Το Τείχος, οι φυγάδες κι ένας έλληνας συνεργάτης της Στάζι

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» - 6 Μαρτίου 2018)

Για τρεις σχεδόν δεκαετίες βασάνιζε τον Μπούρκχαρτ Βάιγκελ το ερώτημα, ποιος από τον κύκλο των συνεργατών του ήταν η αιτία, που πολλές από τις επιχειρήσεις, τις οποίες οργάνωνε την δεκαετία του ʼ60 για να φυγαδεύσει διάφορους ανατολικογερμανούς έξω από τη χώρα τους, οδηγούνταν σε αποτυχία, με τις γνωστές συνέπειες (συλλήψεις και φυλακίσεις) για εκατοντάδες δυστυχισμένους φυγάδες. Έπρεπε να έρθει το σωτήριο έτος 1989, με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συνόδευσαν την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, για να πληροφορηθεί, προς μεγάλη του έκπληξη,  μέσα στα αρχεία της περιβόητης Στάζι, πως ο προδότης της ομάδας, το πρόσωπο δηλαδή που κάρφωνε στο Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τα ονόματα και τα σχέδια φυγάδευσης στη Δύση, ήταν ένας υπεράνω υποψίας έλληνας φοιτητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του δυτικού Βερολίνου. Η συναρπαστική αλλά ταυτόχρονα και θλιβερή για άλλους ιστορία της δράσης αυτού του Έλληνα στην υπηρεσία της Στάζι αποτελεί μια μικρή αλλά χαρακτηριστική ψηφίδα μέσα στο ιστορικό μωσαϊκό μιας ιδιαίτερα δραματικής περιόδου του Ψυχρού Πολέμου.

Οι οργανώσεις για τους φυγάδες


Το Τείχος του Βερολίνου μπροστά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου (1961)
(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 145-P061246 / - / CC-BY-SA 3.0)

Λίγες μέρες μετά την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, τον Αύγουστο 1961, είχαν δημιουργηθεί στον δυτικό τομέα της πόλης διάφορες οργανώσεις με σκοπό να βοηθούν στην φυγάδευση πολιτών της ΛΔ Γερμανίας, που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Αρκετές από τις ομάδες αυτές είχαν στην αρχή ιδεαλιστικά κίνητρα, αργότερα όμως για τις δραστηριότητές τους ενδιαφέρθηκαν διάφορες δυτικές μυστικές υπηρεσίες και τις ενίσχυαν οικονομικά.  Μια από αυτές τις οργανώσεις ήταν η «Ομάδα Γκίρμαν» που αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές του Ελεύθερου Πανεπιστήμιου γύρω από τους Ντέτλεφ  Γκίρμαν, Ντίτερ Τίμε και Μπόντο Κέλερ. Για κάποιο διάστημα στην ομάδα συμμετείχε και ο Μπούρκχαρτ Βάιγκελ,  πριν ανεξαρτητοποιηθεί και δημιουργήσει μια δική του, παρόμοια οργάνωση. Ιδεολογικά τα στελέχη της οργάνωσης ήταν κοντά στους Σοσιαλδημοκράτες, πράγμα όμως που δεν τους εμπόδισε κάποια στιγμή, για οικονομικούς κυρίως λόγους, να συνεργαστούν με την αντίστοιχη οργάνωση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, η οποία είχε καλύτερες προσβάσεις σε διάφορα μυστικά κονδύλια.

Η φυγάδευση ανατολικογερμανών προς στη Δύση γίνονταν τα πρώτα χρόνια μετά την κατασκευή του Τείχους με διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς ήταν μέσω διάφορων αυτοσχέδιων τούνελ που περνούσαν κάτω από το αυστηρά φρουρούμενο σύνορο των δυο αντίπαλων συστημάτων και συνέδεαν πχ το υπόγειο μιας κατοικίας στον ανατολικό τομέα, με ένα ασφαλές κοντινό σημείο στο δυτικό τμήμα της πόλης. Πολύ συχνά χρησιμοποιούνταν επίσης πλαστά διαβατήρια άλλων δυτικών χωρών, στα οποία είχε αντικατασταθεί η φωτογραφία του κατόχου με εκείνη του υποψήφιου φυγάδα. Στους πρώτους τρεις μήνες χρησιμοποιήθηκε επίσης, ως μέσο διαφυγής, το υπόγειο σύστημα αποχέτευσης της πόλης, μέχρι να το αντιληφθούν οι ανατολικογερμανικές αρχές και να λάβουν τα ανάλογα μέτρα, φράζοντας με χοντρές σιδερένιες σχάρες τα υπόγεια κανάλια.

Μια ακόμη δυνατότητα διαφυγής προσφέρονταν εκείνη την εποχή μέσω της διεθνούς σιδηροδρομικής γραμμής («τράνζιτ»), που λειτουργούσε μεταξύ Ανατολικού Βερολίνου και Κοπεγχάγης, την οποία επιτρέπονταν να χρησιμοποιούν και οι δυτικοβερολινέζοι, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρούς ελέγχους. Κάποια μέλη των οργανώσεων έφερναν μαζί τους από τον δυτικό τομέα πλαστά διαβατήρια και εισιτήρια της διαδρομής, τα προμήθευαν στους  υποψήφιους φυγάδες στον ανατολικό σιδηροδρομικό σταθμό και στη συνέχεια τους συνόδευαν στο ταξίδι για την Κοπεγχάγη. Ενώ άλλες οργανώσεις υποστήριξης φυγάδων εκμεταλλεύτηκαν με επιτυχία για ενάμισι περίπου  χρόνο την δυνατότητα αυτή, η «Ομάδα Γκίρμαν» δέχτηκε, μετά από μόλις έξι βδομάδες, ένα σκληρό χτύπημα από τις ανατολικογερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας. Στις 17 Φεβρουαρίου 1962 συνελήφθησαν οι φυγάδες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, και την επόμενη μέρα επίσης τέσσερα μέλη της οργάνωσης, τα οποία είχαν μεταβεί για να διαπιστώσουν τα αίτια της αποτυχίας της επιχείρησης. Κανένας δεν είχε αντιληφτεί εκείνη την εποχή, ότι η Στάζι είχε ήδη διεισδύσει στον πυρήνα της οργάνωσης, μέσω του Γ.Ρ., του έλληνα συνεργάτη της.

Ο έλληνας χαφιές

Ο Γ.Ρ.,  γεννημένος το 1938 σε ένα νησί του ανατολικού Αιγαίου, προέρχονταν από μια αγροτική αριστερή οικογένεια. Όπως αναφέρει ο φάκελός του στα αρχεία της Στάζι, ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής και ο ίδιος έγινε κομμουνιστής περισσότερο λόγω «οικογενειακής παράδοσης» παρά από «συνειδητοποίηση». Το 1957 ξεκίνησε να σπουδάζει χημικός στο δυτικό Βερολίνο, και έπαιρνε μάλιστα από το πρώτο κιόλας εξάμηνο των σπουδών του, μια υποτροφία 350 μάρκων από την πόλη του Δυτικού Βερολίνου. Το 1960 θέλησε να γίνει μέλος στην τοπική οργάνωση του κομουνιστικού κόμματος στο Δυτικό Βερολίνο (Sozialistische Einheitspartei West-Berlin), το αίτημά του όμως απορρίφτηκε από τους γερμανούς συντρόφους, λόγω των «θολών» και «ασυμβίβαστων με την πειθαρχία του κόμματος» ιδεών του.  Εκείνη την εποχή ο Γ.Ρ. έγραφε συχνά σε διάφορα αριστερά φοιτητικά περιοδικά και εφημερίδες, εγκωμιάζοντας τον σοσιαλισμό, οι συνάδελφοί του όμως, τον θεωρούσαν απλά «τρελό» .

Το 1961 ερωτεύτηκε μια γερμανίδα από το ανατολικό Βερολίνο, χωρίς να γνωρίζει, ότι εκείνη εργάζονταν για τη Στάζι, κι ότι είχε εντολή να τον  βολιδοσκοπήσει και ενδεχομένως να τον στρατολογήσει στην υπηρεσία, πράγμα που τελικά επετεύχτηκε. Στις 30 Οκτωβρίου 1961 ο Γ.Ρ. υπέγραψε στο γραφείο της Στάζι στον σταθμό Φριντριχστράσε μια  «δήλωση ανάληψης υποχρεώσεων» ως «ανεπίσημος συνεργάτης» (Inoffizieller  Mitarbeiter, IM) .

Οι «ανεπίσημοι συνεργάτες» ήταν «ο πνεύμονας της Στάζι, χωρίς τον οποίον ήταν αδύνατον να αναπνεύσει» - όπως λέγονταν χαρακτηριστικά - και σε αντίθεση με τους μόνιμους υπάλληλους  που εργάζονταν στα γραφεία της, ασκούσαν κανονικά επαγγέλματα και διεκπεραίωναν τη «χαφιέδικη εργασία» σε χώρους κοινωνικής δραστηριότητας (π.χ. εργοστάσια, σωματεία, αθλητικές ομάδες, φοιτητικές και εκκλησιαστικές οργανώσεις). Όπως αναφέρουν σχετικά οι Σ. Δορδανάς/Β. Καλογρηάς, σε αντίθεση με τους συνεργάτες άλλων μυστικών υπηρεσιών σε χώρες της «καπιταλιστικής Δύσης», δεν είχαν μόνο την αποστολή να εκμαιεύσουν πληροφορίες από τους διάφορους υπόπτους αλλά και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, να γίνουν «κοινωνοί» των σκέψεων και των απόψεων τους και, τέλος, να τους επηρεάσουν για λογαριασμό της Στάζι, και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Στάζι, δηλαδή, δεν ήταν απλώς μια μυστική υπηρεσία πληροφοριών αλλά στην ουσία ένας ενοποιημένος μηχανισμός παρακολούθησης, καταστολής και δικαστικής δίωξης. Διέθετε μάλιστα τους δικούς της δικαστές και εισαγγελείς, όπως και τα δικά της κρατητήρια, ενώ ο κύριος σκοπός της ήταν η έγκαιρη εξουδετέρωση ανατρεπτικών ενεργειών κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Ο Γ.Ρ., προβάλλοντας καθαρά ιδεολογικούς λόγους, δεν ζήτησε στην αρχή οιαδήποτε αμοιβή για τις υπηρεσίες του προς τη Στάζι, γεγονός που οδήγησε την υπηρεσία να είναι τον πρώτο καιρό επιφυλακτική απέναντί του. Αργότερα όμως, από το καλοκαίρι του 1962, όταν είχε διεισδύσει στην «Ομάδα Γκίρμαν» και είχε τις πρώτες επιτυχίες, ζημιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητές της, και όταν διάφοροι άλλοι πράκτορες της Στάζι επιβεβαίωναν την αποτελεσματικότητά του, κέρδισε την εμπιστοσύνη της υπηρεσίας.  

Καταδίδοντας φυγάδες


Υπάλληλος των ανατολικογερμανικών σιδηροδρόμων επιθεωρεί ένα τούνελ διαφυγής (1962)
(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-90157-0001 / Junge, Peter Heinz / CC-BY-SA 3.0)

Η Στάζι πρότεινε αρχικά στον Γ.Ρ. να ανακατευτεί λόγω της φοιτητικής του ιδιότητας, με τις οργανώσεις υποστήριξης των φυγάδων στο Δυτικό Βερολίνο. Έτσι ήδη τον Νοέμβριο του ίδιου έτους γνωρίστηκε με τον Ντέτλεφ Γκίρμαν και εκδήλωσε την προθυμία του να βοηθήσει στο έργο της ομάδας του. Στην πρώτη επιχείρηση, που είχε σχεδιαστεί λεπτομερώς μαζί με τη Στάζι, ο Γ.Ρ. κατάφερε να περάσει, - εν γνώσει των φρουρών στη διάβαση ελέγχου – με ένα πλαστό ελβετικό διαβατήριο έναν ανυποψίαστο ανατολικογερμανό στο δυτικό τμήμα της πόλης, κερδίζοντας έτσι την αναγνώριση και εκτίμηση των άλλων μελών της «Ομάδας Γκίρμαν». Για τρεις περίπου δεκαετίες ο ευτυχής φυγάδας ευγνωμονούσε τον έλληνα σωτήρα του, μη γνωρίζοντας ότι είχε απλά χρησιμοποιηθεί σε μια στημένη από τη Στάζι επιχείρηση, η οποία είχε σκοπό να αποκτηθούν στην πράξη όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την μορφή τέτοιων επιχειρήσεων και κυρίως να εντοπιστούν τα τυχόν αδύνατα σημεία του κατασταλτικού μηχανισμού, ώστε στο μέλλον να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά.

Στα τέλη Δεκεμβρίου 1961 άλλη μια επιτυχία ήρθε να προστεθεί στη δράση του έλληνα «βοηθού φυγάδων» - και πάλι εν γνώσει της Στάζι -  με την απόδραση ενός ακόμη ανατολικογερμανού πολίτη. Κι αυτή τη φορά ο Γ.Ρ. κέρδισε τον θαυμασμό των συντρόφων της ομάδας, ενώ σε κανέναν από αυτούς δεν προκλήθηκε στη συνέχεια η παραμικρή υποψία, όταν εκείνος αρνούνταν, με διάφορες προφάσεις, να λάβει μέρος στις επόμενες επιχειρήσεις, φρόντιζε όμως να μην απουσιάζει ποτέ από τις εμπιστευτικές συγκεντρώσεις, που γίνονταν για την προετοιμασία τους.

Στα επόμενα τρία περίπου χρόνια ο έλληνας πληροφοριοδότης μετέφερε στη Στάζι κάθε στοιχείο που έπεφτε στα χέρια του ή στην αντίληψή του: λίστες ονομάτων υποψηφίων φυγάδων όπως και μελών των οργανώσεων που συμμετείχαν τις επιχειρήσεις, στοιχεία των ξένων διαβατηρίων που θα χρησιμοποιούνταν κάθε φορά, λεπτομέρειες από τα σχέδια φυγάδευσης, όπως και τυχόν πληροφορίες που είχαν οι οργανώσεις για τα αδύνατα σημεία στους τόπους ελέγχων στο ανατολικό Βερολίνο, και διάφορα άλλα στοιχεία, χωρίς ποτέ να γίνει αντιληπτός. Μερικές φορές έπαιρνε κι ο ίδιος ενεργά μέρος σε επιχειρήσεις της ομάδας μέσα στο ανατολικό Βερολίνο.

Τον Μάρτιο 1962 ο Γ.Ρ. αναβαθμίστηκε στην ιεραρχία της υπηρεσίας και από «ανεπίσημος» έγινε «μυστικός συνεργάτης» (Geheimer Mitarbeiter, GM), μια ιδιότητα που συνοδεύονταν και από κάποια  χρηματική αμοιβή. Παρακολούθησε μαθήματα συνωμοτικής δράσης και κωδικοποίησης μηνυμάτων, ενώ η Στάζι τού παραχώρησε ειδικό χαρτί «αόρατης γραφής», καθώς επίσης και ένα μαγνητόφωνο για την καταγραφή μεγαλύτερων μηνυμάτων προς τους εντολοδόχους του. Από το 1963 και μετά είχε επίσης στη διάθεσή του δυο μυστικούς «αγγελιοφόρους», που μετέφεραν τα μηνύματά του στο Ανατολικό Βερολίνο, ώστε να μη χρειάζεται να το επισκέπτεται ο ίδιος συχνά, με κίνδυνο να κινήσει υποψίες.

Τον Σεπτέμβριο του 1963 ο Γ.Ρ. διέκοψε τη συνεργασία με τη Στάζι. Πιθανόν να ταράχτηκε μετά τη μαζική σύλληψη 17 ατόμων, κατόπιν ενεργειών του, σε μια επιχείρηση διαφυγής προς την Κοπεγχάγη.   Οι προβληματισμοί του ίσως να μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο μετά από την γνωριμία του με έναν από τους συνεργάτες των οργανώσεων φυγάδευσης, ο οποίος είχε συλληφθεί από τις ανατολικογερμανικές αρχές και είχε εγκλειστεί για δυο χρόνια στις φρικτές φυλακές της Στάζι, Μπάουτσεν ΙΙ, για αντικαθεστωτικούς. Στα επόμενα χρόνια απέφευγε τις επαφές με τον υπεύθυνο σύνδεσμο της Στάζι χρησιμοποιώντας διάφορες δικαιολογίες, όπως για παράδειγμα ότι έκανε δήθεν την στρατιωτική του θητεία στην Ελλάδα - πράγμα όμως που η Στάζι είχε πληροφορηθεί ότι δεν ίσχυε, αλλά τον άφησε ήσυχο. Τον Απρίλιο του 1967 όμως, εντελώς αναπάντεχα, πείστηκε να συμμετάσχει σε μια ακόμη επιχείρηση της Στάζι και να συμβάλει με τις πληροφορίες του στη σύλληψη μια ανατολικογερμανικής οικογένειας, που προσπάθησε με τη βοήθεια μιας γνωστής του βερολινέζας να διαφύγουν στη Δύση μέσω Τσεχοσλοβακίας. Τόσο η οικογένεια όσο και η δυτικογερμανίδα υποστηρίκτριά της, συνελήφθησαν με την βοήθεια των τσεχοσλοβάκικων αρχών και κατέληξαν στη φυλακή. Μετά από αυτό ο Γ.Ρ. φαίνεται πως είχε διακόψει οριστικά κάθε συνεργασία με την Στάζι.

Επίλογος

Σύμφωνα με τον Μπούρκχαρτ Βάιγκελ, συνολικά γύρω στα 220 άτομα (οκτώ εξ αυτών δυτικογερμανοί) έπεσαν θύματα της δραστηριότητας τού έλληνα συνεργάτη της Στάζι. Μετά την πτώση του Τείχους, μερικοί  επεδίωξαν να κινηθούν δικαστικά εναντίον του, χωρίς όμως επιτυχία, επειδή τα αδικήματα είχαν ήδη παραγραφεί. Ο Γ.Ρ. απεβίωσε στο Βερολίνο το 2008, μετά από μακρόχρονη ασθένεια. Κάποιοι που τον γνώρισαν λένε πως μέχρι το τέλος της ζωής του δεν μετάνιωσε για τίποτα. Όποια κι αν ήταν τα βαθύτερα κίνητρα στην επιλογή του να υπηρετήσει εκείνα τα χρόνια τη λαομίσητη Στάζι, ίσως κάποιες νύχτες να άκουγε μέσα του  - όπως λέει κι ο αλεξανδρινός ποιητής - μια απαίσια βοή, θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει, και να κατάλαβε τι είδος βοή είναι τούτη, να τάʼνοιωσε πια τα βήματα των Εριννύων.

Πηγές:

• Burkhart Veigel: Wege durch die Mauer – Fluchthilfe und Stasi zwischen Ost und West. Edition Berliner Unterwelten im Ch. Links Verlag. Berlin 2015.

• Στράτος  Δορδανάς & Βάιος Καλογρηάς: «Οι Έλληνες της Στάζι: Το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας και οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία». Έκδοση Πανεπιστήμιο Μακεδονίας,  2015.

 

 

Το Τείχος του Βερολίνου μπροστά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου (1961)

(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 145-P061246 / - / CC-BY-SA 3.0)

 


Υπάλληλος των ανατολικογερμανικών σιδηροδρόμων επιθεωρεί ένα τούνελ διαφυγής (1962)
(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-90157-0001 / Junge, Peter Heinz / CC-BY-SA 3.0)