηγητής του Α.Π.Θ., σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη του Β. Βασιλικού (ΕΤ3, Σάββατο 20/3/2010, ώρα 12 το μεσημέρι) δεν δέχεται τον όρο «παιδομάζωμα» και προτιμάει να μιλάει για «πόλεμο για τα παιδιά». Γιατί τα παιδιά που μάζεψε -παιδιά της υπαίθρου- και τα μάντρωσε σε παιδουπόλεις ο Εθνικός Στρατός και τα άλλα που ο Δημοκρατικός Στρατός έστειλε σε χώρες του παραπετάσματος, ήταν τα θύματα του εμφυλίου. Και σε καμιά περίπτωση δεν είχαμε «γενίτσαρους» βέβαια. Είχαμε επιστήμονες, καλλιτέχνες που επαναπατρίστηκαν και προσέφεραν και προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο. Εφόσον δεν υπάρχουν γενίτσαροι δεν υπάρχει και παιδομάζωμα ` γκέγκε;

Στις δεκατέσσερις όλες κι όλες σελίδες μέτριου σχήματος βιβλίου, κατόρθωσε ο Μηλιώνης με αξιοθαύμαστη παρατηρητικότητα, αξιοζήλευτη αίσθηση του περιττού και κυρίως την ωριμότητα ακριβοδίκαιου παρατηρητή, προικισμένου με σπάνιο τάλαντο, να μας βάλει στο «παιχνίδι» της «Αποκριάς». Μονάχα που η «Αποκριά» αυτή δεν γίνηκε «σ’ έναν άλλο κόσμο», αλλά σε τούτον σε ορισμένο χρόνο, όπου «περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο» κι «αποθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό» και «το φεγγάρι που βγήκε αποκριάτικο το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο» 2 .

Ο Σαχτούρης κράτησε τις αποστάσεις του, ο Μηλιώνης βούτηξε στα βαθιά νερά. Στις δεκατέσσερις σελίδες χώρεσε η κόλαση του Εμφύλιου. Και τα θύματά του κι από τις δυο πλευρές ανάλογα προς τα πού ήθελε να φυσήξει. Κι όταν κουράζονταν τα πλεμόνια του κι ήθελε να ξεδώσει έπιανε τα «νήματα». Τα κουνούσε κατά την όρεξή του κι οι «κούκλες» σφάζονταν μεταξύ τους στο πλατώ. Κι όταν κουρασμένος τον «έπαιρνε» για λίγο στο πλάι, τότε θύτες και θύματα έκαναν του κεφαλιού τους. Οι στρατιώτες με το «λάφυρο» στο σακούλι, στρώθηκαν στην πρώτη ταβέρνα που συνάντησαν και μπεκρούλιασαν ` βάλανε και τα όργανα να βαράνε και το ’ριξαν στο χορό και το αίμα να μουλιάζει το σακούλι και να δείχνει τον τορό προς το Φρουραρχείο εκεί που μπήκαν καβάλα σ’ έναν γάιδαρο φωνάζοντας στον σκοπό: «Κάνε δρόμο, κουραμπιέ!».

Όταν άνοιξε τα μάτια του, το κακό είχε γίνει ` τέτοια εξέλιξη ούτε αυτός δεν την ήθελε ` έτσι ομολογούσε υποκρινόμενος. Γιατί ποιος μπορούσε να τον κρατήσει εντός ορίων;

Κι έστειλε το λάφυρο, «το ματωμένο κεφάλι με τα μακριά μαλλιά», σ’ αυτούς που ανήκε ` στα γονικά του -γιατί ο πατέρας νεκροθάφτης-, με την εντολή να το θάψει νύχτα, μονάχος. Ξημέρωσε Κυριακή με ήλιο και μακρινούς ήχους καμπάνας.

Εδώ ο συγγραφέας αφήνει λάσκα τα λουριά στον αναγνώστη που προχωρεί -βάζοντας τέλος στην ιστορία- ως την κάθαρση: Κι οι στρατιώτες που είχαν ξεμεθύσει, αντί την άλλη μέρα να παρουσιαστούν στη μονάδα τους τράβηξαν κατά τη χαράδρα, βρήκαν ένα χείμαρρο, πλένονταν και θρηνούσαν. Κι όταν χόρτασε ο τόπος μοιρολόι, στάθηκαν ο ένας αντίκρυ στον άλλον και πυροβόλησαν «με το τρία». Γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν δικαιολογούνται. Κι ούτε παίρνουν αναβολή.

Το γραφτό του Μηλιώνη δεν ανήκει νομίζω σε κανέναν από τους σύγχρονους _ισμούς όπως: μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός κι ούτε βέβαια μαγικός ρεαλισμός. Θα μπορούσα να το τοποθετήσω στον εμφυλιακό ρεαλισμό για τις άγριες διαθέσεις και πραγματώσεις του.

1  Χριστόφορος Μηλιώνης: «Ακροκεραύνια», δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1981, «Κέδρος», σελ. 133 - 149

2 Μίλτου Σαχτούρη: «Η Αποκριά», ποιήματα 1845 -1971, «Κέδρος» 1977, σελ. 105

Τάσος Πορφύρης, Μάρτιος 2010              

   

   

      αριθμός επισκεπτών