ΓΙΑΝΝΕΝΑ  ΠΟΛΗ  ΤΩΝ  ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ

Ένα κείμενο από το βιβλίο της Γεωργίας Σκοπούλη

"Αυτές που γίναν ένα με τη γη"

 

Εγώ έγινα γυναίκα ένα χρόνο μετά που παντρεύτηκα!

Ελένκω, 93 χρονών. Μπάφρα, Γιάννενα

12 Ιούλη 2006

 

         Από το Τασλίχ της Τουρκίας είμαι. Εκεί γεννήθηκα. Ήρθα εδώ εφτά-οχτώ χρονών. Θυμάμαι κουτσά-στραβά, κάτι χωματένια σπίτια, κεραμίδια δεν είχαν. Κι εκεί αγρότες ήμασταν. Θερίζαμαν, σπέρναμαν, είχαμαν κήπους και πολλά νερά. Ήμασταν τέσσερα αδέρφια. Ο πατέρας πέθανε εκεί, δεν τον θυμάμαι. Η μάνα, ήταν νέα, παντρεύτηκε σ’ άλλο χωριό. Εμένα και τ’ αδέρφια μου μας κοίταξε ο παντρεμένος αδερφός.


Η Ελένκω

Η μάνα πήγε στη Θεσσαλία. Ήρθε δω δυο φορές και με είδε. Ο αδερφός που μας κοίταξε ήταν απ’ άλλη μάνα. Μεγαλώσαμε σαν ορφανά, πότε καλά, πότε κακά. Σχολείο δεν πήγα. Ήμουν ορφανή, ποιός θα μ’ έστελνε;

Ως την Καισάρεια πήγαμε άλλοι με τα πόδια άλλοι με τα ζώα. Δεν μας άφησαν να πάρουμε τίποτε. Όσοι πρόλαβαν πήραν κάτι να σκεπαστούν. Δεν προλάβαμε να φύγουμε απ’ το χωριό μας, και ήρθαν οι Τούρκοι, σαν νοικοκυραίοι, και μπήκανε μέσα στα σπίτια μας. Δεν μας πείραξαν όμως. Μείναμε δυο-τρεις μέρες στη Καισάρεια και ξεκινήσαμε για το Μερσίν, όπου ήταν το πλοίο. Σε μια μέρα φτάσαμε. Εκεί στο πλοίο αντάμωσα τη μάνα. Σαν την είδα έβαλα τα κλάματα. Μου γέμισε την ποδιά καλούδια για να μην κλαίω. Θ’ ανταμωθούμε στην Ελλάδα είπε.

Δεκαπέντε μέρες μέσα στο πλοίο. Μας κατέβασαν στην Πάργα. Δεν θυμάμαι και πολύ καλά. Ήμασταν πολλοί. Μας ξεγύμνωσαν όλους, άντρες γυναίκες και παιδιά, και τα ρούχα τα ζεμάτισαν, σε βραστό νερό, και μας κούρεψαν σαν άντρες. Μια γυναίκα ηλικιωμένη έβαλε τα χέρια μπροστά, γιατί ντρεπόταν. Πάει ένας άντρας, από το χωριό, και της χτύπησε το χέρι. Δεν έχει ντροπές εδώ, της είπε. Μετά ήρθαμε όλοι εδώ και σκορπίσαμε. Άλλοι εδώ και άλλοι εκεί. Όσοι ήταν πλούσιοι διάλεξαν την Θεσσαλία. Μας έδωσε το Κράτος μεγάλα τσαντίρια, για δυο-τρεις οικογένειες το καθένα, και από τριανταπέντε στρέμματα γη για κάθε οικογένεια.

Από μικρή μπήκα στη δουλειά. Σκάλιζα καπνό, καλαμπόκι. Μετά με στείλανε υπηρέτρια, στα Γιάννενα, στο σπίτι ενός φαρμακοποιού. Είχε μονοκατοικία με τρία πατώματα. Για μαγείρεμα δεν με βάζανε, ούτε για πλύσιμο, είχαν πάρει μια γυναίκα. Εγώ έφτιαχνα τους κήπους και σφουγγάριζα όλη μέρα...

Εκείνο τον καιρό ερχόταν γριές από τα χωριά μας, και ζητιάνευαν. Ήρθαν κι από το σπίτι που δούλευα. Με γνώρισαν. Είδαν και τα χέρια μου που ήταν μελανιασμένα και πρησμένα, απ’ τα νερά και είπαν στον αδερφό μου: Κρίμα η κακομοίρα κουράζεται πολύ. Ήρθε ο αδερφός μου και με πήρε. Ούτε που με πλήρωσαν ποτέ. Μόνο που μου έδιναν να φάω, από το ίδιο το φαγητό, αλλά έτρωγα χώρια σαν υπηρέτρια που ήμουν. Είχαν πει τ’ αφεντικά ότι θα την μεγαλώσουμε και θα την παντρέψουμε.

Μια βδομάδα έκατσα στο χωριό και με πάντρεψαν. Θάμουν δεν θάμουν δεκαπέντε. Ούτε στήθος, ούτε τα ρούχα μου είχα ακόμη! Θα σ’ αρραβωνιάσουν, μου είπαν οι γειτόνισσες, με τον Χαράλαμπο. Εγώ δεν ξέρω κανένα Χαράλαμπο, είπα, και δεν θέλω να παντρευτώ. Με πάντρεψαν με το ζόρι. Είχαμε την ίδια ηλικία. Έγινε καλός γάμος. Τρεις μέρες γλέντι, με τραγούδι από τους άντρες, ντέφι, νταούλι και ζουρνά, και πολλά φαγητά. Νυφικό δεν είχα, μου ράψανε ένα φόρεμα, και στο κεφάλι δεν είχα τίποτε, είχα πίσω τα μαλλιά μαζεμένα. Εγώ; τί χαρούμενη να είμαι; Στεναχωρεμένη πολύ. Πατέρα να μην έχεις, μάνα να μην έχεις, ακόμη δεν ξέραμε πού είναι, μετά μάθαμε. Ο άντρας μου ήταν φτωχός κι ορφανός. Οι γονείς του είχαν πεθάνει και είχε τρία αδέρφια. Μας έφτιαξε το Κράτος δυο δωμάτια, το ένα ταβανιασμένο και με πάτωμα και το άλλο χώμα. Στην αρχή μέναμε όλοι μαζί, γιαγιά, αδέρφια, ξαδέρφια.

Αρχίσαμε με τα χωράφια. Τόσο μικρά που ήμασταν μερικές δουλειές δεν τις ξέραμε, όπως το θέρο. Μπαίνανε μπροστά οι μεγάλοι και μετά εμείς, σάμπως πηγαίναμε ένας και δυο στα χωράφια; Οχτώ, δέκα! Πρώτα στου ενός και ύστερα στου άλλου το χωράφι. Όλη μέρα στο χωράφι, από το πρωί μέχρι το βράδι, καθόμασταν λίγο το μεσημέρι να φάμε. Δεν γυρίζαμε στο σπίτι γιατί τα χωράφια ήταν μακριά, στην Αμπελιά.

Γέννησα τρία παιδιά. Το πρώτο στα δεκαεφτά, ήταν κορίτσι. Εγώ έγινα γυναίκα ένα χρόνο μετά πού παντρεύτηκα! Εκείνη την ημέρα, όπως κάθε μέρα, ήμουν στο χωράφι, σκάλιζα καλαμπόκι. Ήρθε ο πόνος. Δεν μπορούσα να το πω στις γυναίκες που σκαλίζαμε μαζί, από ντροπή. Αυτές με είδαν που άσπριζα και κοκκίνιζα, και κατάλαβαν. Ξεκίνησα από την Αμπελιά με τα πόδια μόνη μου. Ω! και τι περπάτημα έκανα! Μόλις μ’ έπιανε ο πόνος καθόμουν, μόλις σταμάταγε έτρεχα. Η γιαγιά του αντρός μου ήταν μαμή. Γέννησα καλά, ήμουν δουλεμένη. Ήταν νίλα όμως, να μην έχεις ένα εσώρουχο ν’ αλλάξεις; Να το πλένεις και να το φοράς μισοβρεμένο; Όσοι είχαν δυο άλλαζαν... Όταν τα θυμάμαι μούρχεται να κλάψω. Γιατί ήμασταν ορφανά, και γιατί ήμασταν και φτωχά. Δεν είχαν κι άλλοι, όχι μόνο εμείς.

Το δεύτερο έκανε κοκκινίτσα, στα δυο του χρόνια. Κι εγώ τ’ άφηνα μόνο του και πήγαινα στα χωράφια. Άνοιγε το παράθυρο κρύωσε, και πέθανε. Το τρίτο γεννήθηκε άρρωστο και πέθανε και αυτό. Ερχόταν εδώ ο γιατρός, καβάλα στο κόκκινο άλογο, και μας κοίταγε και μας έφερνε και τα φάρμακα. Ξακουστός. Καί άνθρωπος καί γιατρός. Με τους μικρούς μικρός, με τους μεγάλους μεγάλος. Δεν είχε περηφάνια, δεν ήταν εγωιστής. Έτσι ήταν ο γιατρός μας ο Σκοπούλης.

Έκανα και εγώ ό,τι μπόρεγα μόνη μου. Ποιός θα με βόηθαγε; Ο άντρας μου είχε τα πρόβατα του χωριού. Μας είχε δώσει το Κράτος από δέκα, τα σμίξαμε όλοι οι χωριανοί και τα φύλαγε κάθε μέρα ο άντρας μου και τον τάιζαν, με την σειρά, οι νοικοκυραίοι. Πηγαίναμε και σε κανένα πανηγύρι, αλλά δεν είχαμε λεφτά να κάτσουμε στα τραπέζια. Και στους γάμους κάναμε σεργιάνι, τότε με τι λεφτά να έπαιρνες και δώρα;

Ο άντρας μου πέθανε στα σαρανταπέντε του. Είχε έναν όγκο πίσω μεγάλωνε-μεγάλωνε πήγαμε με την βοϊδάμαξα στα Γιάννενα, πώς να πηγαίναμε; Αυτό είχε γίνει σαν κόκαλο. Του κάνανε εγχείρηση. Τον φέραμε εδώ, ούτε φάρμακα ούτε τίποτε δεν του έδωσαν. Έκλεισε από μόνη της η πληγή. Μετά πόνεσε το γόνατο. Τον πήγαμε στην Αθήνα, έκατσε ένα μήνα. Είπαν οι γιατροί: Δεν έχει σωτηρία, να τον πάρετε στο σπίτι. Τον έφεραν εδώ, ούτε μισή ώρα δεν άντεξε. Του είχαν κάνει ένεση για να αντέξει μέχρι εδώ... Μαζεύτηκε ο κόσμος. Ο Χαράλαμπος ήρθε, ο Χαράλαμπος ήρθε… Όλοι ήξεραν. Εγώ μόνο δεν ήξερα. Μου είχαν πει ότι θα γίνει καλά!

Έμεινα με την κόρη δεκαπέντε χρονών. Όλες οι δουλειές βγήκαν από μας, μας βοήθησαν και τα αδέρφια του άντρα μου. Την πάντρεψα και ζω τώρα μαζί τους. Δεν σταμάτησα να δουλεύω. Μαγειρεύω και πηγαίνω και στους κάμπους, έχω δυο κήπους, με μαλώνουν αλλά δεν μπορώ να τα παρατήσω.

Καλά, να πούμε, πέρασα στη ζωή μου· φτωχικά. Δεν ξέραμε και τη γλώσσα, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ. Όταν μ’ έδωσαν για υπηρέτρια, μου έλεγε η κυρία φέρε τηγάνι, έφερνα κατσαρόλα. Σιγά-σιγά έμαθα. Τα τούρκικα δεν τα ξέχασα, και η κόρη μου ξέρει τούρκικα.

Έχω και το χορευτικό, με παραδοσιακούς χορούς, απ’ τις πατρίδες μας εκεί πέρα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια και πού δεν πήγα! Τουρκία, Μεσολόγγι, Κόρινθο, Γιάννενα... Κι όταν γίνεται εδώ γλέντι, με φωνάζουν και σέρνω πρώτη το χορό. Έχω και τετράδιο απ’ το σύλλογο, με φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις. Ρίξε μια ματιά να δεις!

Ααα, μα κουράστηκα! Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο. Για το χατίρι του γιατρού μας μίλησα! Ο Σκοπούλης ένας ήτανε. Μόλις είπαν, Σκοπούλη, ράγισε η καρδιά μου...

 

 το βιβλίο της Γεωργίας Σκοπούλη

αριθμός επισκεπτών