Η Βίλα Μπιάνκα, η Lago Maggiore

και η ιστορία ενός εγκλήματος

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο       

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Εξάντας» του Βερολίνου, τεύχος 18, Ιούνιος 2013)   

 


 

   Η Βίλα Μπιάνκα στη Θεσσαλονίκη
   πηγή: Δήμος Θεσσαλονίκης

„…Ein Mann wohnt im Haus

der spielt mit den Schlangen

der schreibt

der schreibt wenn es dunkelt

nach Deutschland

dein goldenes Haar Margarete…“

Paul Celan, Todesfuge, 1947

 

Μεγάλη ταραχή είχε ξεσπάσει στη μικρή ελβετική κωμόπολη εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα όταν από τα καθαρά νερά της λίμνης Lago Maggiore στο Piemont  της βόρειας Ιταλίας ανασύρθηκε το πτώμα ενός αγνώστου ατόμου. Η κατάσταση του σώματος μαρτυρούσε, ότι αυτό θα πρέπει να βρίσκονταν πολλές μέρες μέσα στο νερό, ενώ ένα τραύμα από σφαίρα πίσω στον αυχένα βεβαίωνε, ότι το πρόσωπο αυτό είχε πιθανότατα δολοφονηθεί εν ψυχρώ. Τις τελευταίες μέρες ολοένα και περισσότερο κυκλοφορούσαν φήμες, ότι από την άλλη μεριά των συνόρων οι Γερμανοί είχαν σκοτώσει πολύ κόσμο, γίνονταν λόγος για οικογένειες ολόκληρες, πλούσιων Εβραίων από άλλες περιοχές και χώρες. Οι συζητήσεις για το φρικιαστικό γεγονός ξεπέρασαν σύντομα τα τοπικά γεωγραφικά όρια και ο διεθνής Τύπος της εποχής άρχισε να διερευνά το θέμα.

Μια βίλα στη Θεσσαλονίκη


   Η Aline με τον
   Σπύρο Αλιμπέρτη

Ερχόμενος κανείς οδικώς από το αεροδρόμιο και με κατεύθυνση το κέντρο της Θεσσαλονίκης, όταν  βρεθεί στη αρχή της οδού Βασιλίσσης Όλγας και συγκεκριμένα στη γωνία με την οδό Θεμιστοκλέους Σοφούλη, θα αντικρίσει στα αριστερά του ένα μεγαλοπρεπές κτίριο που ξεχωρίζει ιδιαίτερα ανάμεσα στα πολυώροφα τσιμεντένια μπλοκ γύρω του. Πρόκειται για τη γνωστή σε όλους τους Θεσσαλονικείς Βίλα Μπιάνκα (ή Casa Bianca ή Villa Blanche ή Villa Fernandez), ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και δυστυχώς ελάχιστα δείγματα παρόμοιας αρχιτεκτονικής, που σώθηκαν από τη λαίλαπα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης στον Ελλαδικό χώρο. Η βίλα αυτή κτίστηκε το 1912 για τον ιταλικής υπηκοότητας μεγαλoεπιχειρηματία Dino Fernandez Diaz, γόνο πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας εμπόρων Σεφαρδιτών, η οποία είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 18ου αιώνα, προερχόμενη από τη Γένουα της Ιταλίας. Οι Fernandez  μαζί με τους Modiano, Allatini και Morpurgo συγκαταλέγονταν στα πλέον επίλεκτα μέλη της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Οι μεγαλοαστικές αυτές οικογένειες κατοικούσαν εκείνη την εποχή σε μεγαλοπρεπείς επαύλεις κυρίως κατά μήκος της οδού Βασιλίσσης Όλγας, στη λεγόμενη περιοχή των «Εξοχών». Από τα άλλοτε αρχοντικά αυτά κτίρια, μόνον λίγα έχουν σωθεί μέχρι σήμερα.

Τα σχέδια του σπιτιού έκανε ο Ιταλός Pierro Arrigoni (1856-1940), ένας αρχιτέκτων, που κόσμησε την συμπρωτεύουσα και με αρκετά άλλα αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα, όπως το σημερινό Ιπποκράτειο Νοσοκομείο ή τη βίλα Μεχμέτ Καπαντζή. Το στιλ του κτιρίου είναι εκλεκτικιστικό, ενσωματώνει στοιχεία μπαρόκ και Art Nouveau, ακολουθώντας τα αρχιτεκτονικά ρεύματα της εποχής στην Κεντρική Ευρώπη. Αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα,  όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, την τάση των αστών της πόλης για εξωστρέφεια κατά τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Dino Fernandez έδωσε στην έπαυλη το όνομα της συζύγου Blanche ή Bianca Meyer, μιας καθολικής Ελβετίδας, την οποία γνώρισε και ερωτεύτηκε, όταν εκείνη φρόντιζε τη μητέρα του, και με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: την Aline, τη Nina και τον Pierre. Η ιστορία της βίλας είναι συνδεδεμένη επίσης με την ιστορία του ερωτικού ειδυλλίου της κόρης του Aline  με τον (καθολικό) ανθυπολοχαγό Σπύρο Αλιμπέρτη. Εξ αιτίας της άρνησης των γονέων της να αποδεχτεί τη σχέση της με έναν χριστιανό, το ζευγάρι «κλέφτηκε» και κατέβηκε στην Αθήνα, όπου παντρεύτηκαν, αφού προηγουμένως η Aline βαφτίστηκε χριστιανή. Το γεγονός αυτό είχε κυριαρχήσει για πολύ καιρό στις διάφορες κοινωνικές συζητήσεις της εποχής στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα ο Dino Fernandez συμβιβάστηκε με την επιλογή της θυγατέρας του και αποδέχτηκε το νεαρό ζευγάρι στη Θεσσαλονίκη.

Ο Dino Fernandez εκείνη την εποχή δραστηριοποιούνταν σε διάφορες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Μαζί με τον Misrachy είχε τη Ζυθοποιία «Όλυμπος», την οποία αργότερα αγόρασε η γνωστή εταιρεία «FIX». Με τον γαμπρό του Αλιμπέρτη και άλλους συνεταίρους είχε στήσει ένα εργοστάσιο παγοποιίας στη Καβάλα, ενώ ήταν επίσης συνέταιρος με τον Torres και άλλους, σε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας γιούτας, τη μετέπειτα εταιρεία  «ΒΙΛΚΑ» της Θεσσαλονίκης.  Η οικογένεια Fernandez  ζούσε μια μεγαλοαστική ζωή  και πέρα από τακτικές χορηγίες σε κοινωφελή ιδρύματα της Ισραηλιτικής Κοινότητας της εποχής, δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα του εβραϊκού στοιχείου της πόλης, που στην συντριπτική του πλειοψηφία του ήταν εργάτες ή μικροεπαγγελματίες. Η έπαυλή τους έζησε λαμπρές οικογενειακές γιορτές και δεξιώσεις, στις οποίες συμμετείχαν τότε διακεκριμένες προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας της πόλης (τραπεζίτες και έμποροι) καθώς και πολιτικοί, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος ή ο βασιλιάς Γεώργιος.

Το εσωτερικό του κτιρίου θα πρέπει να ήταν διακοσμημένο με περισσή πολυτέλεια, αντίστοιχη της ιδιωτικής τους ζωής.  Ο φίλος Ανδρέας Ασσαέλ, ο οποίος μεγάλωσε στην γειτονιά αυτή, θυμάται, όταν κάποτε το 1971 είχε εισέλθει στη βίλα, μια μαρμάρινη μπανιέρα στο μπάνιο της με μια χρυσή βρύση σε σχήμα ψαριού,  περίτεχνα παρκέ πατώματα και  σιδηρόχυτα σώματα καλοριφέρ με καλαίσθητες  παραστάσεις λουλουδιών, ενώ ο πατέρας του, κ. Φρέντυ Ασσαέλ, είχε αναμνήσεις από τους Fernandez, ντυμένους με τις ανάλογες στολές, να κάνουν ιππασία μέχρι το Καραμπουρνάκι ή επίσης, από τα παιδιά τους, να παίζουν στην αυλή με την φροντίδα μιας γαλλίδας γκουβερνάντας.

Η σύζυγος του Dino, Bianca Fernandez πέθανε στο Παρίσι το 1934 και δεν έμελλε να ζήσει τα επόμενα τραγικά χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, που επακολούθησαν. 

Το Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη


   Bundesarchiv, Bild 183-R99237
   Foto: o.Ang. │Mai 1941  
 

  Αντιεβραϊκό πλακάτ στα
  τζάμια καταστήματος

Στις 9 Απριλίου 1941 οι πρώτες στρατιωτικές φάλαγγες των Γερμανών μπήκαν στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη την εποχή ζούσαν στην πόλη περίπου 50.000 Εβραίοι, μια θρησκευτική κοινότητα με παρουσία από τον 2ο αιώνα μ. Χ., στην συντριπτική τους πλειοψηφία τους όμως Σεφαρδίτες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί το 1492, προερχόμενοι από την Ιβηρική χερσόνησο, μετά τους διωγμούς που υπέστησαν από τους βασιλείς Φερδινάνδο και Ισαβέλλα. Κατά τους πρώτους μήνες της Κατοχής, οι δραστηριότητες των κατακτητών είχαν επικεντρωθεί κυρίως στη συστηματική συλλογή πληροφοριών για το Εβραϊκό στοιχείο της πόλης καθώς και της υπόλοιπης βόρειας Ελλάδας. Πέρα από κάποια μεμονωμένα αντιεβραϊκά μέτρα, όπως την απαγόρευση εισόδου των Εβραίων σε καφενεία και εστιατόρια, την  απαγόρευση κυκλοφορίας της  Ισπανοεβραϊκής καθημερινής εφημερίδας «Μεσατζέρο», ή την επίταξη ενός αριθμού εβραϊκών σπιτιών και δημοσίων κτιρίων, οι Γερμανοί δεν έδειχναν ακόμη κάποια έντονα σημάδια για τα μετέπειτα εγκληματικά τους σχέδια, ώστε κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί την επερχόμενη καταστροφή. Για τους σκοπούς τους  αυτούς  είχαν φροντίσει από την αρχή να διορίσουν στην ηγεσία της Κοινότητας άτομα της εμπιστοσύνης τους και πρόθυμα να συνεργαστούν μαζί τους.


   Bundesarchiv, Bild 101I-1680894-19A
   Foto: Dick │Juli 1942
 

   Βίαιη συγκέντρωση των αρρένων
  Εβραίων στην Πλατεία Ελευθερίας
  για καταγραφή (11 Ιουλίου 1942)

Το καλοκαίρι του 1942 οι διωγμοί ενάντια στους Εβραίους της πόλης παίρνουν μια μαζική μορφή. Συγκεκριμένα, στις 11 Ιουλίου όλοι οι εβραίοι άνδρες ηλικίας 18 – 45 ετών υποχρεώνονται να προσέλθουν στην Πλατεία Ελευθερίας για να δηλωθούν και υφίστανται απερίγραπτα μαρτύρια και εξευτελισμούς. Στη συνέχεια οδηγούνται σε καταναγκαστικά έργα, εξαναγκάζοντας την Ισραηλιτική Κοινότητα να καταβάλει στους Γερμανούς λύτρα 2,5 δις δρχ. για να τους απαλλάξει. Τον Δεκέμβριο του 1942 οι Γερμανοί λεηλατούν πολλές  εβραϊκές επιχειρήσεις, ενώ επίσης τον ίδιο μήνα καταστρέφεται πλήρως το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο, που καταλάμβανε έκταση 300.000 τμ, στο χώρο της σημερινής Πανεπιστημιούπολης. Ταφόπλακες ανεκτίμητης ιστορικής αξίας αφαιρέθηκαν, πουλήθηκαν σαν δομικό υλικό, ενώ χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και ως πλάκες αυλών και πεζοδρομίων. Στο διάστημα αυτό, οι Γερμανοί αντικατέστησαν τον πρόεδρο της Κοινότητας, που οι ίδιοι είχαν αρχικά τοποθετήσει, με τον Αρχιραβίνο Zvi Koretz, διδάκτορα φιλοσοφίας και σημιτικών γλωσσών  στη Ανώτερη Σχολή Eπιστήμης του Εβραϊσμού (Hochschule für die Wissenschaft des Judentums)  του Βερολίνου. Ο Korets ήταν της γνώμης, ότι με την πειθήνια συμμόρφωση, οι Ναζί θα μπορούσαν να κατευναστούν και με την διπλή ιδιότητα του ραβίνου και του προέδρου, όχι μόνον εκτελούσε όλες τις εντολές των Γερμανών, αλλά και παρότρυνε την Κοινότητά του να υπακούσει.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1943, κατέφτασε στη Θεσσαλονίκη μια επιτροπή των SD με επικεφαλής τους  Dieter Wisliceny και Alois Brunner και έβαλε σε λειτουργία τον μηχανισμό για το οριστικό ξεκλήρισμα των Εβραίων, θέτοντας σε εφαρμογή τους φυλετικούς νόμους. Λίγες μέρες αργότερα δόθηκε η διαταγή, που υποχρέωνε τους Εβραίους να φορούν το κίτρινο Άστρο του Δαυίδ. Τα καταστήματα και τα γραφεία τους έπρεπε να σημαδευτούν με παρόμοιο τρόπο και οι κατοικίες τους περιορίζονται σε ορισμένες μόνο συνοικίες γκέτο. Πριν αρχίσει ο εκτοπισμός και οι θεσσαλονικείς Εβραίοι επιβιβαστούν στοιβαγμένοι στα τρένα, συγκεντρώνονταν με τη βία για μερικές μέρες στο συνοικισμό του Βαρόνου Χιρς, που βρίσκονταν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Στις 15 Μαρτίου αναχώρησε από την Θεσσαλονίκη  ο πρώτος συρμός με προορισμό τα στρατόπεδα του Auschwitz και Birkenau. Δεκαεννέα συνολικά αποστολές μετέφεραν  μέχρι την 7η Αυγούστου 1943  το σύνολο σχεδόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στους τόπους της εξόντωσης του Τρίτου Ράιχ. Παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες οργανώσεων του ΕΑΜ αλλά και ορισμένων χριστιανών κληρικών, ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων ή και μεμονωμένων πολιτών για τη διάσωση τους, το 96% της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης δολοφονήθηκε.

Όσο διαρκούσε ο συστηματικός εκτοπισμός, το ιταλικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη, είχε αρχίσει κάτω από τη μύτη των Γερμανών, να βοηθάει  και να φυγαδεύει θεσσαλονικείς Εβραίους, χορηγώντας τους πλαστά χαρτιά ιταλικής ιθαγένειας. Με πρωτοβουλία του τότε πρόξενου Guelfo Zamboni (1897-1994), όπως και του διαδόχου του Giuseppe Castruccio (1887-1985), περίπου 350 έλληνες Εβραίοι μπόρεσαν να γλυτώσουν έτσι από τον εκτοπισμό στα στρατόπεδα εξόντωσης. Σε όλη αυτή την επιχείρηση διάσωσης σημαντική υπήρξε επίσης η βοήθεια του ιταλού αξιωματικού Lucillo Merci (1889-1984) ο οποίος υπηρετούσε τότε στο ιταλικό Προξενείο ως διερμηνέας και αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο με τις γερμανικές αρχές Κατοχής.


   Κατεστραμμένες πλάκες
   εβραϊκών μνημάτων σε αυλή
   της Άνω Πόλης
   πηγή: valiacaldadog.blogspot

Οι Fernandez, ως Ιταλοί υπήκοοι, δεν υποχρεώθηκαν να εγκλειστούν στο γκέτο του Βαρόνου Χιρς. Στις αρχές Αυγούστου 1943, κάτω από ένα ολοένα απειλητικότερο κλίμα,  η οικογένεια αποφάσισε μαζί με άλλες εβραϊκές οικογένειες  να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Με τη βοήθεια του ιταλικού προξενείου και τη συνοδεία του αξιωματικού Merci, μια ομάδα 40 περίπου ατόμων αναχώρησε για τη βόρεια Ιταλία και προς το τέλος της διαδρομής, οι μισοί κατευθύνθηκαν στη Φλωρεντία ενώ οι υπόλοιποι, περί τα 20 άτομα, με μέλη των οικογενειών Fernandez, Mosseri, Torres και Modiano,  στην περιοχή του Piemont και συγκεκριμένα  στην πόλη Meina,  στις όχθες της λίμνης Lago Maggiore, μόλις λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Ελβετία.

Τα εγκλήματα στη Lago Maggiore

Το καλοκαίρι του 1943 ο πόλεμος είχε πάρει μια νέα τροπή. Μετά την απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία ο βασιλιάς της Ιταλίας Vittorio Emanuele III. αντικατέστησε τον Benito Mussolini, που συνελήφθη και ετέθη υπό περιορισμό,  με τον αντιστράτηγο Pietro Badoglio ως αρχηγό του κράτους. Μέσα στην ανασφαλή για τη Γερμανία νέα αυτή κατάσταση, μεταφέρθηκε τον Αύγουστο του 1943 από το ρωσικό μέτωπο στη βόρεια Ιταλία μια από πιο επίλεκτες μονάδες των Waffen-SS, η περιβόητη Leibstandarte-SS Adolf Hitler. Όταν στις  8. Σεπτεμβρίου 1943 έγινε γνωστή η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Badoglio με τους Συμμάχους, ένα τάγμα της παραπάνω μονάδας των SS έλαβε τη διαταγή να αφοπλίσει τους Ιταλούς στην ευρύτερη περιοχή της Βερόνα και στη συνέχεια, στο διάστημα 11 έως 14 Σεπτεμβρίου, εγκαταστάθηκε στη δυτική όχθη της λίμνης Lago Maggiore. Εκείνη την περίοδο στις γραφικές κωμοπόλεις γύρω από τη λίμνη ζούσαν πολλές εβραϊκές οικογένειες,  εντόπιες αλλά και από διάφορες περιοχές της Ιταλίας, που επιζητούσαν καταφύγιο από την καταπίεση ιταλικών φασιστικών κύκλων καθώς και από την απειλή των συμμαχικών βομβαρδισμών.


   Η κωμόπολη Meina
   στη Lago Maggiore

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1943 μέλη των SS σε μια καλά οργανωμένη επιχείρηση στις πόλεις Meina, Arona, Baveno, Mergozzo και Orta San Giulio συνέλαβαν έναν αριθμό Εβραίων με τη βοήθεια ονομαστικών καταλόγων, που τους έδωσαν οι  τοπικές φασιστικές αρχές και άλλοι ιταλοί συνεργάτες καταδότες, οι οποίοι θέλησαν να πλουτίσουν, εκμεταλλευόμενοι την τραγική θέση των θυμάτων. Οι συλλήψεις συνεχίστηκαν και τις επόμενες δυο μέρες και σε άλλες πόλεις της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα από τα θύματα αφαιρέθηκαν με εκβιαστικό τρόπο σημαντικά χρηματικά ποσά και άλλα προσωπικά αντικείμενα μεγάλης αξίας. Στην πόλη Meina, μέλη του 4ου λόχου των SS κρατούσαν φυλακισμένους μέσα στο ξενοδοχείο Grand Hotel 16 πελάτες του, μεταξύ αυτών και τις οικογένειες από τη Θεσσαλονίκη. Οι ηλικίες των κρατουμένων κυμαίνονταν μεταξύ 12 και 76 ετών. Συνέλαβαν επίσης και την πενταμελή οικογένεια του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, Εβραίων από την Κωνσταντινούπολη. Οι μέρες και οι νύχτες κράτησης, στο ιδιαίτερα ευρύχωρο δωμάτιο 420, του τελευταίου ορόφου του ξενοδοχείου,  θα πρέπει να υπήρξαν πολύ δραματικές. Οι κρατούμενοι προαισθανόμενοι το μεγάλο κακό που τους περίμενε, θρηνούσαν ή προσεύχονταν συχνά. Αλλά μάταια.


   Το ξενοδοχείο Grand Hotel
   στη Meina

Μεταξύ 19 και 22 Σεπτεμβρίου 1943, στην πόλη Baveno, σε μια συνδιάσκεψη των αξιωματικών των SS, υπό τη διεύθυνση του λοχαγού Röhwer, αποφασίστηκε να δολοφονηθούν όλοι οι κρατούμενοι και τα πτώματά τους να πεταχτούν στα νερά της λίμνης. Τη νύχτα από την 22α προς 23η Σεπτεμβρίου 1943, ένα απόσπασμα παρέλαβε από το ξενοδοχείο, σε τρεις διαδρομές, από τέσσερα άτομα κάθε φορά, τα οδήγησε σε ένα απομακρυσμένο σημείο του δάσους κοντά στις όχθες και τα εκτέλεσε εν ψυχρώ. Στη συνέχεια, μια άλλη ομάδα Γερμανών, αφού έδενε με σύρματα τα πτώματα με διάφορα βαρίδια από βαριές πέτρες ή σίδερα, τα οδηγούσε με βάρκα στα βαθιά της λίμνης, όπου και τα πετούσε. Με τον ίδιο τρόπο δολοφονήθηκαν στις γειτονικές πόλεις Stresa και Baveno τουλάχιστον έξι άλλοι Εβραίοι, ενώ συνολικά εκείνες τις μέρες σε όλη την περιοχή της Lago Maggiore γύρω στα 56 άτομα.

Εκείνη τη φριχτή νύχτα δολοφονήθηκαν τα παρακάτω πρόσωπα που κρατούνταν στο ξενοδοχείο:


   H Liliane (Scialom)
   Fernandez με τα παιδιά
   της Jean, Robert
   και Blanchette **

Dino Fernandez Diaz (76 ετών), Pierre Fernandez Diaz (46), Liliane Scialom (36), Jean Fernandez Diaz (17), Robert Fernandez Diaz (13), Blanchette Fernandez Diaz (12). Marco Mosseri (55), Ester Botton, (52), Giacomo Renato Mosseri (22), Odette Uziel (19). Raoul Torres (48), Valerie Nahoum (49). Daniele Modiano (51). Vittorio Haim Pompas (31). Vitale Cori (26). Lotte Froehlich Mazzucchelli (38).

Από τα παραπάνω 16 θύματα μόνον τα τρία  τελευταία δεν ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Η περίπτωση της Lotte Froehlich ήταν επίσης τραγική, μιας και η ίδια ήταν κατά το ήμισυ Εβραία και έτυχε να βρίσκεται στο ξενοδοχείο για ολιγοήμερες διακοπές με τον σύζυγό της, τον (χριστιανό) δημοσιογράφο Mario Mazzucheli, τον οποίο οι άνδρες των SS άφησαν ελεύθερο.  Ο Vitale Cori, ο μπάρμαν του ξενοδοχείου συνελήφθη επίσης τυχαία, όταν η Lotte και το ζεύγος  Mosseri οδηγούνταν για εκτέλεση. Η οικογένεια του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, Alberto Behar, γλύτωσε από τη σφαγή. Για καλή τους τύχη, επενέβη για αυτούς στις γερμανικές αρχές ο τούρκος πρόξενος, ο οποίος έκανε το διάστημα εκείνο τις διακοπές του στη Meina. Αφού διάφοροι αξιωματικοί των SS απέσπασαν από αυτούς μεγάλα χρηματικά ποσά, και ενώ απέτυχε μια απόπειρα βίαιης απαγωγής τους, άφησαν τελικά την οικογένεια να περάσει τα ελβετικά σύνορα και να σωθεί.

Ποινικές διώξεις


   Απόκομμα της εφημερίδας
   Libera Stampa Giornale
   του Σοσιαλιστικού Κόμματος
   του Lugano με αναφορά
   στα γεγονότα

Ήδη με την ανακάλυψη των πτωμάτων, που εκβράστηκαν στις ελβετικές όχθες της λίμνης και το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου για την υπόθεση αυτή, οι γερμανικές αρχές κατοχής της περιοχής αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν κάποια «έρευνα» για το συμβάν, την οποία ανέλαβε η ίδια η διοίκηση της μεραρχίας των SS. Δυο στρατοδίκες, επίσης μέλη των SS, ξεκίνησαν κάποιες «ανακρίσεις», οι οποίες, ως αναμενόμενο, δεν οδήγησαν πουθενά και η υπόθεση έκλεισε. Κάποια σχετική γραπτή αναφορά δεν βρέθηκε ποτέ σε γερμανικά αρχεία.

Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η ποινική δίωξη των υπευθύνων της σφαγής στη Lago Maggiore ξεκίνησε μόλις το 1964. Στις επίμονες προσπάθειες εκκίνησης της διαδικασίας της δίωξης είχε πρωτοστατήσει η σύζυγος του θύματος Daniele Modiano, Georgette, η οποία γλύτωσε από τη σφαγή στη Meina, επειδή εντελώς τυχαία απουσίαζε την ημέρα άφιξης των SS. Κάτω από τη χρονική πίεση της παραγραφής, εκδόθηκαν τον Οκτώβριο του 1964 έξι εντάλματα σύλληψης εναντίον αξιωματικών της μονάδας των SS Leibstandarte Adolf Hitler. Τον Ιανουάριο 1968 ξεκίνησε η δίκη εναντίον πέντε κατηγορουμένων, αφού ο έκτος στο μεταξύ είχε αποβιώσει. Η κατηγορία για τρεις από αυτούς (τον τότε διοικητή της μεραρχίας και τους επικεφαλής των δυο λόχων) ήταν «φόνος με ειδεχθή τρόπο, εξ αιτίας ταπεινών αιτίων και φυλετικού μίσους».


   Η εφημερίδα La Stampa
   (17.1968) με αναφορά
   στη δίκη στο Osnabrück

Μετά από 59 συνεδριάσεις, 130 καταθέσεις μαρτύρων στο δικαστήριο και ανάγνωση άλλων 64   γραπτών μαρτυριών, το Πρωτοδικείο του Osnabrück καταδίκασε τους τρεις κύριους κατηγορούμενους σε ισόβια κάθειρξη για φόνο σε 22 πρόσωπα και τους δυο άλλους σε φυλάκιση τριών ετών για συνέργεια σε φόνο. Όμως, στις 17 Μαρτίου 1970, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της χώρας (Bundesgerichtshof), μέσω μιας αμφιλεγόμενης ερμηνείας του προσδιορισμού του χρόνου παραγραφής, ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου, με την αιτιολογία δηλαδή της παραγραφής των αδικημάτων. Αποτέλεσμα της απόφασης αυτής ήταν κανένας από τους παραπάνω  δολοφόνους των SS, ουσιαστικά να μην πληρώσει ποτέ για τα φριχτά εγκλήματα στη Lago Maggiore.

Επίλογος

Το ξενοδοχείο Grand Hotel (αργότερα Victoria Palace) στη Meina κατεδαφίστηκε πριν μερικά χρόνια, αφού παρέμεινε για πολύ καιρό εγκαταλειμμένο. Στην ευρύτερη περιοχή της Meina για δεκαετίες το παραπάνω έγκλημα αποτελούσε  ένα θέμα-ταμπού. Τα τελευταία χρόνια, μετά από σχετικές δημοσιογραφικές και ιστορικές έρευνες πλήθυναν οι εικασίες, ότι ορισμένοι ιταλοί κάτοικοι τη περιοχής, που μεταπολεμικά αναρριχήθηκαν κοινωνικά πολύ υψηλά, είχαν επωφεληθεί εκβιάζοντας τεράστια ποσά από τα θύματα και καταδίδοντάς τα στη συνέχεια στα SS.


  Αναμνηστική πλάκα
  στη Meina για τα
  δολοφονημένα θύματα


  Πλακάτ από τη
  βραβευμένη ταινία
  „Hotel Meina“ του
  Carlo Lizzani

 

  Το ξενοδοχείο (από
  τη δεκαετία του ’50
  Victoria Palace) στη
  Meina λίγο πριν
  την κατεδάφισή του.

Μετά τον πόλεμο ο Σπύρος Αλιμπέρτης και η Aline επέστρεψαν φτωχοί πια στη Θεσσαλονίκη και βρήκαν τη Βίλα Μπιάνκα  σε άθλια κατάσταση.  Αναγκάστηκαν να μείνουν στο ισόγειο που δεν είχε υποστεί μεγάλες ζημίες. Η ζωή τους ήταν πλέον κλειστή και περιορισμένη μόνο σε δύο δωμάτια του άλλοτε λαμπρού αρχοντικού. Το ζευγάρι έφυγε απ' τη ζωή στη δεκαετία του '60. Η Βίλα Μπιάνκα, που αποτελεί πλέον ιδιοκτησία του Δήμου Θεσσαλονίκης, ανακαινίστηκε στα πλαίσια της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 1997 και χρησιμοποιείται σήμερα ως χώρος του Δικτύου Βαλκανικών πόλεων.

Την τελευταία φορά που επισκέφτηκα την πόλη, πέρασα κι από το μεγαλοπρεπές αρχοντικό. Γνωρίζοντας πλέον την τραγική ιστορία των πρώην ιδιοκτήτων του, στάθηκα για λίγο κι άρχισα να το παρατηρώ και να το θαυμάζω με μια διαφορετική, αυτή τη φορά, ματιά. Προσπάθησα να μεταφερθώ νοερά στις ένδοξες εποχές της, με τις φανταχτερές δεξιώσεις στoν προαύλιο χώρο της και στα πολυτελή σαλόνια της, με τους προύχοντες και την υπόλοιπη αφρόκρεμα της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Προσπάθησα να φανταστώ τον πατριάρχη της οικογένειας Fernandez, και τη σύζυγό του Blanche, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, μέσα στους χώρους της έπαυλης. Όμως, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, ολοένα και πιο έντονα, μου έρχονταν στο νου η εικόνα της Liliane, της συζύγου, μητέρας και νύφης στους Fernandez, τις τελευταίες ώρες της πριν την δολοφονήσουν οι δήμιοι των SS, στο ξενοδοχείο Grand Hotel της Meina, της γυναίκας αυτής, που λίγους μήνες πριν αναχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη, φρόντισε με κίνδυνο της ζωής της να σώσει τη ζωή του μωρού μιας φίλης της, βγάζοντας το σαν δικό της, από το γκέτο του Χιρς και να το παραδώσει στη Σχολή καλογραιών του «Καλαμαρί».. Όταν λοιπόν,  τη ρώτησαν για κάποια  τελευταία επιθυμία της, εκείνη ζήτησε ένα κομμωτή για να την φτιάξει ωραία και αφού φόρεσε το καλύτερο φόρεμά της κι ένα ταιριαστό καπέλο στην κεφαλή της, χωρίς θρήνους και λυγμούς, αγέρωχη και μεγαλοπρεπής αλλά κατάχλωμη, με την μάταιη ελπίδα και προσευχή, ότι οι δολοφόνοι της θα εξαιρούσαν ίσως από τη σφαγή τα ανήλικα παιδιά της, κατέβαινε αργά τις σκάλες του ξενοδοχείου, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο.

* Θερμές  ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια στον κ. Ανδρέα Ασσαέλ , ηλεκτρολόγο-οικονομολόγο μηχανικό και συλλέκτη ιστορικών φωτογραφιών της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, από τον οποίο πληροφορήθηκα για πρώτη φορά την τραγική ιστορία της οικογένειας Fernandez καθώς και πολλές συνταρακτικές λεπτομέρειες από το έγκλημα στη Meina.

** Η φωτογραφία της Liliane με τα παιδιά της προέρχεται από το βιβλίο της Νίνα Ναχμία: „Ρέινα Ζιλμπέρτα - Ένα παιδί στο γκέτο της Θεσσαλονίκης“, εκδ. Ωκεανίδα, 1996

Πηγές:

Liaty Pisani: Das Tagebuch der Signora. Diogenes, 2007

Marco Nozza: Hotel Meina: La prima strage di ebrei in Italia. Mondadori, Mailand 1993

Μίκαελ Μόλχο: In Memoriam – Αφιέρωμα εις μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του Ναζισμού εν Ελλάδι, β’ έκδοσις, Θεσσαλονίκη 1976

Justiz und NS-Verbrechen. Sammlung deutscher Strafurteile wegen nationalsozialistischer Tötungsverbrechen, Band XXX. Amsterdam/München: K. G. Saur Verlag, 2004

Ομάδα στο Facebook «Άγνωστη Θεσσαλονίκη»

Δείτε επίσης:

την βραβευμένη ταινία: „Hotel Meina“ του Carlo Lizzani, Titania Produzioni et al., 2007.

την εκπομπή της ΕΤ3 „ Οικογένεια Φερνάντεζ“  (27.3.2013)