Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΦΑΝΙΤΣΙΟΣ

του Τάσου Πορφύρη

Ένα ποίημα του Βασίλη Φανίτσιου

"Φασίστες λυσσασμένοι στο Ζαγόρι!"

 

Με αφιέρωση στον Τάσο τον Πορφύρη

στο καλό παιδί  τ΄ άξιο παλληκάρι

που νίκησε το μπούρμπουνα

κι τ’ πήρε το κουβάρι !

 

Αθήνα

3-6-1958

ο Βασίλης ο Φανίτσιος  

 

σε pdf εδώ



  ο Βασίλης ο Φανίτσιος  

Ο Άνθρωπός μας κατέβαινε την Πανεπιστημίου, προς την Ομόνοια. Έστριψε δεξιά προς τον περίβολο της Εθνικής (Βαλλιανείου) Βιβλιοθήκης και έκατσε να ξαποστάσει στο πρώτο σκαλί της, αποθέτοντας το σκόπι και την μεγάλη βαλίτσα που κουβαλούσε μαζί του, πλάι του. περιστέρια πετούσαν γύρω του γνωρίζοντας πού θα τα φιλέψει ψίχουλα όπως κάθε φορά που περνούσε από κει. Οι τσέπες του γιομάτες σουσάμια και ψίχουλα από τα κουλούρια «Θεσσαλονίκης» που κατανάλωνε κάθε μέρα να ξεγελάσει την πείνα του. Σιμίτια τα έλεγε. Έκανε χάζι τα πετούμενα καθώς τσιμπολογούσαν και γουργούριζαν. Τρεις νοματαίοι σενιαρισμένοι -κουστούμια στην τρίχα κι ατσαλάκωτα, γυαλισμένα σκαρπίνια, εντυπωσιακές γραβάτες και φρεσκοξυρισμένοι- περνούσαν σε ευθεία γραμμή από μπροστά του προς την Ομόνοια. Ο ένας, ο πιο εύσωμος, κοντοστάθηκε και του φώναξε:

_ Βασίλη!

_ Ε ορέ, απάντησε ο Βασίλης.

_ Τι κάνεις Βασίλη; ρώτησε μ’ ενδιαφέρον ο τύπος.

_ Τι να κάνω για! Πουλάω χρειαζούμενα.

_ Τι σόι χρειαζούμενα;

_ Ρολόγια, ξυπνητήρια, του χεριού, γραβάτες κι αντρικές κάλτσες «Πουρνάρα».

Κουβεντιάζοντας, η συντροφιά τον είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής.

_ Για να δω.

Ο Βασίλης άνοιξε την βαλίτσα · φάνηκε το εμπόρευμα που είχε περιγράψει, τακτοποιημένο με χαρτονένια χωρίσματα. Ο …ευτραφής απευθύνθηκε σε έναν από τους συνοδούς του:

_ Γιώργο, πετάξου κι αγόρασε ένα βαλιτσάκι ή μια τσάντα · θα σε περιμένουμε. Ύστερα βάλθηκε να διαλέγει: 2 ρολόγια ξυπνητήρια, 2 χεριού, 2 γραβάτες και 6 ζευγάρια κάλτσες.

_ Πόσο κάνουν Βασίλη;

_ Στάκα να δούμε τι θα γράψει η μαυρομύτα. Έβγαλε ένα μπλοκ από την τσέπη του, σάλιωσε το μελανί μολύβι κι άρχισε να γράφει:

2 ξυπνητήρια            x 50 = 100 δρχ.

2 ρολόγια χεριού      x 25 =   50 δρχ.

2 γραβάτες              x 40 =    80 δρχ.

6 ζευγάρια κάλτσες x 25 = 150 δρχ.

                       Σούμα          480 δρχ.

_ Πάρε ένα πεντακοσάρικο, κράτα τα ρέστα και κάνε μου μια χάρη: έλα να με βρεις στο Υπουργείο όποτε μπορέσεις, με τη βαλίτσα βέβαια · θα σου έχω έτοιμους πελάτες.

_ Ώρα καλή και σ’ ευχαριστώ. Για μια στιγμή σάστισε · ύστερα του φώναξε καθώς είχε ξεμακρύνει λίγο:

_  Ε ορέ ποιος είσαι του λόγου σου;

_ Ο Λαμπρίας, Βασίλη, ο Τάκης ο Λαμπρίας · ο μαθητής σου τον καιρό της τυπογραφίας, με τα στοιχεία από αντιμόνιο.

Αυτά μου μολόγησε ο Βασίλης όταν μεσημέρι έφτασε στο μαγαζί, κάθισε στο μοναδικό κάθισμα που είχαμε -ένεκα έλλειψης χώρου- κι απίθωσε τη βαλίτσα και το σκόπι πλάι, κατά το συνήθειό του, αναστενάζοντας.

_ Τι ήταν αυτό που ’παθα ο μαύρος; Δεν νογάω ίτσιου τίποτα. Φλετούρισε το μυαλό μου ντιπ κατά ντιπ!

Ο Βασίλης πλησίαζε τότε τα 70 χρόνια. Έμενε στο δώμα του ξενοδοχείου «ΣΕΣΙΛ» της οδού Αθηνάς. Μια ξυλόσομπα έκανε υποφερτή τη διαμονή του τον χειμώνα και το καλοκαίρι ένας μικρός ηλεκτρικός ανεμιστήρας. Ένα μόνον δωμάτιο μ’ ένα μικρό γραφείο, ένα κρεβάτι μονό και μια συσκευή πετρογκάζ. Ένα κούτσικο WC με ντους κι έναν λιλιπούτειο νιπτήρα. Ένα ραδιοφωνάκι μπαταρίας πλάι στο κρεβάτι κι όχι τόσο για τις ειδήσεις αλλά περισσότερο για την κομπανία του Τάσου του Χαλκιά και των άλλων δεξιοτεχνών κλαριντζήδων. Οι τοίχοι του δωματίου εξαφανίζονταν, δάση, ποτάμια, λιβάδια με κοπάδια εξαφάνιζαν τη μίζερη ταράτσα κι όλη την πόλη. Μα για λίγο. Πάλι το δωμάτιο με επιπλέον ένα ράφι πάνω από τον μαρμάρινο νεροχύτη όπου μια κατσαρόλα, ένα τηγάνι, ένα μπρίκι, ένα βαθύ πιάτο κι ένα ρηχό, δυο τσιάφκες για τσάι, δυο φλιτζάνια του καφέ και δυο νεροπότηρα. Και στο σιάδι ένας τενεκές μέλι απ’ το χωριό. Τα μεσημέρια, αν είχε χρόνο, μαγείρευε να φάει · αν όχι, πήγαινε σ’ ένα μαγειρειό στην οδό Ευριπίδου και το βράδυ περνούσε απ’ το γαλατάδικο της γωνίας, έπαιρνε ένα κεσέ γιαούρτι πρόβειο μαζί του και πήγαινε να το γευτεί σπίτι του προσθέτοντας ένα κουτάλι σούπας μέλι ανακατεύοντάς το σιγά-σιγά. Έκοβε και μια φέτα ψωμί και νάτο το βραδινό · λιτό, βιταμινούχο και χωνευτικό, με ύπνο του δικαίου, διάρκειας οκτώ ωρών.

Ήταν μανιώδης συλλέκτης βιβλίων κυρίως λογοτεχνικών. Τις Κυριακές, πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στο Μοναστηράκι. Ούτε λόγος να τα φυλάξει στο δώμα. Είχε καταφέρει να βρει τον 1ο όροφο ενός παλιού μονώροφου σπιτιού στην οδό Παλλάδος αρ. 2 -σε μια πάροδο της οδού Αθηνάς-. Η πόρτα του σπιτιού παλιά σιδερένια · γερή. Αμέσως μόλις την άνοιγες, ένα μικρό χωλ  2x2, δεξιά το μοναδικό μαγαζί του ισογείου -ένα ραφτάδικο- κι αριστερά η ξύλινη πλατύσκαλη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Δυο μικρά δωμάτια, το ένα έβγαινε στο μικρό μπαλκόνι μ’ ένα μικρό μεταλλικό τραπέζι και μια ψάθινη καρέκλα. Είχε και δυο γλάστρες με κόκκινα γεράνια. Μια μικρή -κούτσικη- κουζίνα κι ένα μικρό WC. Είχε φέρει έναν μαραγκό και γέμισε ράφια για βιβλία όλα τα δωμάτια κι όλους τους διαδρόμους. Εκτός από την κουζίνα και το WC.

Στον ράφτη είχε παραγγείλει δύο μεγάλες τσάντες από καραβόπανο για να σηκώνουν βάρος. Τα βιβλία ήταν και είναι ασήκωτα. Αυτές τις τσάντες γέμιζε τα Σαββατοκύριακα στο Μοναστηράκι. Ανέβαινε με κόπο τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας. Σταματούσε σε κάθε σκαλί να πάρει δυνάμεις. Το σπίτι ανήκε στην Μονή Πετράκη και το νοίκι ήταν αρκετά φτηνό. Δυο φορές το χρόνο πήγαινε στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα στον λογαριασμό της Μονής. Τον καιρό που έλειπε στο χωριό -αρκετούς μήνες- έγραφε στον αδερφό μου Λευτέρη και σε μένα να του πληρώσουμε το νοίκι. Από το αρχείο του αδερφού μου Λευτέρη, είναι το γράμμα που ακολουθεί. Έγραφε σε μονοτονικό, πολύ πριν καθιερωθεί επίσημα.

     Αντιγράφω:

Λιασκοβέτς 28.9.1977

Γεια σας Σολνούς Σας!

Τάσιο! Λεφτέρη!

                        Μαζί με τις φαμπίλιες Σας!

Κι αν είναι αυτού κι ο Πατερούλης σας Γεια του και χαρά του και αφτνού και της Μανούλας Σας.

Μάνα! και τι δε λέει αφτή η φωνή.

Εγώ παιδιά τάκανα θάλασσα φέτος! Με πάινε ο καιρός κόντρα πολύ, βράχηκα, κρύωσα! Πούντιασα! 1 μονάχα που δεν ψόφ’σα ακόμα. Ήρθα στο χωριό από προχτές 24-9-77.

Ας ελπίζω να μην ψοφήσω!

Κι τώρα μια αγγαρεία! αν θέλετε θα σηκωθεί ένας σας να κάνετε έναν κόπο και μια χασομέρια. Σας να πάτε ως το σπίτι· Παλλάδος 2. Καλά θάναι να πάτε ’ν ώρα που είναι τα μαγαζιά ανοιχτά. Κι θα κοιτάξτε κι θα ρωτήσετε τι κάνει ο Σταύρος μου  2.  Κι αν τον βρείτε εκεί ακόμα καλύτερα. Αφτός δουλεύει στην οδό Αριστείδου στο β΄ πάτωμα. Είναι μια εταιρεία από παιδιά Ζαγορίσια εκεί. Αν τόχετε το τηλέφωνο πάρτε τον κι πέστε τον:

Γιατί δεν μου έγραψε;

Εγώ τούστειλα 2-3 γράμματα από τα Γιάννενα!

Αν δεν τον ανταμώσετε αφτού ρωτήστε:

1)    Το μαγαζί που είναι στη γωνία από κάτω, ρωτήστε τον πατριώτη μας τον μαγαζάτορα το Σιουγκάρη!

2)    Ρωτήστε και τους ραφτάδες να σας πουν πιο πολλά για το Σπύρο

3)    Φέβγοντας εγώ απ’ αφτού άφ’κα εκεί και τον Τάσιο 3  Βώρη με τη φαμπελιά του που ήρθαν απ’ τη Ρωσία. Η γυναίκα του η Λιούμπα δεν ξέρει ρωμέικα μα κάτι θα καταλάβετε… Είναι ανιψίδια μου.

Κι άμα πάτε και μάθετε ό,τι κι όσα μάθετε κάτσε και γράψτε τα, αφτός που θα πάει απ’ τι Σας.

Σας βάνω σε μεγάλο μπελιά για δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς.

Πρέπει να μάθω και να ξέρω τι κάνει ο Σπύρος, κι γιατί δε μου γράφει ένα μήνα τώρα.

Εγώ παιδιά κάθομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι κι δίχως φωτιά γιατί ποιος θα μου φέρει ξύλα. Αφτά! Χάλια! πάει το νοικοκυριό μας. Αν δεν ψοφήσω θα γυρίσω κάποτες κι νάστε όλοι σας καλά κι μια χαρά! Γεια σας.

Καρτερώ γράμμα Σας με λαχτάρα κι μ’ αγάπη κι χαρά Μεγάλη!

Ο Βασίλης ο Φανίτσιος        

28-9-77        

  Περισσότερα για τον λογοτέχνη Τάσο Πορφύρη

Ένα ποίημα του Βασίλη Φανίτσιου «Φασίστες λυσσασμένοι στο Ζαγόρι!»

Από το βιβλίο του (όπως μας το έδωσε ο Τάσος Πορφύρης, σε εικόνες)


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
αριθμός επισκεπτών