ΤΟ ΕΡΓΟΝ
ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΟ 2007

 ΥΠΟ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Χ. ΠΕΤΡΑΚΟΥ 
Γενικού Γραμματέως
της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
Ακαδημαϊκού

 

-------------------------

Από όλο το Έργον ΤΟΜΟΣ 54 (2007) αναδημοσιεύουμε μόνον τον επίλογο,
με την άδεια του Κυρίου Βασιλείου Πετράκου
Είναι έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Πανεπιστημίου 22, 106.72
FAX 2103644996, THL. 2103609689 secr@archetai.gr  –  www.archetai.gr
_________________________
   γενική επιμέλεια έκδοσης
Ελευθερία Κονδυλάκη Κόντου.
_________________________

Σημείωμα σύνταξης: Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως

Επίλογος

Ακρόπολη. Ερεχθείον.
Η θύρα της βόρειας πρόστασης.
1910. ΑΑΕ αρ. 21.

     Το 2007 για την Αρχαιολογική Εταιρεία άρχισε με τη χαρμόσυνη επέτειο της συμπλήρωσης των 170 χρόνων βίου και δράσης της. Στην Ελλάδα είναι λίγες τέτοιες επέτειοι, μόνον τρεις πνευματικοί οργανισμοί την εόρτασαν· η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, η Αρχαιολογική και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Οθώνειο όπως ονομάστηκε κατά την ίδρυσή του.

     Για ιδρύματα τόσο παλιά, με τα ελληνικά μέτρα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της παρακμής και της βιολογικής φθοράς, που οδηγούν στο σβήσιμό τους. Ακόμη υπάρχει ένας άλλος κίνδυνος εξίσου μεγάλος. Από τον φόβο ότι δεν είναι πλέον αρεστά στους πολλούς, αλλάζουν τον αρχικό, πνευματικό και επιστημονικό, σκοπό τους με κάποιον άλλο, δήθεν συγγενικό, προσπαθώντας να κερδίσουν λάμψη, χάνοντας όμως το περιεχόμενό τους. Η Εταιρεία δεν ενέδωσε σε τέτοιες ιδέες παρά το ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι πειρασμοί ήσαν πολλοί. Και πλούτο πολύν θα αποκτούσε και την εύνοια ισχυρών κύκλων θα είχε. Θα έπρεπε όμως να δώσει κάποιο αντάλλαγμα και αυτό ήταν η συμμόρφωσή της με κανόνες που θα της αφαιρούσαν την ελευθερία της γνώμης της, το πρώτο όπλο της επιστημονικής ελευθερίας. Όπως θα έχετε διαπιστώσει, από το 1974 και κατόπιν, τα αρχαία και τα ιστορικά, κυρίως, τοπία, έχουν μεγάλη θέση στη ζωή μας, όχι τόσο για την καλλιτεχνική, επιστημονική ή ιστορική τους αξία, όσο γιατί η ύπαρξή τους ή η εύρεσή τους δημιουργούν προβλήματα και δυσκολίες δράσης σε επιχειρηματικούς κύκλους. Οι Κυβερνήσεις επιθυμούν πάντοτε την απρόσκοπτη οικονομική ανάπτυξη την οποία, δήθεν, εμποδίζουν τα αρχαία. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και αργά ή γρήγορα νικά η οικονομική ανάπτυξη. Όταν έργο σου είναι η διατήρηση της μνημειακής παράδοσης φυσικό είναι ότι θα συγκρουστείς με το κράτος.

     H Εταιρεία που αποτελείται από ανθρώπους κάθε επαγγέλματος και επιστήμης δεν παρέλειψε ποτέ, είτε φανερά είτε αφανώς, να υποδεικνύει στο Κράτος, στις Κυβερνήσεις, τις ορθές ενέργειες για τον χειρισμό ζητημάτων που συγκινούσαν τους Έλληνες. Tα τελευταία χρόνια μάλιστα έγινε πολύ δυσάρεστη και οι αφανείς υποδείξεις της απορρίπτονταν. Αναγκάστηκε να τις εκθέσει δημοσίως. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ευχάριστο, η Εταιρεία όμως έκρινε ότι η ανακάλυψη και η μελέτη των αρχαίων δεν είναι έργο μηχανιστικό, όπως η χάραξη και η κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου, αλλά κυρίως πνευματικό. Η έρευνα του παρελθόντος αποτελεί μια κατ’ εξοχήν ηθική ενέργεια, διότι σκοπός της είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Το να ενδώσει λοιπόν η Εταιρεία στις επιθυμίες ισχυρών παραγόντων θα σήμαινε, πάντοτε, πλαστογράφηση της αλήθειας.

Το Κρόνιο μετά την πυρπόληση
και την υλοτόμησή του

     Παρά ταύτα τα πράγματα δεν ήσαν πάντοτε τόσο δυσάρεστα. Έγιναν σε υπερβολικό βαθμό μετά το 1974. Συμβατικό σημείο έναρξης αλλαγής της νοοτροπίας στις κυβερνήσεις ως προς τ’ αρχαία είναι ο νόμος 159/1975, με τον οποίο το Αρχαιολογικό Συμβούλιο έχανε το δικαίωμα να αποφασίζει και μόνον γνωμάτευε. Tα χειρότερα ακολούθησαν.

     Όπως γνωρίζετε η Αρχαιολογική Υπηρεσία είχε ως Προϊστάμενο, από τα χρόνια του Καποδίστρια, Έφορο των Αρχαιοτήτων και κατόπιν Γενικό Έφορο, αρχή που τηρήθηκε έως τη δημοσίευση του νόμου 1232/1982, με τον οποίο καταργήθηκαν οι θέσεις των Γενικών Διευθυντών στη Διοίκηση και συνεπώς των Γενικών Eφόρων. Στο Υπουργείο Πολιτισμού Προϊστάμενος της ακέφαλης πλέον Υπηρεσίας έγινε ο Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου, πάντοτε πολιτικό πρόσωπο και φυσικά με άγνοια της αρχαιολογικής επιστήμης. Το πολιτικό αυτό πρόσωπο έγινε συγχρόνως και Πρόεδρος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, ενώ έως το τέλος του 1981 ο Πρόεδρος ήταν ανώτατος δικαστικός, αρεοπαγίτης. Η δικαστική ιδιότης του Προέδρου εξασφάλιζε ότι οι γνωματεύσεις του Συμβουλίου θα ήσαν σύμφωνες, τουλάχιστον, με τον νόμο και η λειτουργία του Συμβουλίου θα ήταν ανεπηρέαστη από εξωεπιστημονικούς παράγοντες. Αυτά όμως όλα καταργήθηκαν, η σύνθεση του Συμβουλίου υπέστη συνεχείς μεταβολές και έφθασε στο σημείο να μετέχουν σ’ αυτό το επιστημονικό σώμα πρόσωπα ξένα και εχθρικά. Έτσι φθάσαμε στις 20 Δεκεμβρίου με το τραγικό συμβάν, το οποίο ακολούθησε ορυμαγδός αποκαλύψεων πραγμάτων που πολλοί γνώριζαν, αφού μετείχαν στη δημιουργία τους, αλλά κρατούσαν μυστικά. Δεν εννοώ πράγματα προσωπικής ή οικονομικής φύσεως, αυτά μας είναι αδιάφορα, δεν είμαστε κριτές της ηθικής κανενός. Εννοώ γνωματεύσεις και συνακόλουθες αποφάσεις εις βάρος των αρχαίων, εις βάρος των ιστορικών τόπων, που προκάλεσαν καταστροφές. Η Ψυττάλεια, ο Μαραθών, η κακοποίηση των Μυκηνών, τα λατομεία του Μαρκόπουλου, το μουσείο Ακροπόλεως επάνω στα αρχαία, η βλάβη του κτιρίου Weiler, ο αποχαρακτηρισμός των διατηρητέων της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ακόμη και η πυρπόληση της Ολυμπίας, είναι συνέπειες κακών γνωματεύσεων και αποφάσεων. Λέγεται ότι όλα οφείλονται σε ένα πρόσωπο του οποίου κύριο χαρακτηριστικό ήταν ότι ταίς μεγαλαυχίαις αυτού πολλήν υπεροψίαν αναμεμίχθαι και περιφρόνησιν των άλλων (Πλουτ. Περικλ. V: ότι στην ακαταδεξιά του υπήρχε πολλή υπεροψία και περιφρόνηση για τους άλλους).

Η Αθήνα την ημέρα της πυρπόλησης
της Πάρνηθας (28 Ιουνίου 2007)

     Μετά το γεγονός της 20ής Δεκεμβρίου ορισμένοι από εκείνους που είχαν συμμετοχή στις κακές γνωματεύσεις, άρχισαν να διακηρύττουν ότι δεν συμφώνησαν ποτέ με αυτές και ότι αντιδρούσαν κατά τη λήψη τους. Ισχνή και μη πιστευτή δικαιολογία. Ζητήματα όπως του αποχαρακτηρισμού διατηρητέων μνημείων είναι δεοντολογικής και ηθικής φύσεως. Όποιος δεν εγκρίνει τέτοιες ενέργειες διαχωρίζει αμέσως τη θέση του δημοσίως και αποχωρεί από το κακό περιβάλλον. Εάν δεν το κάνει σημαίνει ότι συμφωνεί. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ελευθερία της σκέψεως και της εκφράσεως είναι απόλυτη, αυτό το διαπιστώνουμε κάθε στιγμή, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Αλλά δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια, πλήρως, γιατί στην Ελλάδα κυρίως πάντη χαλεπόν και δυσθήρατον ιστορία τ’ αληθές (Πλουτ. Περικλ. ΧΙΙΙ: η αλήθεια δεν είναι εύκολα προσιτή και πολύ δύσκολο να την βρεις).

     Διατέλεσα Έφορος των Αρχαιοτήτων επί 35 χρόνια, και για να διατηρηθούν αρχαία τα οποία σήμερα θεωρούνται άχρηστα, αδίκησα φτωχούς ανθρώπους και τους στέρησα την περιουσία τους. Οι επιθυμίες της πολιτικής για μένα έρχονταν πάντα μετά το συμφέρον των αρχαίων. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η μεγάλη βλάβη που προκλήθηκε από όσα αποκαλύφθηκαν μετά τις 20 Δεκεμβρίου είναι η άμβλυνση της επιστημονικής συνείδησης ανθρώπων που συμμετείχαν σε όσα οψίμως απαριθμούνται και η υποταγή τους σε εντολές που τους μετέβαλε σε ενεργούμενα. Πάντα είχαν χρόνο για παραίτηση, αποχώρηση και καταγγελία των όσων έρχονταν σε αντίθεση με την επιστημονική δεοντολογία. Δεν το έκανε κανένας. Το αδιάψευστο αυτό γεγονός δείχνει πόσο η φθορά των αξιών έχει προχωρήσει και σ’ εκείνους οι οποίοι στο παρελθόν θα μπορούσαν να καυχώνται, ότι ανήκαν στον επιστημονικό κόσμο που έβαζε το συμφέρον των αρχαίων και του τόπου πάνω από το προσωπικό συμφέρον της διατήρησης της ευνοίας προσώπων που η ηθική τους διαφθορά ήταν φανερή. Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια τη διάσπαση της Υπηρεσίας, τη φθορά του πνεύματος της ενότητός της και την ανάπτυξη χωριστικών τάσεων που εκφράζεται με ποικίλες εκδηλώσεις. Έπαψε να υπάρχει ενιαία διοίκηση και αυτό φάνηκε στην επιστημονική υπηρεσιακή δημοσιευτική απόδοση των μελών του Κλάδου και στην έλλειψη αισιοδοξίας η οποία όμως αισιοδοξία συνόδευσε τους Έλληνες αρχαιολόγους στα μετά το 1958 χρόνια έως το 1967.

     Μετά τον εορτασμό των 170 χρόνων της Εταιρείας πιστεύαμε ότι το 2007 θα κυλούσε σύμφωνα με τις πάντοτε αισιόδοξες προσδοκίες μας, που μας ξεγελούν στο ξεκίνημα κάθε νέου χρόνου, αλλά συνέχισε την πορεία του σκοτεινιάζοντας. Πρώτη ήλθε η πυρπόληση της Πάρνηθας, ακολούθησε της Πεντέλης. Η καταστροφή του κυρίου στοιχείου του πολιτισμού, της φύσης, ολοκληρώθηκε με τον αφανισμό μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου. Όλοι οι Έλληνες πληγώθηκαν από τη φωτιά και μαζί τα αρχαία, εκείνα μάλιστα για τα οποία η φύση αποτελεί χαρακτηριστικό τους, εννοώ την Ολυμπία όπου το κάθε δέντρο, κάθε πέτρα που αφανίστηκε, ήταν μέρος της μυθολογίας και της ιστορίας του τόπου. Ίσως η Πελοπόννησος ήταν αδύνατον να ξεφύγει από τη φωτιά, η Ολυμπία όμως ήταν δυνατόν. Υπάρχουν ευθύνες, που δεν είναι δυνατόν πλέον να ζητηθούν, για την αμέλεια και την αδιαφορία που κυριάρχησε, όταν ήταν πλέον βέβαιο ότι η φωτιά θα έφθανε έως την Άλτη. το χειρότερο είναι όμως ότι σήμερα, ένα χρόνο σχεδόν μετά την καταστροφή, εκείνοι που πρέπει να γρηγορούν, ησυχάζουν, ίσως γιατί δεν απέμεινε τίποτε που να μπορεί πλέον να καεί.

     Η Ολυμπία, όσο θυμάμαι από τη θητεία μου στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, αποτελούσε μόνιμη φροντίδα των αρμοδίων της Υπηρεσίας και χάρις στις ενέργειές τους είχε σωθεί από τις πυρκαγιές που με μονότονη κανονικότητα απειλούσαν την περιοχή της. Το 2007 όμως η φωτιά άγγιξε το μουσείο και έκαψε τον αρχαιολογικό χώρο, ένα μέρος του τουλάχιστον, καθgς και το Κρόνιο που έδινε τον ιδιάζοντα χαρακτήρα στον τόπο. Ελπίζουμε ότι η φύση σύντομα θα επαναφέρει την Ολυμπία στην γνώριμή μας φυσική μορφή της.


Γενική άποψη του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως,
του Κτηρίου Weiler και της Ακροπόλεως.

     Το άλλο μεγάλο αρχαιολογικό γεγονός του 2007 ήταν η ολοκλήρωση της οικοδομής του νέου Μουσείου Ακροπόλεως. Η τριαντάχρονη περιπέτεια των διαγωνισμών τελείωσε και η νέα οικοδομή φιλοξενεί ήδη τα καλύτερα από τα έργα τέχνης που μας κληροδότησαν οι Αρχαίοι Έλληνες.

     Για την οικοδόμηση του Μουσείου υπήρξαν και υπάρχουν έντονες αντιδράσεις και αποδοκιμασίες και πιστεύω ότι η κατασκευή του μουσείου εκεί που έγινε αποτελεί κάτι περισσότερο από κακή εκλογή· αποτελεί λάθος ανεπανόρθωτο. Δεν κρίνω την αρχιτεκτονική μορφή του γιατί η κρίση μου θα βασιζόταν σε υποκειμενικά στοιχεία, τις γνώσεις μου πρώτα πρώτα πάνω στην αρχιτεκτονική και κατόπιν τη γενικότερη καλαισθησία μου. Θα κάνω μόνο μιά παρατήρηση ως προς κάτι που ειπώθηκε: ότι οι Έλληνες δεν εκτιμούν το νέο Μουσείο Ακροπόλεως γιατί πάντα βρίσκονται σε βραδυπορεία ως προς τις νέες καλλιτεχνικές τάσεις που κυριαρχούν εκάστοτε στον πλανήτη. Είναι λάθος: οι Έλληνες εκτιμούσαν πάντα τα νέα ρεύματα. Από τα χρόνια του κλασικισμού, που στην Ελλάδα έδειξε την ωραιότερη μορφή του, έως σήμερα εκτιμούμε κάθε νέα τάση και μπορούμε να την εγκλιματίσουμε στον τόπο μας. Μήπως το σπίτι που έχτισε ο Βασίλειος Κουρεμένος στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου δεν αποτελούσε πρωτοπορία στα χρόνια του και εξακολουθεί έως σήμερα να έχει την εκτίμηση των φιλοτέχνων;


     Ίσως το ίδιο Μουσείο σε ένα άλλο σημείο, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα, να ήταν ανεκτό, χωρίς φυσικά να καταστρέφει αρχαία. Δεν θα ήταν ούτε Βρετανικό Μουσείο, ούτε το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης, ούτε η Γλυπτοθήκη του Μονάχου, ούτε η Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου, ούτε το Εθνικό Αρχαιολογικό της Αθήνας. Θα ήταν κάτι που θα εξέφραζε την άμουση εποχή μας και θα στέγαζε με επάρκεια τα αρχαία του μουσείου Ακροπόλεως. Ταυτόχρονα θα έμενε το στρατιωτικό νοσοκομείο απείραχτο, απέριττο και λιτό και με τη μεγάλη αυλή του θα μας έδινε την ψευδαίσθηση κάποιων στιγμών του παρελθόντος. Μία, εύκολα εξηγούμενη πλέον, εμμονή λίγων αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων στον εξ’ αρχής ακατάλληλο χώρο του Μακρυγιάννη προίκισε την Αθήνα με μια νέα δουλεία.

     Εκείνο που συμβαίνει Στην Ελλάδα είναι ότι ενώ είμαστε πάντα μοντέρνοι και ακολουθούμε τις νέες τάσεις, τις απορρίπτουμε μόλις παλιώσουν. Έτσι έγινε με τα νεοκλασικά αρχιτεκτονήματα και όσα νεώτερων τάσεων ακολούθησαν. Σας θυμίζω ότι από το εργοστάσιο του Φιξ στη λεωφόρο Συγγρού κατεδαφίστηκε το μισό και οι προσφυγικές πολυκατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας γλίτωσαν από θαύμα μέχρι στιγμής, παρά το ότι θεωρούνται από παλιά ως έργα αντιπροσωπευτικά αρχιτεκτονικών τάσεων.

Τοπογραφική φωτογραφία της Ακροπόλεως και νοτίως, μέχρι του Νέου Μουσείου

     Το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως αποτελεί αντίφαση προς μιαν αρχή που τηρήθηκε με κάποια συνέπεια τα χρόνια του ελευθέρου βίου της χώρας. Η αντίφαση βρίσκεται στο ότι χτίστηκε πάνω σε μια μεγάλη και καλά διατηρημένη συνοικία της αρχαίας Αθήνας. Για να διατηρηθεί η συνοικία αυτή κάτω από το νέο μουσείο υπέστη φθορές που τις βλέπουν όλοι αλλά δεν τις μνημονεύουν. Ποιός κοινής λογικής άνθρωπος πιστεύει ότι οι παμμεγέθεις στύλοι πάνω στους οποίους στηρίζεται το μουσείο δεν κατέστρεψαν αρχαία; Για να χτιστεί όμως το μουσείο πάνω σ’ αυτή την αρχαία συνοικία κρίθηκε από το αρμόδιο συλλογικό όργανο ως κατώτερης τάξης αρχαιότητα.

Ένα νέο κτίριο του μεγέθους του μουσείου και της μορφής του, τόσο κοντά στην Ακρόπολη δεν συμβιβάζεται με τον τόπο του. Μπορεί οι υμνητές του να λέγουν ότι κάνει διάλογο με τον Παρθενώνα αλλά, όπως παρατηρήθηκε, «καί αν το νέο Μουσείο θέλει να “συνομιλεί” με τον Παρθενώνα, μήπως πρέπει να ερωτηθεί και ο Παρθενώνας αν θέλει να ... “συνομιλεί” με το κτίριο του κ. Τσουμί;» (Χαρά Κιοσέ, το άλλο Βήμα, 15 Ιουλίου 2007).

      Όταν τελείωσε το νέο Μουσείο οι αρμόδιοι για την οικοδομή του ανακάλυψαν ότι δύο διατηρητέα κτίρια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου το ενοχλούσαν και ο αρμόδιος οικοδομικός Οργανισμός ζήτησε να γκρεμιστούν. Υπενθυμίζω ότι το 1977 η επιτροπή κρίσεως του τότε διαγωνισμού για το νέο Μουσείο είχε προβάλει ως αιτία αποτυχίας του διαγωνισμού την ύπαρξη δυσκολιών «πού δημιούργησαν δυσεπίλυτες δεσμεύσεις».

     Συγκεκριμένα την «μορφή του οικοπέδου» την «παρεμβολή των διατηρητέων κτιρίων σε θέσεις που ή παρεμπόδισαν προσπελάσεις και θέα (Διονυσίου Αρεοπαγίτου) ή καταλάμβαναν την καρδιά του οικοπέδου (Νοσοκομείο) με τρόπο που δημιούργησαν ένα άκαμπτο σύνολο» (Καθημερινή, 8 Οκτωβρίου 1977). Δεν υπήρχαν τότε, ακόμη, τ’ αρχαία του οικοπέδου. Τί έγινε αφού βρέθηκαν; τα αρχαία που ερευνήθηκαν τα καλύψαμε χτίζοντας πάνω τους το μουσείο χωρίς να ξέρουμε μέχρι τώρα ποιά είναι η σημασία τους. Το νοσοκομείο, το λεγόμενο κτίριο Weiler, ασφυκτιά από το πλησίασμα του νέου Μουσείου και τα τέως διατηρητέα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου θα γκρεμιστούν γιατί εμποδίζουν τους επισκέπτες του Μουσείου να βλέπουν τον Παρθενώνα. Ένα μουσείο, που σκοπός του είναι η διατήρηση της παράδοσης, δεν την καταστρέφει.


Το εσωτερικό του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως

     Για να γκρεμιστούν τα δύο διατηρητέα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου ζητήθηκε ο αποχαρακτηρισμός τους, κάτι σαν την καθαίρεση των στρατιωτικών πριν τους φυλακίσουν ή τους εκτελέσουν για τα βαριά τους εγκλήματα, συνήθως προδοσία. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο διχάστηκε. Οι αρχαιολόγοι ψήφισαν υπέρ του αποχαρακτηρισμού και οι αρχιτέκτονες και οι τεχνικοί εναντίον. O Πρόεδρος του Συμβουλίου, Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Πολιτισμού, χρησιμοποίησε τη διπλή ψήφο του για να γίνει ο αποχαρακτηρισμός. Μου κάνει εντύπωση η στάση των αρχαιολόγων, γιατί στο παρελθόν ενεργούσαν αλλιώς, υπέρ των αρχαίων. Θα σας υπενθυμίσω ότι το 1975, όταν η τότε κυβέρνηση δημοσίευσε τον νόμο 159 με τον οποίο επιτρεπόταν η εγκατάσταση ναυπηγείων, χαλυβουργείου και εργοστασίου τσιμέντων στην Πύλο, οι Έφοροι των Αρχαιοτήτων που αποτελούσαν μέλη του Συμβουλίου παραιτήθηκαν από αυτό με την αιτιολογία ότι «η εις το Αρχαιολογικόν Συμβούλιον συμμετοχή δημιουργεί πλέον δι’ ημάς, ως ειδικούς επιστήμονας και υπαλλήλους εντεταλμένους δια την προστασίαν και διαφύλαξιν των μνημείων της Εθνικής Κληρονομίας, ηθικόν θέμα και σύγκρουσιν καθηκόντων».

     Τι συνέβη και οι αποχαρακτηρισμοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον; Έχασαν με τον χρόνο τα μνημεία και οι τόποι τη σημασία τους ή ξεθώριασαν οι νόμοι; το δεύτερο συμβαίνει. Κάποτε οι νόμοι είχαν ζωή και μπορούσαν να μιλήσουν και να ελέγξουν τους ανθρώπους. Θυμάστε πως όταν προτάθηκε στον Σωκράτη, που βρισκόταν στο δεσμωτήριο, να αποδράσει, εκείνος είπε στον μαθητή του Κρίτωνα ότι ει μέλλουσιν ημίν ενθένδε είτε αποδιδράσκειν, είθ’ όπως δεί ονομάσαι τούτο, ελθόντες οι νόμοι και το κοινόν της πόλεως επιστάντες έροιντο· «Ειπέ μοι, ω Σώκρατες, τι εν νω έχεις ποιείν; άλλο τι ή τούτω τω έργω ω επιχειρείς διανοή τους τε νόμους ημάς απολέσαι και σύμπασαν την πόλιν το σόν μέρος; (Κρίτων 50a-b: Υπόθεσε ότι ενώ ετοιμαζόμαστε να αποδράσουμε από εδώ, ή όπως αλλιώς θα μπορούσε κανείς να το ορίσει, το μάθαιναν οι Νόμοι και μαζί με το Δημόσιο Συμφέρον έρχονταν και μας έκαναν τούτη την ερώτηση: «Πές μου Σωκράτη, τί σκοπεύεις να κάνεις; κάτι άλλο, ή μ’ αυτό που επιχειρείς σκέπτεσαι εμάς τους Νόμους να μας καταστρέψεις και μαζί ολόκληρη την Πολιτεία;»).

Το έγγραφο της παραίτησης των Εφόρων Αρχαιοτήτων
μελών του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (7 Νοεμβρίου 1975)

     Αλήθεια πότε εφαρμόζονταν οι νόμοι; Όταν χαρακτηριζόταν κάτι ως άξιο προστασίας ή όταν αποχαρακτηρίζεται και κατεδαφίζεται; τα θεωρούμενα από το Κράτος ως μνημεία έχουν μόνιμη, σταθερή, αξία ή διατηρούνται μόνο όσο ένα νέο αρχιτεκτόνημα δεν έρχεται να τα σαρώσει για ν’ αναδειχθεί εκείνο;

     Το μουσείο είναι πραγματικότης, υπάρχει και θα χρησιμοποιηθεί. Tα καλλιτεχνήματα που περιέχει εγκατέλειψαν την Ακρόπολη, μέσα σ’ έναν ορυμαγδό διαφημιστικής υστερίας για τους χώρους του Μουσείου, για τα διάφανα δάπεδά του, για τον τρόπο του εκσφενδονισμού των αρχαίων από τον Βράχο, με τρεις πάντα γερανούς, για τον χρόνο της διαδρομής του κάθε κιβωτίου, για την ακρίβεια της μετακίνησης, με όποια έννοια θέλετε της λέξης ακρίβεια, για τις φαεινές εμπνεύσεις που καθοδηγούν το εγχείρημα. Υπήρξε δημοσιότης που έπεισε τον κόσμο πως ό,τι έγινε ήταν η μόνη, η τέλεια λύση.

     Τα έργα τέχνης του νέου μουσείου που βρέθηκαν όλα στον Βράχο, δεν είχαν αφήσει το χώμα του από τη στιγμή που γεννήθηκαν. Δεν άφησαν την Ακρόπολη ούτε κατά τον πόλεμο για να κρυφθούν. Μερικά μάλιστα όλον τον πόλεμο, όλη την Κατοχή και τα Δεκεμβριανά έμειναν ακάλυπτα στο παλιό Μουσείο, δαιμόνια του Βράχου και της πόλης, χωρίς να χάσουν το χαμόγελο της εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους κι όταν ακόμη ξένοι εισβολείς ή σύμμαχοι συμπολεμιστές τους φέρονταν καταφρονητικά. Είχαν γνωρίσει τα ακίνητα αυτά αρχαία την αγάπη των παλιών αρχαιολόγων, εκείνων που τα βρήκαν και τα σεβάστηκαν ως μνημεία του παρελθόντος. Οι σημερινοί διαχειριστές των αρχαίων φοβούμαι πως τα βλέπουν όπως οι πολιτικοί.

     Πριν κλείσω τον λόγο μου πρέπει να σας διευκρινίσω, ότι η Εταιρεία κατανοεί τις ανάγκες του τόπου και έχει συντελέσει όσο κανείς άλλος στην επιστημονική έρευνα του παρελθόντος μας. Επί 171 χρόνια διέθεσε τις δυνάμεις της σ’ αυτόν τον σκοπό. Ερευνούσε, αποκάλυπτε, συντηρούσε, αναστήλωνε, δημοσίευε αμισθί και συνεχίζει. Έχει κάθε λόγο και κάθε δικαίωμα να νοιάζεται για την τύχη εκείνων που έφερε στο φως. Μέσα στο Συμβούλιό της εξακολουθούν να παρίστανται ο Ρός, ο Πιττάκης, ο Σταματάκης, ο Καββαδίας, ο Ορλάνδος και ο Μηλιάδης. Θα συμφωνήσετε, πιστεύω, ότι ο δρόμος που μπορούμε να ακολουθήσουμε είναι ένας μόνο.

EΠIΣΗΜΕΙΩΣΗ

     Τα όσα δημοσιεύτηκαν στον Τύπο μετά την 20 Δεκεμβρίου υπήρξαν η αιτία έκδοσης μιας ανακοίνωσης που υπέγραψαν 13 τακτικά και 10 αναπληρωματικά μέλη [του ΚΑΣ] όπου σημειώνεται πως «το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δεν είναι κατευθυνόμενο όργανο εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων κανενός». και πως τα «ανυπόστατα σχόλια» έχουν ως στόχο να «τρωθεί ένας διαχρονικός θεσμός ανάδειξης και προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς» (Ελεύθερος Τύπος 28 Δεκεμβρίου 2007, σ. 4). Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύτηκε στον Τύπο ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων όπου μεταξύ άλλων λέγεται ότι «η εκάστοτε πολιτική ηγεσία πιεζόμενη από μικροπολιτικά αλλά και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που σχετίζονται με την εκμετάλλευση της γης κι όχι μόνο, συστηματικά επιχειρεί να ποδηγετεί την Αρχαιολογική Υπηρεσία και τα θεσμικά της όργανα... » (H Καθημερινή 10 Ιανουαρίου 2008, σ. 15· Ριζοσπάστης 11 Ιανουαρίου 2008, σ. 23. Βλ. και The Times του Λονδίνου της 9 Ιανουαρίου 2008, άρθρο του John Carr).


Μεταφορά των αρχαίων του Μουσείου Ακροπόλεως
στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως


Δεκέμβριος 1944, βράδυ. Μουσείο Ακροπόλεως. Στρατιώτης διαβάζει
ακουμπισμένος σε έναν πληγωμένο Γίγαντα, κάτω από το βλέμμα της Αθηνάς.
Dmitri Kessel, Ελλάδα του 1944 (Άμμος 1944) εικ. 92




Δεκέμβριος 1944, βράδυ. Μουσείο Ακροπόλεως. Στρατιώτες διαβάζουν
κάτω από τον Ηρακλή που δαμάζει θαλασσινό δαίμονα.
Dmitri Kessel, Ελλάδα του 1944 (Άμμος 1944) εικ. 93.
Επάνω υδατογραφία του Émile Gilliéron.




Δεκέμβριος 1944, βράδυ. Στρατιώτης καθαρίζει το όπλο του
κάτω από τα αδιάφορα βλέμματα του τρισώματου δαίμονα.
Dmitri Kessel, Ελλάδα του 1944 (Άμμος 1944) εικ. 94.
Επάνω υδατογραφία του Émile Gilliéron.


 
τον φάκελο "κίνηση ιδεών"
     τον διαβάσανε:

       
 
αριθμός επισκεπτών