Περικλής Φωτόπουλος – ένας έλληνας σταρ στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR)

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη

(Αναδημοσίευση από το ελληνογερμανικό περιοδικό «Εξάντας» του Βερολίνου – τεύχος 23, Δεκέμβριος 2015)

 Σημ: πατήστε όλες τις μικρές φωτογραφίες για μεγέθυνση    


Ο Περικλής Φωτόπουλος
 
 
Ο Περικλής Φωτόπουλος με την κιθάρα του
 
 

Από το σύντομο διάστημα σπουδών στην Ιταλία
 
 

Η οικογένεια Γιώργου Φωτόπουλου τα πρώτα χρόνια στη DDR. Πίσω σειρά από αριστερά: Περικλής, Καλλιόπη (συζ. Φώτη), Κλέλια, Πηνελόπη. Στη μέση: Λουϊζα, Γιώργος  και Narciso Petrioli (συζ. Πηνελόπης). Μπροστά: Φώτης.
  

Συναυλία προς τιμήν του Μανώλη Γλέζου. Με τον Περικλή συμμετέχει η αδελφή του Πηνελόπη.
 













Εξώφυλλο τεύχους με παρτιτούρες τραγουδιών του Περ. Φωτόπουλου.
  

Πλακάτ συναυλίας του Περ. Φωτόπουλου και άλλων μουσικών.
 









Δίσκοι 45 στροφών της εταιρείας Amiga με τραγούδια του Περικλή Φωτόπουλου.
 


Φωτογραφία από προσφορά σε δίσκο.
  

Διαμαρτυρία για την απελευθέρωση του Μίκη Θεοδωράκη από τη χούντα (εφημ. Neues Deutschland, 20.9.1967)
 
 

Από συναυλία τραγουδιών για την Ελευθερία (εφημ. Neues Deutschland, 13.12.1967).
 
 

Οικογενειακές στιγμές στην Αθήνα με τον Περικλή (όρθιο αριστερά) και τον νεαρό Μάνο Χατζιδάκι (καθιστό δεξιά).
 

Τραγουδώντας ανάμεσα σε μαθητές ενός δημοτικού σχολείου
της Αθήνας.
  

„Nenne nicht das Schicksal grausam,

Nenne seinen Schluß nicht Neid;

Sein Gesetz ist ew'ge Wahrheit,

Seine Güte Götterklarheit,

Seine Macht Notwendigkeit...“

Johann Gottfried von Herder (1744 - 1803)

 

Τα παιδιά, άκουγαν με περιέργεια εκείνον τον μικρόσωμο κύριο που είχε επισκεφτεί την τάξη της μουσικής στο σχολείο τους σε μια συνοικία της Αθήνας. Παρακολουθώντας τα επιδέξια δάχτυλά του να γλιστράνε στις χορδές της κιθάρας, που κρατούσε καθισμένος σε μια από τις μαθητικές καρέκλες στο μέσον της αίθουσας, και ακούγοντας πολλά γνώριμά τους τραγούδια, ίσως να μην πρόσεξαν μια υποτονική  μελαγχολία μέσα στο βλέμμα του μουσικού. Πιθανόν να μην αντιλήφθηκαν καν, ότι ο τραγουδιστής με το μούσι και τα πυκνά μαλλιά, που είχαν αρχίσει από καιρό να γκριζάρουν, εκείνη τη στιγμή, που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν ταυτόχρονα με τις σκέψεις του και αλλού,  σε κάποιαν άλλη εποχή και σε άλλον τόπο.

Γιατί, ο Περικλής Φωτόπουλος, για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια, ο μουσικός και τραγουδιστής,  που αρκετά χρόνια πριν, έκανε χιλιάδες γυναικείες καρδιές στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ή DDR,  όπως την αποκαλούν, όσοι θέλουν να αποφύγουν τη μακρόσυρτη επίσημη ονομασία της),  να «λιώνουν» στο άκουσμα της ερμηνείας των τρυφερών τραγουδιών του, δεν συμβιβάστηκε με αυτού του είδους την επιτυχία.  Παρότι αυτή του εξασφάλιζε εκείνη την εποχή μια υλικά άνετη και προνομιούχα ζωή στη σοσιαλιστική αυτή χώρα, οι ενδότερες ανησυχίες του τον εξώθησαν στην αναζήτηση μιας θέσης κάτω από το φως της αληθινής Τέχνης.  Ένα φως, που τελικά δεν μπόρεσε να αγγίξει, έτσι όπως είχε θελήσει  εκείνος.  Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

 Τα πέτρινα χρόνια

Ο Περικλής Φωτόπουλος γεννήθηκε στις  14 Φεβρουαρίου 1931 στην Αθήνα και μεγάλωσε ως το μικρότερο μεταξύ τεσσάρων παιδιών μέσα σε μια μεσοαστική οικογένεια στο Παγκράτι.  Ο πατέρας του, Γιώργος Φωτόπουλος (1901- 1977) ήταν τοπογράφος μηχανικός και διατηρούσε δικό του τεχνικό γραφείο, μέσα στο διώροφο πατρικό σπίτι τους, ενώ πολιτικά υπήρξε από τα πρώτα στελέχη του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Οι πεποιθήσεις και η εν γένει πολιτική δραστηριότητα του Γιώργου Φωτόπουλου είχαν σαν συνέπεια να περάσει ήδη πριν τον πόλεμο ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σε εξορίες, όπως και πολλοί άλλοι κομμουνιστές,  στην Ικαρία, στην Ανάφη και αργότερα στη Μακρόνησο. 

Η μητέρα του Περικλή,  Λουΐζα, ιταλικής καταγωγής, το γένος Ντι Καστελούτζι, είχε επίσης γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα.  Η μητέρα ήταν το πρόσωπο που έφερε και καλλιεργούσε τη μουσική μέσα στο σπίτι, και φρόντισε από νωρίς τα παιδιά της, (Φώτης, Κλέλια, Πηνελόπη και Περικλής), να αποκτήσουν μουσική παιδεία και να μάθουν κάποιο μουσικό όργανο. Η ίδια τραγουδούσε συχνά μέσα στην καθημερινότητα του σπιτιού, αυθόρμητα ιταλικές οπερέτες αλλά και ελληνικά τραγούδια της εποχής, παρασύροντας και ενθαρρύνοντας σ' αυτό και τα παιδιά της.

Από θαυμασμό προς την γερμανική κουλτούρα ο πατέρας μερίμνησε προπολεμικά τα παιδιά του να ασχοληθούν με τη γερμανική γλώσσα, πράγμα όμως που διέκοψε ο πόλεμος και η Κατοχή στην χώρα μας. Η οικογένεια δεν μπορούσε εκείνα τα μαύρα χρόνια να  μείνει απαθής, γι αυτό ο πατέρας ακολούθησε από νωρίς το ΕΑΜ ενώ τα αγόρια οργανώθηκαν στη νεολαία της εαμικής αντίστασης, την ΕΠΟΝ. Μια από τις πρώτες πράξεις ευθύνης του νεαρού Περικλή, ως Επονίτης, ήταν η φύλαξη της τοπικής βιβλιοθήκης του ΕΑΜ στο Παγκράτι. Από μικρό παιδί, ο Περικλής έδειχνε στοιχεία ενός ξεχωριστού ταλέντου στο τραγούδι, ενός ταλέντου που εξελίσσονταν συνεχώς μέσα στην οικογένεια, αφού ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια επικρατούσε ένας σκληρός «φωνητικός ανταγωνισμός».

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου στην Ελλάδα ο Περικλής μετέβη για σπουδές αεροναυπηγικής στη Ρώμη, ακολουθώντας το παράδειγμα της αδελφής του Πηνελόπης, που είχε φύγει λίγα χρόνια πριν στο Μιλάνο. Εκείνη την εποχή όμως αρχίζουν οι δυσκολίες και τα προβλήματα για την οικογένεια.  Το πολιτικό κλίμα είναι για κάθε εκδηλωμένο κομμουνιστή ή γενικότερα αριστερό ιδιαίτερα βαρύ. Διώξεις και κάθε είδους ταπεινώσεις από το μετεμφυλιακό κράτος είναι στην ημερήσια διάταξη. Για τον πατέρα εκείνο το διάστημα τα πράγματα βαίνουν επαγγελματικά από το κακό στο χειρότερο. Εκτός αυτού, μετά από μια σειρά απρόβλεπτων παρεξηγήσεων, ο πατέρας Φωτόπουλος πέφτει σε δυσμένεια από το Κόμμα, το οποίο υπηρετούσε πάντα πιστά και με αυταπάρνηση

Η Πολιτεία βάφτηκε με αστερόφως. / Στις άκρες οι καμινάδες κάθετα να τρυπάνε τη νύχτα / κι ο καπνός παραδίνεται στο σκοτάδι. / Χίλια φώτα χυμένα στην άσφαλτο, / καθρέφτες για εκατοντάδες βιαστικά βήματα. / Οι άνθρωποι γυρίζουν στη γωνιά τους, / που τους καρτερά το χορταστικό βραδυνό, / η εφημερίδα, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση / και τ‘ ανοιξιάτικα παιδικά μάτια… *

Πρόσφυγες μετανάστες

Έτσι πριν μπει ο χειμώνας του 1952 ο Γιώργος Φωτόπουλος παίρνει τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του την Ελλάδα και να εγκατασταθεί ζητώντας άσυλο στην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR) . Αφού πούλησαν ή χάρισαν προηγουμένως τα υπάρχοντά τους στην Αθήνα, με μερικές βαλίτσες και λίγα χρήματα μαζί τους αναχώρησαν μέσω Πάτρας και Ιταλίας για τη νέα τους ζωή στον «γερμανικό σοσιαλιστικό παράδεισο», όπως πίστευε ακράδαντα ο πατέρας. Ο Περικλής ενώθηκε στο Μιλάνο με την υπόλοιπη οικογένεια και σιδηροδρομικά έφτασαν μετά από αρκετές ώρες ταξίδι στο Μόναχο  και από εκεί στο Ostbahnhof της ανατολικογερμανικής πρωτεύουσας.

Η άφιξή τους ήταν καθαρά τουριστική. Κανένας γνωστός τους Έλληνας  ή κάποιος Γερμανός υπηρεσιακός παράγοντας της χώρας δεν τους περίμενε στον σταθμό. Επί πλέον η οικογένεια δεν είχε κάποια στοιχειώδη γνώση της πόλης ή της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την εποχή. Στην φαντασία του πατριάρχη της  οικογένειας ήταν πλασμένη η εικόνα ενός παράδεισου, στον οποίο δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία και τα πάντα ανήκουν στον λαό και τους εργάτες. Από μόνοι τους αναζήτησαν τότε κάποιο μέρος για να περάσουν τις πρώτες μέρες και κατέληξαν, μάλλον τυχαία, στο τότε ακόμη ημικατεστραμένο πρώην πολυτελές ξενοδοχείο της πόλης  Adlon,  μερικά μόλις βήματα από την Πύλη του Βρανδεμβούργου,  μη γνωρίζοντας, ότι αυτός ο ξενώνας λειτουργούσε κυρίως για εκλεκτή πελατεία κι όχι «για τον λαό».

Στο διάστημα αυτό έκαναν επίσης γνωστό στις ανατολικογερμανικές αρχές, ότι είναι πολιτικά διωκόμενοι «σύντροφοι» κομμουνιστές  από την Ελλάδα, και  οι οποίοι γι αυτόν τον λόγο αιτούνται άσυλο στην σοσιαλιστική χώρα. Έτσι,  ελλείψει μάλιστα ενός  ξενώνα εκείνη την περίοδο για αντίστοιχες περιστάσεις, μεταφέρθηκαν  στο κτήριο ενός ιδρύματος για δυσπροσάρμοστα κορίτσια  (Heim für schwererziehbare Mädchen) σε ένα προάστιο της πόλης . Αφού τα χρήματα που είχαν φέρει από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, ειδικά μετά την αποπληρωμή του αλμυρού λογαριασμού για την παραμονή στο Αdlon, τα παιδιά άρχισαν να δουλεύουν σε διάφορες περιστασιακές δουλειές, όπως για παράδειγμα αχθοφόροι κάρβουνου θέρμανσης στα διάφορα σπίτια.

Στις 7 Νοεμβρίου, μέρα σημαδιακή, η οικογένεια δέχεται μια σοκαριστική είδηση: Το αίτημα για χορήγηση ασύλου είχε απορριφτεί από τις ανατολικογερμανικές Αρχές. Μέσα στην γενικότερη απελπισία ο πατέρας παίρνει την παράτολμη απόφαση να απευθυνθεί την ίδια κιόλας μέρα, απευθείας στον σοβιετικό διοικητή του Βερολίνου. Και, σαν από θαύμα, ο ρώσος στρατηγός συγκινείται από την μοίρα των ελλήνων συντρόφων και μέσα σε ένα κλίμα ευφορίας λόγω των εορτασμών της Οκτωβριανής Επανάστασης εκείνη τη μέρα, διατάζει τις ανατολικογερμανικές υπηρεσίες να παραχωρήσουν αμέσως άσυλο στην ελληνική οικογένεια. Έτσι, μέσα  σε λίγες μόνο μέρες, εκδόθηκαν οι άδειες παραμονής και εργασίας για όλα τα μέλη, ενώ βρέθηκε κι ένα κατάλληλο σπίτι στο Lichtenberg για τη στέγασή τους.

 

Κλείνουν οι πόρτες στα γυμναστήρια. / Αγόρια και κορίτσια μ‘ αέρινο βήμα / περπατάνε σταθερά πάνω στη βραδυνή δροσιά. / Στις λέσχες αδειάζουν τ‘ απλόχωρα δώματα. / Με τους τοίχους νοτισμένους από νεανικές φωνές. / Μια παρτίδα σκάκι στέκει στημένη στο φινάλε…*

Το νέο ξεκίνημα

Από τότε όλα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Ο πατέρας Γιώργος Φωτόπουλος,  μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμά του, ως τοπογράφος μηχανικός, ενώ η σύζυγός του  Λουίζα ασχολούνταν, όπως και πριν, με τις δουλειές του σπιτιού. Τα παιδιά δημιούργησαν το πρώτο τους μουσικό σχήμα με την ονομασία «Fotopoulos-Quartett».  Η Κλέλια έπαιζε πιάνο, ο Φώτης βιολί, ο Περικλής κιθάρα και τραγουδούσε μαζί με την άλλη αδελφή του Πηνελόπη. Το ρεπερτόριο του γκρουπ περιελάμβανε εκείνη την εποχή κυρίως ελληνικά αντάρτικα τραγούδια καθώς και  διάφορα άλλα αντιστασιακά ή λατινοαμερικάνικα τραγούδια. Μερικές φορές παρουσίαζαν και δικά τους τραγούδια, σε μελοποιημένους στίχους του Φώτη, ο οποίος είχε ιδιαίτερη κλίση προς την ποίηση.

Το μουσικό κουαρτέτο κράτησε μόνον δυο περίπου χρόνια, αν και εξασφάλιζε στα μέλη του αρκετά λεφτά για τα δεδομένα της εποχής. Παρ‘ όλα αυτά δεν εκπλήρωσε τις καλλιτεχνικές προσδοκίες των ανήσυχων μουσικών, αφού αντιμετωπίζονταν από το κοινό του περισσότερο σαν ένα φολκλορικό εξωτικό συγκρότημα από την νότια Ευρώπη, ευχάριστο κυρίως για ψυχαγωγία σε διάφορες μικρές και μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις. Μετά τη διάλυσή του, μόνον ο Περικλής συνέχισε την μουσική του καριέρα, αυτή τη φορά ως ερμηνευτής τραγουδιών, που συνέθεταν άλλοι γι αυτόν.

Παράλληλα με την μουσική του καριέρα, αναζητώντας κάτι καλλιτεχνικά ποιοτικότερο,  άρχισε το 1955 να σπουδάζει στη σχολή κινηματογράφου του Πότσνταμ (Hochschule für Film, στο Babelsberg). Η προσπάθειά του αυτή όμως δεν τελεσφόρησε, αφού μετά από έξι εξάμηνα η σχολή τον απέβαλλε επειδή εκείνος απαξίωνε τα πολιτικά μαθήματα της σχολής, (όπως «μαρξισμού-λενινισμού»), και από την άλλη το δέλεαρ της επιτυχίας του και της καλής ζωής με το τραγούδι, δεν του άφηναν πολύ χρόνο και διάθεση για σπουδές.

Με την κιθάρα του και το τραγούδι του άρχισε με την πάροδο του χρόνου να ξεχωρίζει μέσα στο μουσικό στερέωμα της χώρας. Σε σύντομο χρόνο άρχισε να προβάλλεται μέσα από το ραδιόφωνο, ενώ το 1960 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος 45 στροφών, στην ανατολικογερμανικά εταιρεία Amiga. Ο Περικλής είχε  ένα εντελώς δικό του στιλ, τα πυκνά μαύρα μαλλιά του προσέφεραν μια ιδιαίτερα γοητευτική παρουσία, ενώ η ελαφρά ξένη προφορά του χάριζε ένα γλυκό χρώμα στους γερμανικούς στίχους των τραγουδιών του, σε βαθμό, που να θεωρείται αξεπέραστος σε τραγούδια νοτιοευρωπαϊκής χροιάς.

Οι στίχοι των τραγουδιών του αφορούν, όπως τα περισσότερα τραγούδια του είδους, την αγάπη, το πάθος, την ερωτική απογοήτευση, τη νοσταλγία για τόπους μακρινούς και εξωτικούς και όλα τα σχετικά, που χαρακτηρίζουν την ελαφρά μουσική σε ολόκληρο τον κόσμο. Συνοδεύονται πολλές φορές από μελωδίες λατινοαμερικάνικες και μια μεγάλη παλέτα ρυθμών: από ταγκό και  σάμπα μέχρι τσα-τσα και πατσάγκα. Έναν σημαντικό αριθμό από τα τραγούδια του είχε γράψει ο δημοφιλής συνθέτης της DDR Gerd Natschinski, ενώ στις εμφανίσεις του τον συνόδευε σχεδόν πάντα ένα δικό του μουσικό συγκρότημα.

Ένα από τα πρώτα του τραγούδια υπήρξε το «Mandolina», που πρωτοπαίχτηκε στο ραδιόφωνο της χώρας το 1959 και βγήκε σε δίσκο ένα χρόνο μετά. Ακολούθησαν άλλες επιτυχίες, όπως τα Twist im Park (1961), «Schlafe gut, Helena» (1962) «Salute» (1962), «Du hast den Zauber aller Frau´n» (1962), «Carolin-Carolina» (1962),  «Ave Maria» (1963),  «Ich bin kein Prophet» (1964). Επίσης και τραγούδια που είχε «δανειστεί» από τη δυτικές δημιουργίες , όπως τα «Oh, oh, Rosi» (1960) , «Irena» (1961), ή το «Teresa» (1962)  έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Το 1965 ήταν ίσως η πιο παραγωγική του χρονιά με επίσης ευπώλητους  τίτλους, όπως  «Buona notte», «Einer muss geh´n», «Bleib noch bis morgen bei mir» και το  «Wenn du bei mir bist». Ο τελευταίος του δίσκος 45 στροφών κυκλοφόρησε στη DDR το 1968 με τον τίτλο «Tränen kleiden dich nicht».   

Όλα αυτά τα χρόνια ο Περικλής Φωτόπουλος εξελίχτηκε σε έναν δημοφιλή σταρ στη χώρα, ο οποίος δεν είχε καν ανάγκη κάποιο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, όπως πιθανόν θα ήταν απαραίτητο στην αντίπερα  Ομοσπονδιακή Γερμανία. Στο σπίτι του κατέφθαναν  καθημερινά εκατοντάδες γράμματα και κάρτες θαυμαστριών. Οι διάφορες εμφανίσεις  και οι δίσκοι τού απέφεραν ιδιαίτερα ψηλά εισοδήματα, για τα δεδομένα πάντα μιας σοσιαλιστικής χώρας. Διέμενε πλέον (έως το 1964) σε μια μονοκατοικία  στην ειδυλλιακή περιοχή του Griebnitzsee, στα σύνορα μεταξύ Πότσνταμ και Βερολίνου, ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα να αλλάζει κάθε δυο χρόνια αυτοκίνητο, συνήθως ένα Wartburg καμπριολέ,όταν ακόμα και ανώτερα κομματικά στελέχη έπρεπε να περιμένουν πολλά χρόνια για το μοναδικό τους αυτοκίνητο.  Από ένα σημείο και μετά καθόριζε ο ίδιος την αμοιβή του για τη συμμετοχή του σε συναυλίες, που διοργανώνονταν κεντρικά από την κρατική Konzert- und Gastspieldirektion.

Το 1963 παντρεύτηκε την Elke-Marie, ένα κορίτσι από τη γειτονιά του, η οποία δεν ανήκε στο κλαμπ των χιλιάδων θαυμαστριών της μουσικής του και απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γιώργο και την Λουΐζα. Δυο χρόνια πριν το γάμο του, το 1961, ο Περικλής δέχτηκε  ένα μεγάλο συναισθηματικό πλήγμα, όταν «έχασε» τον μεγαλύτερό του αδελφό, τον Φώτη, σε ένα νοσοκομείο της Μόσχας, όπου είχε μεταβεί για τη θεραπεία μιας ανίατης ασθένειας.

Στις βιβλιοθήκες σταμάτησε ν‘ ακούγεται/ το μέτρημα της σοφής σιωπής / με ήχους από στρεφόμενες σελίδες. / Κι η νύχτα διαπερνά την πολιτεία απαλά, / Όπως η κούραση το δουλευτάδικο κορμί…*

Αμφιβολίες και μεταστροφή

Στα πρώτα χρόνια ο Περικλής Φωτόπουλος παρέμεινε ιδεολογικά πιστός στο πολιτικό σύστημα της DDR. Με όλα εκείνα τα αρνητικά βιώματα που κουβαλούσε μέσα του από τα γκρίζα χρόνια της Ελλάδας, δεν μπορούσε παρά να βλέπει μόνο τα θετικά της χώρας, που του είχε παραχωρήσει άσυλο και στην οποία είχε κατορθώσει σε υψηλό βαθμό να διακριθεί επαγγελματικά. Ακόμα και στην κατασκευή του Τείχους στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 1961, δεν βρήκε κάτι κατακριτέο, τουναντίον μάλιστα το θεώρησε ως ένα ιστορικά απολύτως αναγκαίο γεγονός. Εθελοντικά συμμετείχε επίσης σε τμήματα «εργατικής πολιτοφυλακής» (Betriebskampftruppen), δηλαδή σε παραστρατιωτικά τμήματα για την προάσπιση του υπάρχοντος καθεστώτος.  Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, συμμετείχε τον Σεπτέμβριο του 1967 σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της χούντας και υπέρ της απελευθέρωσης του Μίκη Θεοδωράκη, που κρατούνταν τότε φυλακισμένος. Μέσα από τη δραστηριότητα αυτή ξεπήδησαν δυο δίσκοι με τραγούδια του διάσημου έλληνα συνθέτη, το «Varka sto yalo» (1967) και το «Die Myrte» (1968). Στην εποχή της διάσπασης του ΚΚΕ το 1968, που είχε σαν συνέπεια και την διχασμό της κοινότητας των ελλήνων πολιτικών προσφύγων στη DDR, δεν πήρε το μέρος καμίας πλευράς, μένοντας γενικότερα σε απόσταση από τα δραματικά εσωτερικά συμβάντα.

Οι σκέψεις του και η όλη πολιτική του στάση άρχισαν με τον καιρό να αλλάζουν, ζώντας μέσα στην καθημερινότητα της DDR και παρατηρώντας κριτικά ένα σύστημα, που δεν εξέφραζε πλέον τον δικό του ιδεαλισμό. Το προσωπικό δράμα του φίλου του από τη σχολή σκηνοθεσίας (και μετέπειτα γνωστού σκηνοθέτη) Jürgen Sehmisch  ο οποίος είχε τιμωρηθεί με απαγόρευση εργασίας, ως αντικαθεστωτικός, τον είχε επηρεάσει, μεταξύ των άλλων, επίσης αρνητικά.  Το αποκορύφωμα των αμφιβολιών του επήλθε με τα γεγονότα της «Άνοιξης της Πράγας» και την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην τσέχικη πρωτεύουσα. Εκείνες τις μέρες μάλιστα, κατά την διάρκεια των διακοπών του με την οικογένειά του στο Usedom  στην  Ostsee, έγινε μάρτυρας της επιστράτευσης ανατολικογερμανών αξιωματικών του ανατολικογερμανικού στρατού  NVA, με σκοπό την αποστολή τους στην Τσεχοσλοβακία, για να συνδράμουν στην κατάπνιξη της εξέγερσης. Για πρώτη φορά ξύπνησαν μέσα του ανησυχητικοί συνειρμοί ως προς τη νέα στρατιωτική δραστηριότητα Γερμανών εκτός συνόρων.

Την ίδια χρονιά, το 1968,  κορεσμένος πλέον από τη μέχρι τότε καλλιτεχνική του δραστηριότητα, και ασφυκτιώντας μέσα στον ρόλο του γοητευτικού τραγουδιστή ελαφράς μουσικής, του «μικρού Έλληνα με τη μεγάλη φωνή», όπως τον παρουσίαζαν συχνά εκείνη την εποχή,  αποφασίζει να γυρίσει σελίδα στη ζωή του. Γράφτηκε τότε στη μουσική σχολή Hochschule für MusikHans Eisler στο ανατολικό Βερολίνο και ξεκίνησε  να σπουδάζει σκηνοθεσία όπερας. Οι σπουδές του αυτές ολοκληρώθηκαν αυτή τη φορά με επιτυχία μετά από πέντε περίπου χρόνια, ενώ  από τις αρχές της δεκαετίας του '70 εγκατέλειψε οριστικά  το τραγούδι. Η μεγάλη απογοήτευση στη ζωή του επήλθε αργότερα, όταν προσπαθώντας να δοκιμάσει τις ικανότητές του στον απαιτητικό αυτό επαγγελματικό κλάδο, συνάντησε άρνηση και αδιαφορία.  Πέρα από τρεις μικρές παραστάσεις μικρών έργων στην επαρχία δεν μπόρεσε να αφήσει κάποιο δικό του στίγμα σ' αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο. Η εικόνα του τραγουδιστή ελαφράς μουσικής που είχε δημιουργήσει μέχρι τότε, ήταν ακόμη τόσο ισχυρή, που δεν επέτρεπε στους ειδικούς οποιαδήποτε αναγνώριση άλλων δεξιοτήτων του. Η προηγούμενη επιτυχία του ήταν ταυτόχρονα «κατάρα» στη νέα καλλιτεχνική του πορεία.

Μέσα στην γενικότερη απογοήτευσή του άρχισαν να τον απασχολούν σκέψεις επαναπατρισμού. Οι γονείς του είχαν ήδη επαναπατριστεί στα μέσα της δεκαετίας του '60, στην περίοδο, που η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου είχε προσφέρει τη δυνατότητα αυτή σε πολλούς έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.  

Επαναπατρισμός

Τον χειμώνα του 1975 ο Περικλής  Φωτόπουλος  επισκέφτηκε  μαζί με τη σύζυγο και τα δυο παιδιά του για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια την Πατρίδα, ενώ ένα χρόνο μετά, στις 8 Μαΐου 1976 επαναπατρίστηκε οριστικά. Το παλιό πατρικό της οικογένειας στην Αθήνα είχε περάσει ήδη  σε ξένα χέρια, ενώ ο υπερήλικας πατέρας του δεν είχε μετακινηθεί ούτε σπιθαμή από τις αρχικές πολιτικές του πεποιθήσεις. Τα πρώτα χρόνια υπήρξαν δύσκολα, αφού ως εντελώς άγνωστος στους καλλιτεχνικούς χώρους δεν μπορούσε να βρει δουλειά, πάνω σ αυτό που ήξερε και ήθελε να κάνει. Επιπλέον, δεν επεδίωξε κάποιες πολιτικές, πελατειακές  διασυνδέσεις, με αποτέλεσμα να μείνει εκτός των διαφόρων «κυκλωμάτων» του καλλιτεχνικού χώρου.  Ο Μάνος Χατζιδάκις, που γνώριζε από παλιά προσωπικά όλη την οικογένεια , τον βοήθησε να βρει κάποιες δουλειές στο Τρίτο Πρόγραμμα του ελληνικού ραδιόφωνου, ενώ αργότερα μεταπήδησε για ένα διάστημα και στη ελληνική τηλεόραση ΕΡΤ.  Δεν μπόρεσε όμως να αντέξει στο κλίμα εργασίας που επικρατούσε, αφού οι περισσότεροι τον αγνοούσαν επιδεικτικά, ίσως και από φθόνο για τις σπουδές του και την προηγούμενη καλλιτεχνική του πορεία.

Κάποια στιγμή σκέφτηκε σοβαρά την προοπτική να μεταναστεύσει εκ νέου, αυτή τη φορά  στο Δυτικό Βερολίνο, όπου είχε καταφύγει ο πρώην καθηγητής του Götz Friedrich, που εργάζονταν ήδη στην φημισμένη Deutsche Oper, συνάντησε όμως την σθεναρή αντίδραση της συζύγου του, η οποία γοητευμένη από το κλίμα και τον ξεχωριστό τρόπο ζωής στην Ελλάδα, δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση  να μετοικήσει και πάλι στον ψυχρό Βορρά. Στη συνέχεια δίδαξε κάποιο διάστημα φωνητική, τραγούδι και τεχνική της αναπνοής  στο «Βεάκειο» και στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν, ενώ τα ιδιωτικά μαθήματα μουσικής συμπλήρωναν επίσης το εισόδημά του, μέχρι που βγήκε στη σύνταξη. Η πτώση του Τείχους και η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ δεν τον άγγιξαν ιδιαίτερα, αφού γι αυτόν η υπόθεση του εγχειρήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είχε ήδη προ πολλού τελειώσει. Ο Περικλής Φωτόπουλος πέθανε στις  28 Φεβρουαρίου του 2003 στη Νέα Πεντέλη της Αθήνας.

Επίλογος

Ένα ζεστό φθινοπωρινό απόγευμα επισκέφτηκα στην Αθήνα στην πρώην κατοικία του Περικλή, τον γιο του Γιώργη Φωτόπουλο, σεναριογράφο και σκηνοθέτη, που ζει κι εργάζεται στο Βερολίνο. Με μεγάλο ενδιαφέρον και αρκετή συγκίνηση περιεργάστηκα το προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη, που μου έδειξε με μεγάλη προθυμία: παλιές φωτογραφίες, δίσκους, πλακάτ και ανακοινώσεις συναυλιών και άλλα ντοκουμέντα από την προσωπική  ζωή και την καλλιτεχνική δραστηριότητα του έλληνα καλλιτέχνη. Ανάμεσα στις διάφορες  ανεκδοτικές ιστορίες που άκουσα, ξεχώρισα την ιδιαίτερη σημασία που είχαν για εκείνον τα δυο παιδιά του και η θαλπωρή, που εύρισκε πάντα μέσα στην οικογένειά του. Ούτε η προσωπική δόξα και διασημότητα, ούτε η «προνομιούχα» ζωή σαν μουσικός σταρ σε μια χώρα του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, ούτε οι «μεγάλες ιδέες» και «ουτοπίες» που κατέρρευσαν, είχαν αξία για κείνον προς στο τέλος της ζωής του. Λίγο πριν φύγω από το ιδιαίτερα συμπαθητικό σπίτι διέκρινα ανάμεσα στα διάφορα χαρτιά του αρχείου και ένα κάπως παλιό βιβλίο με ποιήματα του αδελφού του, Φώτη, ο οποίος υπήρξε πρότυπο για τον Περικλή από την νεαρή του ακόμη ηλικία, ως διανοούμενος, αγωνιστής, μουσικός και ποιητής. Ξεφυλλίζοντάς το βιαστικά, το βλέμμα μου έπεσε σ' ένα ποίημα, που είχε γράψει στο Βερολίνο το 1961, λίγο καιρό πριν πεθάνει. Σε μια στροφή, κάπου στη μέση,  διάβασα: *

Οι τελευταίοι ήχοι σβύνουν σιγά,

σοβαρά ή χαρούμενα,

σαν τα πολύχρωμα φώτα στα θέατρα

και στα χορευτικά κέντρα…

Σβύνουν τα τελευταία λόγια:

­ Καλή νύχτα, καλή νύχτα,

αύριο με φρέσκια υγεία

αύριο με φρέσκια ορμή. ....

 

----------------------------------------------------------

* Αποσπάσματα από το ποίημα «Νυχτερινό» του Φώτη Γ. Φωτόπουλου.  Από την συλλογή «Ποιήματα», (ιδιωτική έκδοση), Αθήνα, Απρίλης 1966.

 

(Θερμές ευχαριστίες στον κ. Γιώργη Π. Φωτόπουλο για την πολύτιμη βοήθεια)

 

Τραγούδια του Περικλή Φωτόπουλου στο διαδίκτυο: