Τάσου Πορφύρη

      

        ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ

   

                 εννέα ποιήματα   

  

  

 

  

  

  

  

  

                                                         (1) ΘΥΣΙΑ

                                                                                                Μνήμη Βασίλη Δελλάρη

 

Τώρα που το σκέφτομαι δεν χρειάστηκαν πολλά πράγματα

Για να μετακομίσεις στην ιστορία. Ένα μικρό χωριό εξακοντισμένο

Στα σύνορα, εγκαταλελειμμένο στη μοίρα του, νύχτες με

Χαμηλωμένα αστέρια να κουβεντιάζεις μαζί τους κι αστραπές.

Λευκές νύχτες να δείχνουν το δρόμο στις ζαλωμένες πολεμοφόδια

Μανάδες, άφησες όνειρα κι αγάπη στη μέση:

 

«κι η νύφη που θα ’ρχότανε σε βλέπει στ’ όνειρό της».

 

Γιατί η χρεία χτυπούσε το μάνταλο της εξώπορτας ανυπόμονη,

Το δεντράκι - η δρυς- που έγειρες ψήλωσε άπλωσε κλωνάρια

Σκεπάζει το κοπάδι σκίζει το σκοτάδι, σιέται και λυγιέται

Όταν το κλαρίνο τ’ ανέμου τού παίζει έναν συρτό Πωγωνήσιο.

 

 

  

Ο λοχίας Βασίλης Δελλάρης από τον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου σκοτώθηκε τις πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού πολέμου, υπερασπιζόμενος τα πάτρια εδάφη στη μάχη της Βήσσιανης.

Ο στίχος σε εισαγωγικά είναι του ποιητή Βασίλη Καραφύλλη (Άνθου Πωγωνίτη) από το ποίημά του: «ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΕΛΛΑΡΗΣ» που περιλαμβάνεται στη συλλογή του: «Καρτερώντας τον ήλιο», στη σελίδα 16.

    

***************************************************

(2) ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΤΟ

 

Σ’ αναθυμιέμαι ντυμένη μ’ ένα κίτερο κοντό φουστάνι

Να στρίβεις και να χάνεσαι στου κατωδρόμου τη γωνιά

Ολάκερη η κούτσικη καρδιά να τρέμει να πονά

Και να μην βρίσκεται κανένας την πληγή να γιάνει

 

Να ’ναι Κατοχή και να ’ναι η ζωή μου δίχως σου ερημιά

Να σου γράφω με -από φλούδες κάχτας- καφετιά μελάνη

Και να σκοντάφτω σε ακαταδεξιάς την παγωνιά

Με την ψυχή μου ξέφραγη -σιάδι και μεϊντάνι-!

 

Να ’χω στο νου μου πότε τους κλώνους σου θα χαμπηλώσεις

Για να χαθώ στης πράσινης φυλλωσιάς την αγκαλιά

Για τα λεϊμόνια που κρύβεις και κρατάς ώσπου να μεγαλώσεις

 

Και το τραγούδι να σπάει σε λυγμούς ανάμεσα άνθια και κλωνιά

Να σέρνεται -πιστό σκυλί- ξοπίσω σου ελπίζοντας να νιώσεις

Πως το ’χες σκλάβο σου· κι αχ μωρή κοντού- μωρή κοντούλα λεϊμονιά!

 


***************************************************

 

(3) ΓΟΡΜΟΣ - ΔΩΔΩΝ

                                                                                                            Μνήμη Κώστα Κοντούλη

                                          Ι

 


 

Αφήνοντας πίσω μου λόφους με κρανιές γράβους και το

Κόνισμα τ’ Αϊ-Βασίλη στις θεόρατες βελανιδιές ανάμεσα

Κατηφόριζα ανάλαφρος προς το ποτάμι ένιωθα πίσω μου

Τους προγόνους να με ακολουθούν αν γύριζα απότομα θα

Τσάκωνα τον ουρανό να χαμογελάει και τα δάκρυά τους

Ένα με την πρωινή δρόσο στην άνοιξη των θάμνων

Χαμένος ανάμεσα στη μεγάλη τωρινή μοναξιά και στην

Αλλοτινή πολυάνθρωπη μνήμη οδηγημένος από το κάλεσμα

Του ποταμού που τάραζε τον ύπνο μου στην πόλη και

Τώρα αδημονεί να παρηγορήσει το ρημαγμένο κορμί μου.

 

                                         ΙΙ

 

Αυτό το ποτάμι που αχολογάει τον χειμώνα κελαηδεί

Την άνοιξη και το καλοκαίρι πριν καμουφλάρει το κορμί του

Με βότσαλα και κορμούς δέντρων στέλνει τις πέστροφες στις

Πηγές του ή τις προστατεύει στις Βησσανιώτικες βρύσες και

Στους Αγιούς αυτό που μας έζησε στην Κατοχή ωριμάζοντας

Ζαρζαβατικά κι αραποσίτι και που τώρα ποτίζει τα όνειρά μας

Είναι ο αρχαίος πολεμιστής Δώδωνας γιος του Δωδωναίου Δία

Και της Ευρώπης υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια κι αναρωτιόμουν

Γιατί το ’σκαγα τα καλοκαίρια από το σπίτι και τον αντάμωνα

Η καλύβα που έχτιζα στον όχτο του μποστανιού για να κοιμάμαι

Εκεί μην τυχόν και μου κλέψουν το περιβόλι ήταν μια πρόφαση

Το ψάρεμα με την απόχη με σουλπί ή με πλεμάτια ήταν επίσης μια

Πρόφαση για να τον ανταμώνω να δροσίζομαι και να υπάρχω

Ο καθείς και το ποτάμι του και το βουνό του θα συμπλήρωνα.

 

 ***************************************************

   

(4) ΠΛΗΓΗ

                                                                                                Μνήμη Κωνσταντίνου Πορφύρη

  

Τα μούντζωσες όλα και έφχες για το χωριό

Έχεις θαρρώ τον Παράδεισον ακέραιο

Εδώ λογαριασμοί να σε σκών’ οριό

Άσε το μπετόν το νέφος και το καυσαέριο.

 

Όλο παιδεύονται του κόσμου οι σοφοί

Ν’ αλλάξουν τη ζωή μας προς το καλύτερο

Όμως των σπιτιών συνέχεια χαμπλών’ η οροφή

Και το πεζοδρόμιο όσο πάει κοντύτερο.

 

Χιόνια στα δέντρα χιόνια στα μαλλιά

Και στα παλιά σου χρόνια τώρα χιόνια

Θυμάσαι που γύριζες μεσάνυχτα απ’ τη δουλειά

Και σταματούσες για σαλέπι στην Ομόνοια;

 

Τώρα πλαγιάζεις πλάι στη φωτιά Πατέρα

Κι οι μέρες σου όλες ξάχλιασμα και σκόλη

Οι βροχές σε ξεπλένουν απ’ τη λέρα

Που απόχτησες δουλεύοντας στην πόλη.

 

Σε θυμούνται και ρωτούν οι φίλοι

Γράφει ο πατέρας σου ρε Τάσιο;

Αχ να ’κοβα με κόσσα το τριφύλλι

Και ν’ αγναντεύω το μεγάλο δάσο.

 

Το δειλινό που παίρνουν τα δέντρα του φωτιά

Τη νύχτα που το νανουρίζει το ποτάμι

Να με κρατά ξάγρυπνο του ελαφιού η ματιά

Και το φυσίγγι να σκουριάζει στη θαλάμη.

 

Μνήμη π’ ανθίζεις στην κάψα του καλοκαιριού

Αγόρι μου που χάνοσουν ολημερίς στον κάμπο

Κράτα ανοιχτή την πόρτα του καλοκαιριού να

Ξεντυθώ τα χρόνια μου για να μπορέσω να ’μπω.

  

***************************************************

    

                                                                 (5) ΜΝΗΜΕΣ

                                                                                                  Κωνσταντίνος Πορφύρης (1903-1983)

                                                                                                 Δημήτριος Πορφύρης (1907-1977)

                                                              Ι

Ανάσαινε ήρεμα καθώς λειμώνες οδηγούσαν κοπάδια στην περιοχή

Του ύπνου του ξάφνου ερπυστριοφόρα ξεφυτρώναν από τις γραμμές

Των οριζόντων πέφταν πάνω στα ετοιμόγεννα ζωντανά κι άφηναν

Πίσω τους ένα τοπίο αποκαλύψεως ξυπνούσε ουρλιάζοντας από παντού

Τον έδιωχναν τα κτίρια τον παίζαν μπάλα από πόρτα σε πόρτα και τον

Άφηναν στο έλεος των τροχοφόρων τα δάση παίρναν φωτιά μόλις που

Προλάβαινε να γλιτώσει μαζί με τα ερπετά και τ’ αγρίμια και τα

Ψηλά βουνά τα σκάβαν τεράστια κομμάτια μαρμάρου βγαίναν στο φως

Κι αλλάζαν χρώμα τα πριονίζαν τα γυαλίζαν στολίζαν τα γραφεία και

Τους τάφους τους δεν ήξερε πότε ήταν ζωντανοί και πότε πεθαμένοι

Έκτοτε πλάγιαζε με μια χούφτα καρύδια στο προσκεφάλι για το

Ζευγάρι τα σκιουράκια π’ ανεβοκατεβαίναν στη βελανιδιά και δεν

Λέγαν να ξεκολλήσουν απ’ τ’ όνειρό του.

 

                                                          ΙΙ

Οι ομόκεντροι κύκλοι στον κομμένο κορμό της βελανιδιάς δεν ήταν τα

Χρόνια της τα δικά σου ήταν τα μαύρα χρόνια της ξενιτιάς και της

Απόγνωσης τα κούτσικα που αρρωσταίναν και παραμιλούσαν στον

Ύπνο τους «τι να σου στείλω γιόκα μου εκεί στα ξένα πούεισαι

Σου στέλνω μήλο σέπεται κυδώνι μαραγκιάζει» η φωνή σκόνταφτε σε

Λυγμούς το βλέμμα στα βουνά έφτανε σούρουπο η λάμπα στο μαγειρειό

Αναμμένη όπως και τότε η μυρωδιά από φρέσκο ψωμί ξεχυνόταν στην

Αυλή η φαμπίλια γύρω-γύρω στο σοφρά και χιλιάδες αστέρια πάνω από

Το σπίτι έτσι να ’κανες με το χέρι σου χάιδευες τη Μεγάλη Άρκτο θα

Ξυπνήσω χαράματα για το ποτάμι σκεφτόσουν και θα δουλεύω στο

Μποστάνι όλη μέρα ακούγοντάς το ο βήχας έσπαγε κρύσταλλα στο στέρνο

Αίμα έβαφε το άσπρο σύννεφο στον ουρανό σου η Αδελφή τρέχοντας για

Τον εφημερεύοντα γιατρό και το ποίημα αγκαλιά στο διάδρομο με τους

     Στίχους του· απαρηγόρητο.

                                                     ΙΙΙ

Αφήστε τον αγκαλιά με τα δέντρα τα ψηλά βουνά και τα ποτάμια που

Διασχίζουν τ’ όνειρό του καθώς οι μυρωδιές του δάσους εξερευνούν

Τους κουρασμένους πνεύμονες καθυστερώντας την εκπνοή ώσπου να

Φτάσουν στις απόμακρες γωνιές εκεί όπου η πόλη είχε αποθέσει τα

Απόβλητά της αφήστε τον να τρυγάει τη βατομουριά συντροφιά με την

Καφετιά αρκούδα κι ύστερα σκύβοντας για νερό στον Βοϊδομάτη

Ο κυνηγός την κρίσιμη ώρα παθαίνει έμφραγμα κατρακυλώντας στο γκρεμό

Πουλιά φτεροκοπάν τρομαγμένα αναστατώνοντας την κοιλάδα σύννεφα

Περίεργα χαμηλώνουν κι ένα αεράκι ξεκινώντας απ’ την περιοχή της

Σαρμανίτσας χώνεται στο δάσος και σέρνει το χορό με τις βελανιδιές.

 

 ***************************************************

    

                                                               (6) ΒΗΣΣΑΝΗ

Μνήμη Χριστόφορου Χρηστίδη                            

 


 

Σύννεφα στο Πάπιγγο και στη Νεμέρτσκα και στα Ντούσκα αντάρα

Αφήνοντας σταγόνες στα κλαριά των δέντρων στραφταλίζοντας

Στις πρώτες αχτίνες του ήλιου κρανιές με κόκκινα φωτάκια

Φέγγουν στα μονοπάτια βατομουριές με αιμάτινα τόξα πάνω από

Καταρράχτες κάτω στην ποταμιά στις «βρύσες» ο λαγός αφήνει

Το γιατάκι του για νυχτερινές περιπλανήσεις οι πιθαμιάρηδες

Χαίρονται τις ανοιξιάτικες οβίρες του Γορμού κι ο Πλάτανος

Στο χοροστάσι κρατούσε το ίσο κουνώντας ανεπαίσθητα τα φύλλα του

Στο κλαρίνο του Κουλού που ακουγόταν αχνά από τα πέρατα καθώς

Έφτανε στις όχθες του Αχέροντα βαρώντας ένα μοιργιολόι να σε

Προϋπαντήσει Χριστόφορε ο κόσμος συνεχίζει όπως κάθε μέρα

Κι υπάρχει επειδή υπάρχουμε και τον χαιρόμαστε όπως υπήρξες

Όπως χώρεσε στα στήθια σου ο καημός και στο βλέμμα σου η

Βήσσανη -ακριβή ερωμένη- σε τούτον και στον άλλο κόσμο.

 

 **************************************************

 

(7) ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

 

Ανοιχτή πεδιάδα μεσοκαλόκαιρο. Μαύρο ατελείωτο φίδι ο δρόμος, με το κεφάλι στο γιοφύρι του ποταμού και την ουρά χαμένη στον ορίζοντα. Ένα άσπρο δρομάκι αριστερά, ξεκινώντας απ’ τα τελευταία σπίτια του χωριού -στα ριζά του λόφου-, ανταμώνει τον αμαξωτό κάπου στη μέση της πεδιάδας. Εκεί πριν από τη σμίξη μια θεόρατη βελανιδιά μονάχη -συντροφιά με τον ίσκιο της-, για τους αποσταμένους.

Η οικογένεια βουβή προσμένοντας το λεωφορείο. Αλαφιασμένα βλέμματα στο άκουσμα της μηχανής. Αν τους κοίταζες από μακριά δεν θα ξεχώριζες κορμιά, ώσπου ο πατέρας αποσπάστηκε και βάδισε προς το αυτοκίνητο. Η Μάνα με τα παιδιά φιγούρες σκαλισμένες σε πέτρα, ζωντανό μνημείο ένα με το ηπειρώτικο τοπίο κι όταν ακόμα χάθηκε το λεωφορείο. Ένα γεράκι ακίνητο ψηλά στο γαλάζιο κι ένα μοιργιολόι στην καρδιά της Μάνας.

 

 ***************************************************

(8) ΣΤΕΡΝΑ

 

Τώρα έρχεται νερό από το βουνό, το ποτάμι ή τη γεώτρηση. Άφθονο νερό τρεχούμενο και κρύο. Το δίκτυο διανομής καινούργιο χωρίς προβλήματα. Οι στέρνες περνούν τις στερνές τους στιγμές;

Κάτι πονάει στο στέρνο.

Ποιος θα μ’ άκουγε αν έλεγα:

Καθαρίστε τις, πλύντε τις, επισκευάστε τα λούκια, στην ανάγκη αλλάξτε τα, ν’ ακούγεται το νερό καθώς κατρακυλάει από τον τσίγκο, τα κεραμίδια, την πλάκα, μέσα τους. Όταν δε κάνει σεγκόντο στο μονόλογο των αναμμένων κούτσουρων στο τζάκι, με το χιόνι ένα μπόι στην αυλή -τι ανασκαλεύω τώρα;-, πρόκειται για ευτυχία δίχως όρια.

Γεμίστε τον σιούκλο κι αφήστε τον να χτυπήσει όσες φορές αντέχετε να ακουστεί στο χώρο τους· ευχαριστώντας τες.

Πίνετε απ’ το νερό τους· έχει μέσα Ουρανό.

Λουστείτε με το νερό τους· τα μαλλιά σας θα φεγγίζουν από φεγγαρόσκονη.

Προσκυνήστε για το ύδωρ· το ήμισυ του παντός και αφήστε στη στρίκα, το τσίγκινο πιάτο γεμάτο γάλα για το φίδι· μην πεινάσει και χαθεί και μείνει η στέρνα χωρίς τον φύλακά της.

  

***************************************************

(9) ΟΙ ΣΚΙΕΣ

 


 

Πενήντα χρόνια και το ποτάμι είν’ εδώ

Συντροφιά με τις κλαίουσες ιτιές και τις

Πέστροφες εδώ κι εγώ Ιούνιο μήνα

Με την κορφή της Νεμέρτσκας χιονισμένη εδώ

Κι η αγάπη μου κι από κοντά οι σκιές μας

Εκλιπαρώντας ένα βλέμμα λαχανιάζοντας στην

Ανηφόρα ελπίζοντας σε μια καλοκαιριάτικη

Μπόρα να φωλιάσουν μέσα μας αγρίμια που

Κατασπάραξαν τη νιότη μας γιατί πάντα

Έβρεχε στην Πατρίδα και τώρα αποσύρονται

Στην πιο σκοτεινή μεριά του δάσους να βρούνε

  Μια φωλιά να ξαποστάσουν.

   περισσότερα για τον ποιητή

     

 
αριθμός επισκεπτών