Ποίηση και φιλοσοφία:  

Από το μη ον στην ομιλούσα μορφή.

Του Νίκου Σταμάτη
ομιλία από το Συνέδριο: «Η Ποίηση Σήμερα»

   Από το μη όν και το χάος στην ομιλούσα μορφή της ποίησης και του πνεύματος.   Και οι δύο κινήσεις της διάνοιας, ποίηση και φιλοσοφία, από τη σιωπή και το χάος από το οποίο βγαίνουν, στο ίδιο χάος επιχειρούν να δώσουν μορφή, ώστε να αποκτήσει νόημα ο κόσμος και η ύπαρξη του ανθρώπου,  να γαληνέψουν το πνεύμα του, προχωρώντας τη ζωή στο ανεπίστρεπτο εκείνο ποτάμι του Ηράκλειτου και του χρόνου, που μας οδήγησε κι οδηγεί στον πολιτισμό. Αλλά με διαφορετικό τρόπο η κάθε μία.


Νίκος Σταμάτης

  Άλλωστε μαζί ξεκίνησαν, στην αυγή του Δυτικού πολιτισμού. Με τον Όμηρο η ποίηση, με τους προσωκρατικούς η φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας κάποτε  φόρμες της ποιήσεως, (Παρμενίδης, Εμπεδοκλής, Ξενοφάνης, Ηράκλειτος), σε μια κοινή προσπάθεια να εξερευνήσουν την ίδια πρωτογενή νύχτα, με τα δικά τους βέβαια ιδιαίτερα μέσα η κάθε μία, αλλά και με βαθύτερες αλληλεπιδράσεις.

   Ο Όμηρος κατασκευάζει μιαν οντολογία μέσα από μια καλλιτεχνική θρησκεία, επιχειρώντας να δώσει, με τη λογική του μύθου, μιαν αυτονομία στον άνθρωπο σε αντίθεση με την ετερονομία των ανατολικών θρησκειών, οδηγώντας στην πρώτη «απομάγευση» του κόσμου, - για να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την  εύστοχη έννοια του Βέμπερ - ελευθερώνοντας τον δρόμο για να τεθεί το καθοριστικό ερώτημα του τι το όν από την φιλοσοφία. Από το άλλο μέρος οι προσωκρατικοί αισθάνονται καλύτερα αν χρησιμοποιήσουν τα μορφολογικά μέσα της ποίησης, εκφραζόμενοι με ένα σιβυλλικό πολλές φορές τρόπο, ερευνώντας σ’ ένα αρκετά ακόμα θολό τοπίο. Αλήθεια, τι μεγάλη ποιητική δύναμη εκφράζει αυτός ο στίχος του Παρμενίδη,

 

                Νυκτοφαές περί γαίαν αλώμενον αλότριον φως           

Φωτεινό μες στη νύχτα γύρω από τη γη περιπλανώμενο ξένο φώς !

 

   Μένουμε έκπληκτοι από αυτές τις αρμονικές συμφωνίες των φωνηέντων, από την γλυκύτητα του μέτρου, που κυλάει αβίαστα ξεπερνώντας ευχάριστα τα λίγα σύμφωνα, με το απροσδόκητο θάρρος των εικόνων, και νοιώθουμε να μας περιβάλλει μια βαθύτερη αλήθεια, που έρχεται από πολύ μακριά στο χρόνο.

Ο στοχαστικός θαυμασμός ομιλεί θέτοντας ερωτήματα, παρατηρεί ο Χάιντεγκερ σχετικά με το Απόσπασμα 16 του Ηρακλείτου:

 

                      Το μη δυνόν ποτε πώς αν λάθοι;

                  Πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος

                  από το φως που δεν δύει ποτέ; 

                 

Το «δυνόν» εδώ με ύψιλον από το ρήμα δύω, βυθίζομαι. Αλλά ποιο είναι αυτό που δεν δύει ποτέ; Είναι το φως όπως μεταφράζουν οι Ντιλς-Κράνζ, ή το συνεχώς εκκαλυπτόμενο αναδυόμενο από τη φύση, όπως καταλήγει ο Χάιντεγκερ;

 

   Αλλά υπάρχει και κάτι που όλοι έχουμε αντιληφθεί από την μικρή ή μεγάλη επαφή μας με την φιλοσοφία. Η πνευματική προσπάθεια του φιλοσόφου, που καταλήγει σε ένα σύστημα ολοκληρωμένο, με εσωτερική λογική, συνέπεια και συνοχή, ορθώνεται στη σκέψη σαν ένα αρχιτεκτόνημα, φέρει μέσα του τον χαρακτήρα μιας διεξόδου και ταυτόχρονα μιας κατάκτησης απέναντι στο γύρω μας σκοτάδι, που εκλαμβάνεται πολλές φορές με μιαν αισθητική ικανοποίηση, που ηρεμεί την ύπαρξη από την αβεβαιότητα και τη σύγχυση μέσα στο ασταθές περιβάλλον της. Πολλά απ’ αυτά τα φιλοσοφικά συστήματα, που έρχονται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα,  μπορεί να μην άντεξαν στην ιστορική δοκιμασία, αλλά το καθένα έθεσε με το δικό του  τρόπο τα βασικά ερωτήματα, αφήνοντας βαθειά τα ίχνη τους, και η γοητεία τους περισσότερο έγκειται σ’ αυτό, παρά στην ανακάλυψη μιας άλλωστε ανύπαρκτης απόλυτης αλήθειας. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τις μεγάλες επιστημονικές θεωρίες. Κάθε νέα έρχεται να διορθώσει, ή καλύτερα, να συμπληρώσει διορθώνοντας και προσθέτοντας, την προηγούμενη.

 

    Ξεκινώντας, λοιπόν, από το Χάος του Ησιόδου ή των Ορφικών και περνώντας από τις αβύσσους, τα βάθη και τα βάραθρα του Μπωντλαίρ,

 

         « Έρχεσαι από τα βάθη του ουρανού

           ή βγαίνεις από την άβυσσο

           Ω ομορφιά,

           αναδύεσαι από τα μαύρα τάρταρα

           ή κατεβαίνεις από τα άστρα;!»,

 

και  φτάνοντας σ’ αυτούς τους μυστικούς, αλλά και τόσο φωτεινούς  στίχους του Κήτς, από την Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία, - σαν μια κοινότητα εκπλήξεων των μορφών της σκέψης και της φαντασίας -

 

      «Η ομορφιά είναι αλήθεια και η αλήθεια ομορφιά»,[1]

 

μπορούμε να προχωρήσουμε στις σύγχρονες θεωρίες περί του χάους, όχι απαραίτητα αναπαράγοντας μιαν κλασσική συμμετρία και κανονικότητα που συνήθως αποδίδεται στην ομορφιά, αλλά σαν μια νέα ομορφιά, καθώς η σημερινή προσέγγιση του χάους συμπεριλαμβάνει, όπως αναφέρει ο Πρεγκοζίν, νόμους αλλά και συμβάντα, δηλαδή γεγονότα που υπόκεινται σε τυχαιότητα και στο απρόβλεπτο, καθώς εισάγουν την παράμετρο του χρόνου, κι άρα μας καθιστούν ανοιχτούς τόσο στον κίνδυνο, όσο και στην δημιουργία. Αλλά στην  ποίηση ως προϊόν αυθαιρεσίας, το απρόβλεπτο  περιλαμβάνεται μέσα στις αρχικές ιδιότητές της και αποτελεί ένα από τα στοιχεία της γοητεία της.

 

Φυσικά ο φιλοσοφικός Λόγος,  οι αφηρημένες έννοιες ή η άλγεβρα, ας πούμε, δεν ανήκουν στα μέσα της ποίησης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η ποίηση δεν χρησιμοποιεί τον Λόγο δίπλα στη Φαντασία, ακόμα κι όταν εκφράζει το παράλογο.

 

  «Με λογισμό και μ’ όνειρο τι χάρη έχουν τα μάτια

   Τα μάτια τούτα να σε δουν μες στο παντέρμο δάσος»

 

μας λέει ο Διονύσιος Σολωμός. Το ίδιο σχεδόν μας λέει και ο Κ. Π. Καβάφης στο «Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνθου ποιητού εν Κομμαγηνή∙ 595 Μ. Χ.»

             ……………………………………….

           «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως

           Που ξέρεις κάπως από φάρμακα∙

           Νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω»

 

 Το όνειρο έγινε εδώ φαντασία και ο λογισμός, λόγος, αλλά η ουσία παραμένει ίδια.

   Μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Επιστήμη αφ’ ενός και στην ποίηση και την τέχνη εφ’ ετέρου, βλέπουμε στην ρήση του Χέγκελ, που ακολουθώντας την ορθολογική παράδοση, θα μας πει ότι : Η επιστήμη κι η φιλοσοφία είναι γνώση με έννοιες, ενώ η ποίηση και η τέχνη γνώση με παραστάσεις∙ με εικόνες.

   Η εμπειρική φιλοσοφική γραμμή και ο ρομαντισμός θα θεωρήσουν την ποίηση και την τέχνη κατ’ εξοχήν έκφραση του συναισθήματος, ως γνώση μέσω της συναίσθησης, πράγμα, που θα υιοθετήσουν και οι φιλοσοφίες της ζωής.

   Στην Τρίτη Κριτική του, ο Κάντ – έργο αληθινά σταθμός για την αισθητική - θα επιχειρήσει ένα άλμα, με τα τέσσερα κριτήρια που θέτει για τις καλαισθητικές κρίσεις: αρέσκεια χωρίς συμφέρον, γενική αρέσκεια χωρίς έννοια, σκοπιμότητα χωρίς σκοπό, και αναγκαιότητα υποκειμενική. Αλλά φαίνεται ότι δεν θα δώσει μιαν πειστική απάντηση στο κυρίως πρόβλημα, γιατί μας αρέσει κάτι ή όχι, αφήνοντας το ερώτημα να αιωρείται, όπως και ο Καστοριάδης επισημαίνει στην κριτική του.

 

Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε, ότι στην ποίηση, τόσο ο ποιητής, όσο και ο δέκτης, πηγαίνουν προς αυτήν ολόκληροι, δηλαδή συμμετέχουν με όλο τους το είναι, όπως στον έρωτα, με το βαθύ συναίσθημα της ύπαρξής τους, ή αλλιώς και με τις τρείς δυνάμεις του οράματος του δίφρου του πλατωνικού Φαίδρου, δηλαδή όχι μόνο με τον Νου, το θεϊκό στοιχείο της ψυχής του ανθρώπου, (ο ηνίοχος, στο μυθικό υπόδειγμα) και το Θυμοειδές, δηλαδή την ανδρεία την αρετή και το βουλητικόν, (το ευγενές, το αγαθό άλογο), αλλά και το επιθυμητικό, (το δεύτερο κι ατίθασο κακό άλογο, που σύρει τον δίφρο προς τα κάτω, προς τα γήινα (τις επιθυμίες, δηλαδή, και τα ένστικτά του), που δεν άρεσαν, ως ακάθαρτα, στον φιλόσοφο των ιδεών και γι αυτόν τον λόγο είχε εξορίσει την ποίηση, τον Όμηρο και τους τραγικούς από την Πολιτεία του.[2]

  Το έδαφος πάνω στο οποίο δημιουργεί η ποίηση είναι βέβαια η γλώσσα, που με τη σειρά της την επαναδημιουργεί, χωρίς να εξανλείται σε μιαν συγκινησιακή απλή χρήση της. Δουλεύοντας την λέξη και την φράση χρησιμοποιεί το μεγάλο όπλο της, την μεταφορά, απλώνεται στον μύθο, ξετυλίγει τους ήχους των λέξεων, υφαίνει  μελωδίες με τον ρυθμό και το μέτρο, ολοκληρώνει εικόνες και οράματα, ενσωματώνει τον συμβολικό στοχασμό και κάποτε χτίζει μεγάλα ρητορικά σχήματα, για να καταλήξει σε μια υπερκείμενη μουσική του νοήματος. Εδώ πρόκειται για τη σχέση που διατηρεί η συνολική σκέψη με το αντικείμενό της.

    Πλησιάζοντας λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο στο μυστήριο και το αίνιγμα της επαφής της ποίησης με το όν, που είναι γνώση του εσώτερου κόσμου μας και του κόσμου πουζούμε, ας προσέξουμε από το μεγάλο βιβλίο της ψυχής του ανθρώπου αυτούς τους στίχους, ως έναν αναστοχασμό πάνω στη μοίρα του.

Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι αυτοί οι στίχοι από τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ, θυμίζοντας ταυτόχρονα ότι είναι ο ίδιος ποιητής που έχει γράψει έναν αθάνατο ύμνο στον έρωτα και στην ζωή με τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα» !

 

        Tomorrow and tomorrow and tomorrow

        Creeps in the petty pace day to day        

        To the last syllable of recorded time                                 

          …………………………………….

 

         Το αύριο και το αύριο και το αύριο

         Σέρνεται με το μικρό του βήμα μέρα με τη μέρα

         Μέχρι την έσχατη συλλαβή του εγγεγραμμένου χρόνου.

 

        Out, out, brief candle

         Life’s but a walking shadow;

         A poor player that struts and frets his hour upon the stage

         And then heart no more.

         It is a tale  told by an idiot, fool of sound and fury, signifying

                    nothing!        

 

         Σβήσε, σβήσε λιγόζωο κερί

          Η ζωή σκιά είναι που διαβαίνει.

           Άθλιος θεατρίνος που καμαρώνει σπαταλώντας την ώρα του

                    στη σκηνή

          Και πια δεν ξανακούγεται.

           Μια ιστορία που την λέει ένας ανόητος, γεμάτη θόρυβο κι οργή,                                                

                  δίχως κανένα νόημα

 

που μας θυμίζει το παλιό εκείνο, «όνειρο σκιάς άνθρωπος» (Τι δε τις, τι δ’ ού τις, όναρ σκιάς άνθρωπος) του Πινδάρου, δηλαδή όχι απλώς σκιά, αλλά όνειρο σκιάς, ακόμα χειρότερο, εισάγοντάς μας στο μυστήριο του τραγικού.

                   

[1]   Άποψη του  Shaftesbury 17ος  – 18ος,   «κάθε ομορφιά είναι αλήθεια», με την έννοια, ότι απηχεί όχι μιαν επιστημονική γνώση, αλλά ότι συμπυκνώνει την αισθητική στάση απέναντι στον κόσμο με τη συναίρεση  της μεταφυσικής, με την παραδοχή μιας κοσμικής τάξης ενότητας και αρμονίας του σύμπαντος.

[2] Στον Πλάτωνα πάντως ανήκει η φράση, που τόσο άρεσε στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ότι «η ποίηση είναι  η μετάβαση από το μη όν στο όν», καθώς  η πλατωνική άποψη μοιάζει να συμπλέει, mutatis mutandis, με την θεωρία του για την δημιουργία του έργου του ανθρώπου,( και της ποίησης) εκ του μηδενός, όχι ακριβώς  όμως όπως με τον βιβλικό θεό, αλλά ως επαγώγιμο ή παραγώγιμο απ’ αυτό που ήδη υπήρχε, που συντίθεται από τα στοιχεία του περιβάλλοντός του, και πάλι χωρίς να παράγεται αιτιακά ή καθοριστικά, αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες και με ορισμένα μέσα και σε μια ιστορική στιγμή.

 

◄Πίσω στο συνέδριο

 
αριθμός επισκεπτών