ΓΙΑΝΝΕΝΑ  ΠΟΛΗ  ΤΩΝ  ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ


 Ζωή χαμένη


                                                                                                                                    Μιχάλης Σπέγγος

                                                                                                                                     Αθήνα 30/10/2007

 

Ο πρόεδρος του συλλόγου, μου είχε ζητήσει να τον ακολουθήσω στο ταξίδι του στην Αθήνα για τη συντονιστική των Δικηγορικών συλλόγων.  Θα έπαιρνε μαζί του εμένα και έναν άλλο σύμβουλο. Με τίμησε με την πρότασή του. 

ο Μιχάλης Σπέγγος

 Δέχθηκα με ενθουσιασμό.  Κρίμα που η Άννα, η γυναίκα μου, είχε δουλειά και δεν μπορούσε να έρθει.  Ο Μάνος, ο γιος μας,  θα μπορούσε να έμενε με τους παππούδες, δεν υπήρχε πρόβλημα.  Το αεροπλάνο έφευγε από τα Γιάννενα στις δέκα.  Το πρωί φίλησα την Άννα και τον Μάνο και περίμενα τον πρόεδρο με τον συνάδελφο να περάσουν να με πάρουν με ταξί.  Ο Μάνος πριν φύγει μου είχε ζητήσει επίμονα μια στολή της αγαπημένης του ομάδας.  Η Άννα είχε μια παραγγελία από το αγαπημένο της δισκάδικο. Εδώ πάνω ισχυριζόταν, σπάνια εύρισκε αυτό που ήθελε.  «Μην τους αφήσεις να σε παρασύρουν με ξενύχτια», μου είχε πει, «όταν εσείς οι επαρχιώτες κατεβαίνετε κάτω κάνετε σαν λυσσασμένοι».  Είχαμε γελάσει και οι δυο και είχαμε φιληθεί όπως ελάχιστοι παντρεμένοι μετά από δεκαοκτώ χρόνια γάμου, μπορούσαν ακόμη να κάνουν.  Η Άννα ήταν η ευτυχία μου, οι θεοί με είχαν ευνοήσει.  Την είχα γνωρίσει στο πανεπιστήμιο κι από τότε είχα την τύχη να μοιράζομαι τη ζωή μου μαζί της. 

Μπήκα στο ταξί με ανάμεικτα συναισθήματα.  Απ ΄τη μια η τιμή που μου έκανε ο πρόεδρος ήταν μεγάλη, απ’ την άλλη ακόμη και δύο μέρες μακριά της μου φαίνονταν αιώνας. 

 

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, φύσαγε ένα ελαφρύ βοριαδάκι, τίποτε δεν προμηνούσε ότι δεν θα πετούσαμε για την Αθήνα εκείνη τη φορά.  Το ελικοφόρο της Ολυμπιακής αεροπλοΐας έφυγε ως και στην προκαθορισμένη ώρα από το αεροδρόμιο των Ιωαννίνων.  Το πρόβλημα στον δεξιό κινητήρα παρουσιάστηκε αμέσως μετά την απογείωση.   Επιστροφή στα Γιάννενα, ο πιλότος δεν είχε άλλη επιλογή.  Τόσα χρόνια έκανα την διαδρομή και αυτό μου συνέβαινε για πρώτη φορά.  Αποβιβαστήκαμε και περιμέναμε νεώτερα.  Μια ώρα περίπου αργότερα, μας πληροφόρησαν ότι η βλάβη ήταν σοβαρή και ότι η πτήση ματαιωνόταν.  Ακολούθησε το γνωστό πανδαιμόνιο για ανάλογες περιπτώσεις.  «Ματαιώνεται; Γιατί ματαιώνεται; Γιατί απλώς δεν αναβάλλεται; Γιατί δεν έρχεται άλλο αεροπλάνο να μας πάρει; Γιατί δεν μας βάζανε όλους στην απογευματινή πτήση; Ήταν γεμάτη; Και τι μ’ αυτό. Γιατί δεν έστελναν ένα μεγαλύτερο αεροπλάνο να μας χωρέσει όλους;»  Ως και ο πρόεδρός μας έδειχνε να χάνει την παροιμιώδη ολύμπια ψυχραιμία του.  Η ουσία ήταν ότι δεν μπορούσαμε να περιμένουμε.  Ο συνάδελφος πρότεινε να πάρουμε ταξί και να μοιραστούμε τα έξοδα.

Η ιδέα να πάω οδικώς στην Αθήνα και να οδηγεί άλλος πάντοτε με απωθούσε.  Θα οδηγούσα εγώ.  Σιγά το πράγμα.  Ίσα-ίσα θα σταματούσαμε καθ οδόν στο Μενίδι να φάμε και τα ψαράκια μας, θα περνάγαμε θαύμα.  Έπρεπε μόνο να πάμε μέχρι το σπίτι μου να πάρω το αυτοκίνητο. 

Είπα στους συναδέλφους να με περιμένουν μπροστά στο γκαράζ.  Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο χολ.  Τα κλειδιά τα είχα στο συρτάρι του κομοδίνου στην κρεβατοκάμαρα μου.  Εκεί, κάπου στη μέση της σκάλας που οδηγούσε στο επάνω πάτωμα άκουσα το φριχτό ήχο.  Μαρμάρωσα στην θέση μου.  Ο ήχος ερχόταν από την κρεβατοκάμαρα.  Δευτερόλεπτα αργότερα τον είχα αναγνωρίσει.  Ήταν το βογκητό μιας γυναίκας.  Μιας γυναίκας που έκανε έρωτα.  Ένοιωσα την καρδιά μου να πάλλεται ξέφρενα, το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου και να με ζαλίζει.  Ανέβηκα αλλά δυο σκαλιά και ξαναστάθηκα.  Δεν ήθελα περισσότερο για την επιβεβαίωση των υποψιών μου.  Η γυναίκα που βογκούσε από ηδονή ήταν η γυναίκα μου.  Τότε άκουσα την αντρική φωνή.  Τα λόγια τα θυμάμαι λέξη προς λέξη, και θα τα θυμάμαι όσο θα ζω.  Λόγια πρόστυχα, λόγια φτηνά, λόγια του τελευταίου χαμάλη του πιο άθλιου μπορντέλου στην πιο ξεσκισμένη πουτάνα.  Η γυναίκα, η γυναίκα μου, βόγκησε δυνατότερα και τον παρότρυνε να συνεχίσει. 

 

Πόσες φορές δεν τυράννησε το μυαλό μου αυτή η σκηνή; Πόσες φορές δεν με γέμισε με την απόλυτη δυστυχία.  Γιατί, δεν νομίζω ότι μπορούσε να με βρει κάτι χειρότερο.  Ακόμη και αν με πληροφορούσαν για τον βίαιο θάνατο του Μάνου μας, ακόμη κι αν μου έλεγαν….το ξέρω αμαρτάνω ξανά με το να σκέφτομαι τη ζωή του παιδιού μου, αλλά δεν μπορώ να κρυφτώ…έτσι αισθάνθηκα έτσι αισθάνομαι και τώρα….ψυχραιμία…τώρα χρειάζομαι το ναρκωτικό περισσότερο από ποτέ, ψυχραιμία δεν πρέπει να βάλω τα κλάματα εδώ μέσα, ψυχραιμία είπα… δεν θα δώσω σε τούτη τη σκατό φάτσα την ευχαρίστηση να με δει να κλαίω.  Μπορώ να το αντέξω το ξέρω. 

 

«Δεν άντεχα άλλο στην επαρχία», μου είπε πριν φύγει.  «Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στην Αθήνα. Όταν τον είδα να λάμπει στη σκηνή ένοιωσα ότι θα μου έδινε πίσω τη χαμένη μου ζωή.  Και μου την έδωσε.  Δεν υπάρχει τίποτε άλλο».

Εδώ πάνω ανήκω στους βαρυποινίτες. 

Για δεκαπέντε χρόνια , με τις καλύτερες συνθήκες , θα πληρώνω για κάτι που δεν έκανα.  Είμαι απ αυτούς που γράφουν τα μυθιστορήματα.  Τον ηθοποιό τον είχαν βρει σφαγμένο με εικοσιτρείς μαχαιριές. 

Πως να μοιάζουν άραγε τα Γιάννενα όταν ξαναγυρίσω;

Θα ξαναγυρίσω;

 

 

 



αριθμός επισκεπτών