Θεσσαλονικείς Εβραίοι στο Bergen-Belsen

και η ιστορία ενός χαμένου τρένου

   

(Αναδημοσίευση από το ελληνογερμανικό περιοδικό «Εξάντας»
του Βερολίνου,
τεύχος 21, Δεκέμβριος 2014, σελ. 24-33)

   

        πατήστε τις εικόνες
για μεγέθυνση
   


Σχεδιάγραμμα του στρατοπέδου Bergen-Belsen
(πηγή: Alexandra-Eileen Wenck:  Zwischen Menschenhandel und »Endlösung«. 
Das Konzentrationslager
Bergen-Belsen. Σελίδα 434)

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη

Lied des Todes, verklungen,

Das jäh dem Leben gleicht:

Schwer wie Erinnerungen

Und wie Vergessen leicht.

 

(Stephan Hermlin, Die Asche von Birkenau, 1949)

 

„…Και μετά πάλι δεν συνέβαινε τίποτα. Άρχισε να νυχτώνει, τριγύρω έπεσε ομίχλη. Ένα χλωμό φεγγάρι έφεγγε στον ουρανό. Δεν κοιμόνταν κανένας και οι ώρες περνούσαν πολύ αργά. Σιγή, σιγή, μόνο πού και πού τρεμολάμψεις από κανόνια και βροντές από εκρήξεις. Κατά διαστήματα πυροβολισμοί, που γάζωναν τριγύρω. Καθόμασταν εκεί μέσα και περιμέναμε να μας χτυπήσουν και εμάς. Δεν συνέβαινε τίποτα. Έλεγαν, πως τα ρώσικα τανκς είχαν ήδη φτάσει στο χωριό. Και νωρίς, πολύ νωρίς το πρωί, λίγο πιο πέρα στο δρόμο, στέκονταν φρουροί. «Ταβάριστσι Σβόβοντα! Σύντροφοι Ελευθερία!» …“

Έτσι έχει καταγράψει  ο Abel Herzberg, στις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του τις δραματικές ώρες λίγο πριν την απελευθέρωσή του στις  23 Απριλίου 1945 κοντά στο Tröbitz, ένα μικρό χωριό του Βρανδεμβούργου, 130 περίπου χιλιόμετρα νοτιoανατολικά του Βερολίνου. Λίγες μέρες πιο πριν βρίσκονταν για πολλούς μήνες κρατούμενος στο περιβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης Bergen-Belsen, στο οποίο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, από κάθε σχεδόν γωνιά της Ευρώπης, έχασαν τη ζωή τους μέσα στις κακουχίες, τις αρρώστιες, την πείνα και την απάνθρωπη μεταχείριση από τους ναζιστές δεσμοφύλακές τους. Μαζί με τον Herzberg απελευθερώθηκαν εκείνη τη μέρα από τον επελαύνοντα Κόκκινο Στρατό περίπου 2.500 επιβάτες ενός τρένου, που είχε ξεκινήσει από το Bergen-Belsen με προορισμό την Theresienstadt. Μέσα στις θύελλες του πολέμου, το τρένο είχε χάσει τον αρχικό του προορισμό και αναγκάστηκε να σταματήσει τελικά μπροστά από μια καταστραμμένη γέφυρα του ποταμού Schwarze Elster. Ανάμεσα στους εξαντλημένους από την πείνα και τις αρρώστιες επιβάτες, που έβλεπαν εκείνη τη μέρα το μαρτύριό τους να τελειώνει, βρίσκονταν και μια ομάδα ελληνοεβραϊκών οικογενειών από τη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον τελευταίο αρχιραβίνο της, Σέβυ Κόρετς.

Ο ξεχωριστός εκτοπισμός

Όταν στις 9 Απριλίου 1941 οι πρώτες στρατιωτικές φάλαγγες των Γερμανών μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, ζούσαν στην πόλη περίπου 50.000 Εβραίοι, μια θρησκευτική κοινότητα με παρουσία από τον 2ο αιώνα μ. Χ., στην συντριπτική τους πλειοψηφία τους όμως Σεφαρδίτες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί το 1492, προερχόμενοι από την Ιβηρική χερσόνησο, μετά τους διωγμούς που υπέστησαν από τους βασιλείς Φερδινάνδο και Ισαβέλλα.

Τον Φεβρουάριο του 1943, όταν κατέφτασε στην πόλη μια επιτροπή των SD με επικεφαλής τους  Dieter Wisliceny και Alois Brunner τέθηκε σε εφαρμογή ο μηχανισμός για το οριστικό ξεκλήρισμα των Εβραίων της.  Πριν αρχίσει ο τραγικός εκτοπισμός και τα θύματα επιβιβαστούν στοιβαγμένοι στα τρένα, εξαναγκάζονταν να συγκεντρωθούν για μερικές μέρες στο συνοικισμό του Βαρόνου Χιρς, που βρίσκονταν κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Στις 15 Μαρτίου αναχώρησε από την Θεσσαλονίκη  ο πρώτος συρμός με προορισμό τα στρατόπεδα του Auschwitz. Δεκαεννέα συνολικά αποστολές μετέφεραν  μέχρι την 7η Αυγούστου 1943  το σύνολο σχεδόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στους τόπους της εξόντωσης του Τρίτου Ράιχ. Παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες οργανώσεων του ΕΑΜ αλλά και ορισμένων χριστιανών κληρικών, ανώτερων δημοσίων υπαλλήλων ή και μεμονωμένων πολιτών για τη διάσωση τους, το 96% περίπου της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης δολοφονήθηκε.


Άποψη του Bergen-Belsen.
(Απρίλιος 1945).
(© Imperial War Museum, BU4710)

Όσοι από τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης κατείχαν την ισπανική υπηκοότητα, κλήθηκαν στις 29 Ιουλίου 1943 για να μεταφερθούν στο στρατόπεδο Bergen-Belsen. Στο γκέτο του Βαρόνου Χιρς συγκεντρώθηκαν τελικά 367 άτομα, τα οποία μερικές μέρες αργότερα αναχώρησαν με τρένο, μαζί με μια ομάδα άλλων 74 θεσσαλονικιών Εβραίων. Στην ομάδα αυτή ανήκαν διάφορα κορυφαία στελέχη της ισραηλίτικης κοινότητας, τα οποία είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές στην διεκπεραίωση του εκτοπισμού των ομόθρησκων συμπολιτών τους, καθώς και διάφοροι υπάλληλοι και βιοτέχνες, που είχαν κρατήσει οι Γερμανοί για προσωπικές τους εξυπηρετήσεις. Για όλους αυτούς και τις οικογένειές τους είχε προβλεφτεί ένα «καλύτερο» στρατόπεδο στη Γερμανία. Από τα πιο γνωστά πρόσωπα μεταξύ τους ήταν ο Αρχιραβίνος Κόρετς, ο Ζακ Αλμπάλα, ο Εδγκαρ Κούνιο και ο περιβόητος Λέον Σιών.  Μαζί ήταν επίσης ο γιατρός-χειρουργός Ζαν Αλλαλούφ, ο κτηνίατρος Ισαάκ Δαυίδ Μενασέ, διάφοροι καλλιτέχνες, ένας φωτογράφος, ένας ράφτης, ένας χημικός, ένας κηπουρός, ένας διερμηνέας, δυο κοινοτικοί υπάλληλοι, δυο μέλη του ισραηλιτικού συμβουλίου και άλλοι, που για διάφορους λόγους είχαν γλυτώσει από τον εκτοπισμό με τις προηγούμενες μεταφορές στο Άουσβιτς.


Πείνα και κακουχίες ζωγραφισμένες
στο πρόσωπο.
(© Imperial War Museum, BU4069)

Ο Ζακ Αλμπάλα και ο Εδγκαρ Κούνιο ορίστηκαν από τους Γερμανούς ως υπεύθυνοι συνοδοί της μεταφοράς. Το τρένο αναχώρησε με συνολικά 411 επιβάτες, στις 2 Αυγούστου και έφτασε μετά από 11 μέρες στο Bergen-Belsen. O πλήρης ονομαστικός κατάλογος των οικογενειών και ατόμων της ομάδας των 74, που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο, στις 13 Αυγούστου 1943, είναι (σύμφωνα με τα αρχεία του μουσείου Bergen-Belsen), ο εξής:

Albala (Jacques, Sigurd, -Benrubi Lory), Allalouf (Jean Dr), Barzilay (Ezra, Rina. -Uziel Bella), Benrubi (Avram, -Crispi Rebecca), Beraha (Isaac, -Torres Estera), Castro (Albert, Daisy, Moise, Renee, -Daniel Fortunes, -Mosche Plata), Coen (Paola), Cugnio (Edgar, Isaac, Isak, -Asseo Josette), Daniel (Salomon, -Strumsa Rachel), Errera (Joseph, -Saltiel Linda), Gottlieb-Hubler (Helene), Haguel (Alberto), Hasson (Aron, Ino, Josef, -Arditti Tzoya, - Karasso Luna), Horn-Gottlieb (Olga), Joel (Manfred, -Sarfatti Mathilde), Kary (Herbert), Koretz (Leo, Lilly, Sevy Dr, -Zweigel Gitta), Levy (Alphonse, Rosy, -Sevy Sol), Menasse (David, Isaak Dr, Raoul Dr, -Errera Marietta), Neftel (Marcel, Martin, -Bensussan Julie), Sack (Chaim, Ida, Max, -Schneider Anna), Saltiel (Benico, Dario, Nina, Zizi, -Gatenio Elisa, -Tchenio Valerie), Sarfatty (Anna, Michel, -Hasson Julie, -Jacoel Buena), Sciacky (Avram, Salomon, -Feresi Reyna), Sion (Leon, -Lapas Buena), Uziel (Marcel, Salomon, -Moho Ida), Weil (Friedrich).

Από τα 74 παραπάνω πρόσωπα μόνον 66 φέρονται ως Έλληνες υπήκοοι ή γεννηθέντες στην Ελλάδα. Στους υπόλοιπους οκτώ, πρόκειται πιθανόν για (Γερμανο-)Εβραίους άλλων χωρών, όπου τους είχε αφαιρεθεί από τους Ναζί η ιθαγένεια („Staatenlos“) και είχαν βρει εκείνη την εποχή καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. 

Με την άφιξή τους στο στρατόπεδο οι επιβάτες χωρίστηκαν και οι αποκαλούμενοι «Σπανιόλοι» οδηγήθηκαν σε ένα ιδιαίτερο περιφραγμένο μέρος με παραπήγματα μέσα στο στρατόπεδο, όπου κρατούνταν υπήκοοι ουδέτερων κρατών  στο λεγόμενο Neutralenlager“. Η ομάδα των 74 εγκαταστάθηκε ενιαία, άνδρες και γυναίκες μαζί,  σε ένα αδειανό παράπηγμα, στο οποίο μερικούς μήνες αργότερα θα συστεγάζονταν μερικοί από τους χιλιάδες ολλανδούς Εβραίους. Μαζί με αυτούς θα σχημάτιζαν αργότερα το λεγόμενο Sternlager. Το ειδικό αυτό στρατόπεδο μέσα στο στρατόπεδο, που αποτελούσε τον πυρήνα του Bergen-Belsen, ονομάστηκε έτσι, επειδή οι κρατούμενοι εδώ ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν στο στήθος το αστέρι του Δαυίδ. Στο Sternlager εγκλείστηκαν συνολικά περίπου 5.400 κρατούμενοι. Το στρατόπεδο αποκαλούνταν επίσης και Albalalager“, από τον διορισμένο από τη διοίκηση εκπρόσωπο των κρατουμένων Ζακ Αλμπάλα, ο οποίος σύντομα δημιούργησε ένα πολύ κακό όνομα στο στρατόπεδο.

Τα πρόσωπα


Παράπηγμα στο Bergen-Belsen
(© Imperial War Museum, BU4021)

Από τα πρόσωπα της θεσσαλονικιώτικης ομάδας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο Ζακ Αλμπάλα και ο ραβίνος Κόρετς.  Ο γερμανοεβραίος Σέβυ (ή Τσβι) Κόρετς (Zvi Koretz) γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου 1884 στο Rzeszów της Πολωνίας. Υπήρξε διδάκτορας φιλοσοφίας και σημιτικών γλωσσών  στη Ανώτερη Σχολή Επιστήμης του Εβραϊσμού (Hochschule für die Wissenschaft des Judentums) του Βερολίνου και  το 1933 προσελήφθη ως ραβίνος από την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έμαθε ελληνικά και λαντίνο, την γλώσσα των Σεφαρδιτών της Θεσσαλονίκης. Από την αρχή της θητείας του δεν είχε γίνει ιδιαίτερα αποδεκτός από τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης και κατηγορήθηκε για την αλαζονεία του, τον προκλητικό τρόπο ζωής του και την διαφορετική πρακτική του σε διάφορα εβραϊκά ζητήματα. Το 1938 έγινε Αρχιραβίνος της ισραηλίτικης κοινότητας Θεσσαλονίκης. Τον Δεκέμβριο 1942 οι Γερμανοί αντικατέστησαν τον προηγούμενο διορισμένο πρόεδρο Σάμπη Σαλτιέλ με τον Κόρετς, ο οποίος δέχτηκε να αναλάβει το αξίωμα αυτό. Ο ρόλος του Κόρετς στο διάστημα μέχρι την περάτωση της επιχείρησης του εκτοπισμού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης είναι αμφιλεγόμενος. Κατηγορήθηκε ότι με τη στάση του, να υπακούει τυφλά και να ακολουθεί αδιαμαρτύρητα όλες τις γερμανικές διαταγές, συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εξόντωση της Κοινότητας. Τα τελευταία χρόνια όμως, μετά από αξιολόγηση νέων αρχειακών στοιχείων και μαρτυριών, αρκετοί ιστορικοί - όπως η Ρένα Μόλχο, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και η Ρίκα Μπενβενίστε – θεωρούν ότι ο Κόρετς ήταν απλά ο «λάθος άνθρωπος» στην τόσο υπεύθυνη θέση του ηγέτη της Κοινότητας, στην πιο κρίσιμη εποχή της ιστορίας της και ότι έδρασε υπό το κράτος πανικού, χωρίς να έχει ιδέα για τα σχέδια των Γερμανών.  Όταν, με την αναχώρηση των πρώτων συρμών, συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, έσπευσε μεν στον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη για να τον παρακαλέσει σπαρακτικά να σταματήσει τις εκτοπίσεις, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Η πράξη του αυτή είχε τελικά ως συνέπεια να καθαιρεθεί από το αξίωμα του και να φυλακιστεί από τους Γερμανούς σε μια κατοικία στο γκέτο του Βαρόνου Χιρς, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Ο Ζακ Αλμπάλα, γεννημένος στις 26.7.1901 στο Βελιγράδι, με καταγωγή από την Καστοριά, είχε ζήσει πριν τον πόλεμο πολλά χρόνια στη Βιέννη, όπου εργάζονταν ως ξεναγός και οδηγός των διαφόρων ταξιδιωτών. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχε καταφύγει στην Θεσσαλονίκη, όπου ζούσε φτωχικά κυρίως με τα χρήματα της βοήθειας, που ελάμβανε από την Ισραηλιτική Κοινότητα ή από διάφορες δουλειές, ως μεταφορέας. Στην αρχή της Κατοχής, ο τότε πρόεδρος Σαλτιέλ, τον προσέλαβε ως στενό του συνεργάτη και αναπληρωτή πρόεδρο της Κοινότητας, κυρίως λόγω των γνώσεών του στη γερμανική γλώσσα. Αργότερα ο Αλμπάλα ορίστηκε επικεφαλής της εβραϊκής πολιτοφυλακής, ενός συνεργαζόμενου σώματος 250 ατόμων, που είχαν δημιουργήσει οι Γερμανοί για την τήρηση της τάξης μεταξύ των θεσσαλονικιών Εβραίων. Ήδη από εκείνη την εποχή ο Αλμπάλα είχε αποκτήσει την φήμη του διεφθαρμένου. Μετά την καθαίρεση του Κόρετς, ο Αλμπάλα διορίστηκε από τους Γερμανούς πρόεδρος του εβραϊκού συμβουλίου.

Το στρατόπεδο


Λίγο μετά από την απελευθέρωση
(Απρίλιος 1945).
(© Imperial War Museum, BU4006)

Το Bergen-Belsen υπήρξε ένα ιδιαίτερο στρατόπεδο, που κατείχε μια ξεχωριστή θέση στο γενικότερο σύστημα στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί. Δεν ήταν ένα στρατόπεδο εξόντωσης, όπως για παράδειγμα το Ausschwitz ή το Sobibor, ούτε είχε τα χαρακτηριστικά ενός «τυπικού» στρατοπέδου συγκέντρωσης. Το Bergen-Belsen  είχε δημιουργηθεί για να στεγάσει μια επιλεγμένη μερίδα Εβραίων, με σκοπό τη ανταλλαγή τους με γερμανούς αιχμάλωτους, που κρατούνταν από τους αντίπαλους Συμμάχους ή ακόμη την ανταλλαγή τους για την απόκτηση διαφόρων απαραίτητων υλικών ανταλλαγμάτων για το Ράιχ. Στην κατηγορία των ευνοημένων αυτών Εβραίων προβλέπονταν να συμπεριληφθούν, για παράδειγμα, άτομα που κατείχαν επίσημα βρετανικά χαρτιά μετανάστευσης στην Παλαιστίνη, όπως και Εβραίοι σε υψηλόβαθμες θέσεις διαφόρων οργανώσεων ή γενικότερα Εβραίοι με υπηκοότητα εχθρικών κρατών. Ο πάτρωνας του σχεδίου αυτού, της χρησιμοποίησης δηλαδή  κρατουμένων Εβραίων ως «ανταλλάξιμο είδος», ήταν ο αρχηγός των SS Heinrich Himmler. Προς τα τέλη του 1942 οι σκέψεις αυτές υιοθετήθηκαν και από το Υπουργείο Εξωτερικών του Τρίτου Ράιχ, έτσι ώστε την Άνοιξη του 1943 να δρομολογηθεί η κατασκευή του «Στρατόπεδου Παραμονής („Aufenthaltslager“) Bergen-Belsen», όπως επονομάστηκε αρχικά.

Η ειδική σκοπιμότητα λειτουργίας του στρατοπέδου είχε ως συνέπεια, τόσο το είδος όσο και οι συνθήκες διαμονής εδώ, στην αρχή τουλάχιστον, να διαφέρουν σημαντικά από εκείνες των άλλων στρατοπέδων. Στο Bergen-Belsen κρατούνταν ολόκληρες οικογένειες, υπήρχαν επομένως σχετικά πολλά παιδιά και νέοι μεταξύ των εγκλείστων. Όταν αργότερα άρχισαν να μεταφέρονται εδώ κρατούμενοι και από άλλα στρατόπεδα, οι «προς ανταλλαγή» Εβραίοι κρατούμενοι, διέμεναν αποκλεισμένοι σε ειδικά «στρατόπεδα» μέσα στο στρατόπεδο. Οι συνθήκες διαβίωσης ήσαν σχετικά καλύτερες, επειδή βάσει του σχεδίου ανταλλαγής οι κρατούμενοι έπρεπε να κρατηθούν στη ζωή. Επιπλέον η σωματική τους κατάσταση έπρεπε να μην προδίδει στις χώρες προορισμού των τις συνθήκες που επικρατούσαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι, οι κρατούμενοι μπορούσαν να κρατήσουν τα ρούχα που είχαν μαζί τους στις αποσκευές, και δεν έφεραν, όπως αλλού, σταμπαρισμένο αριθμό στον βραχίονα τους, διατηρούσαν δηλαδή το όνομά τους απέναντι στους δεσμοφύλακές τους.  Τους επιτρέπονταν επίσης να έχουν βιβλία, χαρτί, μολύβια και διάφορα προσωπικά είδη. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο στρατόπεδο αυτό γράφτηκαν ασυνήθιστα πολλά ημερολόγια από κρατούμενους, αν και ήταν απαγορευμένο.

Από την άλλη, το στρατόπεδο είχε όλα τα άλλα λειτουργικά χαρακτηριστικά των στρατοπέδων συγκέντρωσης: ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα και πυκνές σκοπιές, ενώ οι κρατούμενοι έμεναν σε απλές, πρωτόγονες παράγκες. Δυο φορές την ημέρα οι κρατούμενοι έπρεπε να συγκεντρώνονται έξω για την «αναφορά» (το περιβόητο Appell) που συχνά - και ανεξάρτητα από καιρικές συνθήκες - κρατούσε μερικές ώρες. Η σίτιση, από την αρχή ακόμα, υπήρξε ελλιπής και προβληματική, ενώ η συμπεριφορά των SS που είχαν αναλάβει την διοίκηση του στρατοπέδου και τη φύλαξή τους ήταν κατά κανόνα σαδιστική.

Μεταξύ του Ιουλίου 1943 και του Δεκεμβρίου 1944 μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Bergen-Belsen τουλάχιστον 14.600 Εβραίοι κρατούμενοι (μεταξύ αυτών 2.750 παιδιά και νέοι) με σκοπό την ανταλλαγή. Συνολικά, μόνον περίπου 2.560 από αυτούς κατόρθωσαν, μετά από διάφορες επιχειρήσεις μεταφοράς των, να δουν το φως της ελευθερίας. Μέσα σʹ αυτούς τους τυχερούς βρίσκονταν και οι 367 Σπανιόλοι της Θεσσαλονίκης, για την σωτηρία των οποίων είχε δείξει έμπρακτο ενδιαφέρον η τότε ισπανική κυβέρνηση. Με δυο τρένα, στις 3 και 7 Φεβρουαρίου μεταφέρθηκαν στην Ισπανία και από εκεί στην Πορτογαλία και τέλος στην Casablanca, όπου και παρέμειναν οι περισσότεροι μέχρι το τέλος του πολέμου για να επιστρέψουν στην Ελλάδα ή να μεταβούν στην Παλαιστίνη. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων του Bergen-Belsen δεν εκπληρώθηκε η ελπίδα της σωτηρίας μέσω  ανταλλαγής ή της απελευθέρωσης στο τέλος. Μερικές εκατοντάδες εκτοπίστηκαν εκ νέου, σε άλλα στρατόπεδα εξόντωσης, όπως στο Ausschwitz,  όπου και δολοφονήθηκαν. Περίπου 7.000 επιζώντες Εβραίους  βρήκαν οι Βρετανοί  κατά την απελευθέρωση του στρατοπέδου.


Από τους χιλιάδες νεκρούς των
τελευταίων ημερών του στρατοπέδου.
(© Imperial War Museum, BU3770)

Οι πρώτοι «ανταλλάξιμοι κρατούμενοι», που μεταφέρθηκαν στο Bergen-Belsen στις αρχές Ιουλίου 1943, ήσαν Εβραίοι από τη Βαρσοβία, ενώ επακολούθησαν κι άλλες εκτοπίσεις συμπατριωτών τους μέχρι τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944 μεταφέρθηκαν εκεί ολλανδοί Εβραίοι, προερχόμενοι από το ενδιάμεσο στρατόπεδο «μεταγωγών» του Westerbork στην Ολλανδία. Τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο 1944 εκτοπίστηκαν συνολικά περίπου 3.680 Ούγγροι Εβραίοι στο Bergen-Belsen ενώ ενδιάμεσα, στην ίδια χρονιά,  διάφορες μικρότερες ομάδες Εβραίων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, επίσης με σκοπό την ανταλλαγή. Μεταξύ αυτών ήταν και 155 Σπανιόλοι και 19 πορτογάλοι Εβραίοι, που είχαν συλληφθεί στην Αθήνα στο μπλόκο της 25ης  Μαρτίου 1944. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Θεσσαλονικείς, που είχαν διαφύγει τον προηγούμενο χρόνο με τη βοήθεια των Ιταλών στην Αθήνα. Η μεταφορά τους στο Bergen-Belsen έγινε μαζί με άλλους 2.400 περίπου Έλληνες Εβραίους (από Βόλο, Τρίκαλα και Γιάννενα)  καθώς και Εβραίους ιταλικής υπηκοότητας. Στη Βιέννη αποκόπηκαν τα βαγόνια τους από τον υπόλοιπο συρμό, που κατευθύνθηκε στο Ausschwitz, και έφτασαν στις 14 Απριλίου στο στρατόπεδο Bergen-Belsen . Εκεί εγκαταστάθηκαν στα παραπήγματα, που είχαν αδειάσει από τους ήδη απελευθερωμένους 365 πρώτους Σπανιόλους της Θεσσαλονίκης, στο λεγόμενο „Neutralenlager“. Οι πορτογάλοι υπήκοοι της ομάδας αυτής μεταφέρθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην Πορτογαλία, ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν στο στρατόπεδο μέχρι τέλους, δηλαδή τον Απρίλιο του 1945.

Με την πάροδο του χρόνου και με τις αρνητικές για το Τρίτο Ράιχ εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου η λειτουργία του Bergen-Belsen άρχισε να επεκτείνεται για να καλύψει ανάγκες πέραν των σχεδίων ανταλλαγής. Έτσι, την άνοιξη του 1944, μεταφέρθηκαν εκεί πολλοί άρρωστοι και ανίκανοι προς εργασία άνδρες κρατούμενοι, από τους οποίους οι περισσότεροι  δεν επέζησαν. Από τον Αύγουστο του 1944 άρχισαν να μεταφέρονται στο Bergen-Belsen επίσης μερικές χιλιάδες γυναίκες κρατούμενες, με σκοπό να προωθηθούν σε άλλες περιοχές για καταναγκαστική  εργασία. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μεγάλα αντίσκηνα δίπλα από το Sternlager, ενώ αργότερα μεταφέρθηκαν και αυτές σε παραπήγματα. Ανάμεσα στις γυναίκες αυτές ήταν και η Anne Frank μαζί με την αδελφή της Margot.

Η μεγάλη καταστροφή για όλους τους κρατούμενους του Bergen-Belsen, ξέσπασε από τον Δεκέμβριο του 1944.  Με την προέλαση των συμμαχικών δυνάμεων άρχισαν να εκκενώνονται όλα τα κοντινά στο μέτωπο στρατόπεδα και να μεταφέρονται εδώ κατά χιλιάδες επιπλέον κρατούμενοι.  Μέχρι τον Απρίλιο του 1945 ο αριθμός τους είχε φτάσει στις 85 περίπου χιλιάδες. Σε όλα τα τμήματα του στρατοπέδου οι συνθήκες διαβίωσης είχαν γίνει πλέον φρικτές. Εξ αιτίας της αφόρητης πείνας, (που οδήγησε μεμονωμένα έως και σε περιπτώσεις κανιβαλισμού) και διαφόρων επιδημικών ασθενειών, (κυρίως εξανθηματικό τύφο), έχασαν τη ζωή τους μόνο στο διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου τουλάχιστον 35 χιλιάδες κρατούμενοι. Στον τομέα του στρατοπέδου με τους «ανταλλάξιμους κρατούμενους» ο αριθμός των νεκρών ανήλθε στους 1.400 περίπου. Από το Μάρτιο του 1945 δεν επαρκούσε πλέον η δυναμικότητα του κρεματόριου για την καύση των χιλιάδων πτωμάτων, που κείτονταν πλέον σκόρπια ή στοιβαγμένα σε ολόκληρη σχεδόν την έκταση του στρατοπέδου. Η απελευθέρωσή του επήλθε στις 15 Απριλίου 1945 από τα βρετανικά στρατεύματα, ενώ ο μαζικός θάνατος συνεχίστηκε για αρκετές εβδομάδες ακόμη.

Οι «διεφθαρμένοι Έλληνες»


Ομαδικός τάφος στο στρατόπεδο
μετά την απελευθέρωση.
(© Imperial War Museum, BU4260)

Με τον ερχομό τους στο στρατόπεδο η ομάδα των 74 από τη Θεσσαλονίκη φρόντισε από νωρίς να καταλάβει όλες τις καίριες θέσεις μιας υποτυπώδους «αυτοδιοίκησης» των κρατουμένων,  που είχαν δημιουργήσει οι Γερμανοί για τη λειτουργία του στρατοπέδου. Ο Αλμπάλα διορίστηκε ως Judenältester“, δηλαδή ως προεδρος ενός δεκαμελούς  συμβουλίου („Ältestenrat“), το οποίο φρόντιζε ουσιαστικά για τη εκτέλεση των διαταγών των SS του στρατοπέδου. Τα μέλη του συμβουλίου ήταν αρχικά όλοι έμπιστοι του Αλμπάλα, με τους οποίους μοιράζονταν διάφορα προνόμια, που αφορούσαν κυρίως την διατροφή όπως και την επιλογή στις διάφορες αγγαρείες του στρατοπέδου. Σημαντική ήταν επίσης και η θέση του υπεύθυνου για τις αγγαρείες („ Arbeitsleiter“), που ανέλαβε ο συνεργάτης του Αλμπάλα, από την πρότερη περίοδο στην εβραϊκή πολιτοφυλακή της Θεσσαλονίκης, Έδγκαρ Κούνιο.

Ο ραβίνος Κόρετς ορίστηκε στην αρχή επικεφαλής του «γηροκομείου» στο Sternlager, δηλαδή ενός παραπήγματος που στέγαζε υπερήλικες κρατούμενους, ενώ ο δρ Αλλαλούφ ανέλαβε ως «αρχίατρος» του νοσοκομείου.  Άλλα άτομα από την ομάδα της Θεσσαλονίκης διορίστηκαν ως επιστάτες σε διάφορες εργασίες μέσα στο στρατόπεδο. Μετά τον ερχομό των ολλανδών Εβραίων, οι Θεσσαλονικείς κράτησαν τα περισσότερα προνομιούχα πόστα, παραχώρησαν όμως στους Ολλανδούς έξι από τις από τις δέκα θέσεις του συμβουλίου. Την θέση του αντιπρόεδρου ανέλαβε μετά από κάποιο διάστημα ο Josef Weiss, γερμανός Εβραίος που είχε μεταναστεύσει ήδη το 1933 στην Ολλανδία, συνελήφθη το 1942 και μεταφέρθηκε ως «οικονομικά χρήσιμος» στο Begren-Belsen. Σε αντίθεση με τον Αλμπάλα, ο J. Weiss με την συμπεριφορά του και τη στάση του μέσα στο στρατόπεδο, όπως και αργότερα κατά την απελευθέρωσή τους, άφησε μια πολλή θετική εικόνα στους συγκρατούμενούς του.

Σε όλη τη διάρκεια λειτουργίας του στρατοπέδου, η ομάδα αυτή των Ελλήνων διατήρησε γενικά τη φήμη της «αριστοκρατίας» του Sternlager, η οποία στα μάτια πολλών έκανε με τον πιο προκλητικό τρόπο κατάχρηση της εξουσίας της για προσωπικό όφελος, γι αυτό και την μισούσαν οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Η Hanna Lévy-Hass, κρατούμενη Εβραία από τη Γιουγκοσλαβία,  αναφέρει ότι η πυραμίδα της αυτής της εξουσίας, που ξεκινούσε στην κορυφή από τον Αλμπάλα και απλώνονταν προς τα κάτω στους διάφορους δορυφόρους του, μέχρι και τους υπεύθυνους των παραπηγμάτων μαζί με τους βοηθούς τους, είχαν δημιουργήσει στο στρατόπεδο δυο «διαφορετικές κάστες» κρατουμένων: Εκείνων που «υποφέρουν, πεθαίνουν από πείνα και αρρώστιες, δουλεύουν σκληρά και με κάθε ευκαιρία ξυλοκοπούνται ανελέητα (από τα SS)» και των άλλων που, «ζουν σχετικά ήσυχα, έχουν αρκετή τροφή, είναι καλοφροντισμένοι και προστατευμένοι εις βάρος των υπολοίπων, (και οι οποίοι) σιγά-σιγά χάνουν κάθε αίσθηση της κοινής μοίρας και κάθε αίσθημα αλληλεγγύης».

Οι αρνητικές εντυπώσεις για τους Έλληνες ενισχύονταν πολλές φορές και από τις πολιτισμικές διαφορές τους απέναντι στις άλλες εθνικότητες. Ο Schlomo Samson, ολλανδός Εβραίος, κρατούμενος στο Sternlager, αναφέρει σχετικά: «Ο κύριος παράγοντας στον οποίο έπρεπε να προσαρμοστούμε ήταν οι άνθρωποι από τη Θεσσαλονίκη (…) Ερχόμενοι στο Bergen-Belsen βρήκαμε μια ομάδα, η οποία ήταν αριθμητικά πολλή μικρότερη από τη δική μας αλλά με ένα ιδιαίτερα ομοιογενή χαρακτήρα (…) εντελώς διαφορετικοί από τους ολλανδούς, γερμανούς ή ανατολικοευρωπαίους Εβραίους (…) Το πρώτο που έκανε τεράστια εντύπωση ήταν τα (καθαρά) εβραϊκά ονόματά τους (…) επίσης το ξεχωριστό ντύσιμό τους, κυρίως των γυναικών, με τα αισθητά χτυπητά χρώματα, με το πλήθος από κοσμήματα, αλυσίδες, βραχιόλια και δαχτυλίδια. Οι ασυγκράτητες φωνές και χειρονομίες τους και τα στιλαρισμένα και περιποιημένα μουστάκια των ανδρών (ξεχώριζε ιδιαίτερα ο τεράστιος Λέον ) και επιπλέον οι μυρωδιές από έντονα αρώματα, στα οποία κανείς δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορος».


Γυναίκες κρατούμενες σε παράπηγμα
κατά την απελευθέρωση.
(© Imperial War Museum, BU3805)

Ο προκλητικός τρόπος ζωής του Αλμπάλα μέσα στο στρατόπεδο, σε συνάρτηση με την συμπεριφορά του, που σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ήταν από τη μια υποτακτικά γλοιώδης προς τους SS και από την άλλη αφόρητα καταπιεστικός προς τους συγκρατούμενους, υπήρξε επίσης αιτία για την γενικότερη απέχθεια προς την ελληνική ομάδα. Ο Abel Herzberg, δικηγόρος και εξέχουσα προσωπικότητα του σιωνιστικού κινήματος στην Ολλανδία, συγκρατούμενος στο Sternlager, σημείωνε καυστικά και με αρκετή δόση ειρωνείας για τον Αλμπάλα, στις 19.8.1944, στο ημερολόγιό του: «Ο „Judenälteste“ είναι Έλληνας. Ένας γεροδεμένος, ξανθός άνδρας, ο οποίος σε αντίθεση με τους υπόλοιπους έγκλειστους του στρατοπέδου δεν έχει χάσει ούτε γραμμάριο από το πρότερο βάρος του, παρά την ανείπωτα βαριά καθημερινή εργασία του, όπου τρέχει σχεδόν ασταμάτητα πίσω από κάθε άνδρα των SS (…) για να εκπληρώσει σε μια συγκεκριμένη στιγμή κάποια επιθυμία του. Η αιτία δεν είναι καθόλου μυστηριώδης. Ο „Judenälteste“ παίρνει τρεις φορές περισσότερο φαγητό από κάθε άλλον και είναι περήφανος γι αυτό. Ο διοικητής το έχει εξασφαλισμένο, όχι μόνον στον ίδιο αλλά και σε ολόκληρη τη οικογένειά του. Εκτός αυτού, έχει ακόμη πλήθος άλλων πηγών εισοδήματος, για τις οποίες όμως μπορεί να είναι λιγότερο υπερήφανος. Αυτό του έχει επιφέρει τη φήμη του „διεφθαρμένου“, κι όμως εγώ νομίζω ότι με τον χαρακτηρισμό αυτό δεν αποδίδεται αυτό που του αξίζει. Επειδή ο „Judenälteste“ μας δεν είναι τόσο ένας διεφθαρμένος αλλά πολύ περισσότερο ένα είδος αρχιληστή».

Για τις ιδιαίτερες συνθήκες διαμονής του διορισμένου αρχηγού των κρατουμένων μέσα στο παράπηγμα στο Sternlager, ο Abel Herzberg αναφέρει στον ίδιο τόνο, σε άλλο σημείο (3.10.1944) του ημερολογίου του: «Από τη δεξιά πλευρά (στο παράπηγμα) ο χώρος του γραφείου διαχωρίζεται με κάποια λινοσέντονα. Από πίσω κοιμούνται οι Έλληνες, περίπου 30 άτομα. Ένα μέρος του χώρου διαμορφώθηκε με ντουλάπες και σανίδια σε ένα ξεχωριστό δωμάτιο, που αποκαλείται συνήθως „το μπουρδέλο του Αλμπάλα“. Εκεί διαμένει ο Judenältester με την γυναίκα και το παιδί του. Υπάρχουν μέσα δυο κρεβάτια, μερικές καρέκλες και ένα μικρό τραπέζι. Στο παράθυρο κρέμονται, πραγματικά, κουρτίνες. Το τραπέζι είναι στρωμένο με ένα τραπεζομάντηλο και τα κρεβάτια με χρωματιστά καλύμματα. (…) Καθένας SS που έρχεται επίσκεψη πρέπει να δει και το „μπουρδέλο του Αλμπάλα“ (…)  (Από εκεί μέσα) αναδύονται θαυμάσιες μυρωδιές από τσιγαρισμένο βούτυρο και κρεμμύδια  (…) (ενώ οι ένοικοι και οι επισκέπτες) καπνίζουν τσιγάρα από ένα απόθεμα, που φαίνεται να αυξάνεται ασταμάτητα».

Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας Αλμπάλα επίσης δεν μένουν στο απυρόβλητο. Η κατά είκοσι χρόνια νεώτερη σύζυγός του, θεάται από την ολλανδή κρατούμενη Renata Laqueur,  να περπατάει στο στρατόπεδο «με ένα ριχτό παλτό, με μακρύ γκρι παντελόνι, και βαμμένα χείλη σε χτυπητό κόκκινο χρώμα, τραγουδάει ένα σπανιόλικο τραγούδι και φοράει ένα έντονο άρωμα Guerlain, το οποίο σίγουρα θα το απέκτησε με ανταλλαγή ψωμιού ή σούπας». Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία, του κρατούμενου Jack Polak, ο «μισητός» Αλμπάλα «ήταν πάντα καλοντυμένος με ένα αθλητικό μπουφάν και πουκάμισο. Και η γυναίκα του επίσης φορούσε μοντέρνα ρούχα. Είχαν και ένα μικρό γιό, πού ήταν επίσης υπέροχα ντυμένος και έμοιαζε με έναν μικρό πρίγκιπα».

Το πόσο η οικογένεια Αλμπάλα εκμεταλλεύονταν την ισχύ της θέσης της φανερώνουν και διάφορες άλλες μαρτυρίες κρατουμένων.  Η επίσης ολλανδή κρατούμενη Hetty E. Verolme αναφέρει ένα περιστατικό «μαύρης αγοράς», κατά το οποίο μια μητέρα αντάλλαξε με τους Αλμπάλα ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι της για είκοσι μεγάλες πατάτες, τρία βαζάκια με ζάχαρη και ένα με αλάτι και μερικές κούπες γάλα. Η «ανταλλακτική αγορά» αυτού του είδους δεν ήταν βέβαια αποκλειστικότητα των Ελλήνων, αφού συντελούνταν μεταξύ των κρατουμένων σε όλα σχεδόν τα τμήματα του στρατοπέδου και έπαιρνε ολοένα και πιο ακραίες διαστάσεις όσο χειροτέρευαν οι συνθήκες στο στρατόπεδο.

Σε αντίθεση με τον Αλμπάλα, για τον ραβίνο Κόρετς, που ήταν επίσης μέλος του συμβουλίου Ältestenrat,  δεν έχουν βρεθεί  αρνητικές μαρτυρίες από συγκρατούμενούς του στο στρατόπεδο. Εκτός από την αρχική του επιστασία στο «παράπηγμα των γερόντων», ανέλαβε αργότερα τη θέση του μέλους σε ένα εσωτερικό «δικαστήριο» των κρατούμενων. Το όργανο αυτό φρόντιζε να ρυθμίζει και να τιμωρεί τα διάφορα παραπτώματά των (κυρίως μικροκλεψιές ή ανάρμοστες συμπεριφορές) χρησιμοποιώντας ως ποινές την περιορισμένη στέρηση τροφής ή και την απομόνωση του τιμωρημένου σε ειδικό χώρο. Μέλος στο ίδιο δικαστήριο υπήρξε επίσης και ο Abel Herzberg. Οι κρατούμενοι του Sternlager είχαν δημιουργήσει ακόμη και μια δική τους «αστυνομία» για την διερεύνηση των διαφόρων  παραβάσεων.

Ο Κόρετς δεν είχε καμιά ασυλία από τις σαδιστικές εκρήξεις των δεσμοφυλάκων. Με μεγάλη θλίψη περιγράφει ο γιος του Αριέ (Λέο) Κόρετς στο ημερολόγιό του (24.10.1944), πώς για ασήμαντη αφορμή ένας δεκανέας των SS έβριζε χυδαία και χαστούκιζε τον πατέρα του ή ακόμη, πώς μια άλλη μέρα τον ταπείνωνε προσωπικά, βάζοντάς τον να σέρνει επί ώρες ένα κάρο σκουπιδιών. Ο Κόρετς, όπως φαίνεται σε διάφορες μαρτυρίες, συμμετείχε στην «αγγαρεία των παπουτσιών» σε ένα παράπηγμα, όπου οι κρατούμενοι αποχώριζαν τα χρήσιμα κομμάτια του δέρματος παπουτσιών από δολοφονημένους κρατούμενους άλλων στρατοπέδων. Ο ίδιος φέρεται επίσης να συμμετέχει, μέσα σε άσχημες καιρικές συνθήκες, σε μια ακόμη εξαντλητική αγγαρεία, μαζεύοντας ξύλα και ξεριζώνοντας κομμένους κορμούς μέσα σε ένα κοντινό δάσος.

Οι σχέσεις μεταξύ των Κόρετς και Αλμπάλα στο στρατόπεδο υπήρξαν κατά κανόνα τεταμένες ή κακές. Εκτός από το διαφορετικό χαρακτήρα και τη μόρφωση του καθενός, διάφορες ίντριγκες μεταξύ των κρατούμενων της ομάδας δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα στην εξομάλυνσή τους. Ο Κόρετς συμμετείχε επίσης ενεργά στην υποτυπώδη «πολιτιστική ζωή» του Sternlager, πότε με οργανωμένες διαλέξεις(στην περίοδο, βέβαια, που οι συνθήκες στο στρατόπεδο  ήταν ακόμη υποφερτές) και άλλοτε με φιλοσοφικές συζητήσεις με άλλους καλλιεργημένους κρατούμενους.

Μια ξεχωριστή παρουσία από την θεσσαλονικιώτικη ομάδα αποτελούσε ο γιατρός Ζαν Αλλαλούφ.  Ο χειρουργός με αφιλοκέρδεια και με πενιχρά ιατροφαρμακευτικά μέσα, ανακούφισε και έσωσε στο στρατόπεδο πολλές ζωές κρατουμένων, κάνοντας ακόμα και εγχειρίσεις.

Ο Αλμπάλα μπόρεσε να κρατήσει τη θέση του και τα προνόμιά του μέχρι τις  22 Δεκεμβρίου 1944, όταν δηλαδή την διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε ο λοχαγός των SS Josef Kramer. Προερχόμενος από το Ausschwitz, o αιμοδιψής Krammer κατάργησε το υπάρχον σύστημα λειτουργίας στο Bergen-Belsen και αντʹ αυτού επέβαλε το ακόμη πιο καταπιεστικό σύστημα των Kapos, που ήταν εδώ διάφοροι πρώην ποινικοί κρατούμενοι, από τη Γαλλία, την Πολωνία και τη Γερμανία.  Κατά γενική ομολογία, η περίοδος των ασύδοτων και βίαιων Kapos στο στρατόπεδο υπήρξε κατά πολύ χειρότερη για το σύνολο των κρατουμένων. Από την μέρα που ο Αλμπάλα καθαιρέθηκε σε απλό κρατούμενο, έπρεπε να εγκαταλείψει το ευρύχωρο κατάλυμά του και να συμμετέχει σε αγγαρείες, όπως για παράδειγμα στην μεταφορά των πολυάριθμων πτωμάτων, που είχαν αρχίσει να γεμίζουν το στρατόπεδο.

Η εσωτερική συνοχή και αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη της ελληνικής ομάδας είχε σαν αποτέλεσμα, να έχει ελάχιστες απώλειες. Μόνον δύο άτομα από τους 74 Θεσσαλονικείς άφησαν την τελευταία τους πνοή μέσα στο στρατόπεδο Bergen-Belsen: ο 71χρονος Μάρτιν Νεφτέλ και η 62χρονη Μπουένα Σαρφάττυ-Γιακοέλ.  Στις 6 Μαρτίου 1944, προστέθηκε ένα ακόμη μέλος στην ελληνική ομάδα, όταν η σύζυγος του Λέον Σιών, Μπουένα, έφερε στο κόσμο τον γιο τους Μισέλ. Ένας ακόμη Eλληνοεβραίος από το Βελιγράδι, ονόματι Σάλομoν Κονφόρτες, μεταφέρθηκε επίσης στο Sternlager και ακολούθησε την τύχη των Θεσσαλονικέων μέχρι την απελευθέρωσή τους.

Το χαμένο τρένο


Το μέρος όπου σταμάτησε το χαμένο τρένο
(Langennaundorf, Bahnkilometer 101,6)
Αριστερά, η είσοδος του μνημείου.
(© Γ.Βραζιτούλης)

Στις αρχές Απριλίου του 1944, όταν τα βρετανικά στρατεύματα βρίσκονταν λίγα μόνον χιλιόμετρα μακριά από Bergen-Belsen, δόθηκε η διαταγή να μεταφερθούν οι κρατούμενοι του Sternlager, περίπου 6.800 άτομα, στο στρατόπεδο Theresienstadt. Οι υπόλοιποι κρατούμενοι  εγκαταλείφθηκαν στο στρατόπεδο και απελευθερώθηκαν στις 15 Απριλίου. Για τη μεταφορά ετοιμάστηκαν μεταξύ 6 και 11 Απριλίου 1945 τρία τρένα με παλιά επιβατικά και εμπορικά βαγόνια. Το πρώτο τρένο ξεκίνησε στις 6 Απριλίου από το Bergen-Belsen, φορτωμένο με 2.500 περίπου κρατούμενους και αφού ακολούθησε μια πορεία νότια και δυτικά του ποταμού Elbe απελευθερώθηκε στις 13 Απριλίου από αμερικανικά στρατεύματα στις πόλεις Farsleben και Zielitz του Μαγδεμβούργου. Το δεύτερο τρένο, με 1.712 επιβάτες, κυρίως Εβραίους από την Ουγγαρία, εγκατέλειψε το Bergen-Belsen στις 9 Απριλίου 1945 και κατόρθωσε να φτάσει μετά από δυο εβδομάδες με κάποιες απώλειες, λόγω συμμαχικών αεροπορικών βομβαρδισμών, στο στρατόπεδο Theresienstadt. Το στρατόπεδο αυτό απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου από τον Κόκκινο Στρατό.


  

Το μνημείο ομαδικού τάφου στην
περιοχή Wildgrube κοντά στο Tröbitz.
(© Γ.Βραζιτούλης)

Το τρίτο τρένο, που αποτελούνταν από 24 παλιά βαγόνια τρίτης κλάσης και 22 βαγόνια εμπορευμάτων, αναχώρησε από το στρατόπεδο τη νύχτα προς την 11η Απριλίου 1945, πέντε μόλις μέρες πριν την απελευθέρωσή του. Οι 2.400 κρατούμενοι στο τρένο προέρχονταν από 12 διαφορετικές χώρες. Στην περιπετειώδη πορεία του, που διήρκησε 12 μέρες, το τρένο κατευθύνθηκε στην αρχή προς το Αμβούργο, για να συνεχίσει μετά νοτιοανατολικά, περνώντας από τα νότια διαμερίσματα του βομβαρδισμένου Βερολίνου.  Από εκεί κατευθύνθηκε νότια, μέσα σε μια ζώνη που δεν είχε απελευθερωθεί ακόμη από τα συμμαχικά στρατεύματα των Σοβιετικών και Αμερικανών, μέχρι την κωμόπολη του Seftenberg, όπου, μπροστά στο αδιέξοδο του κοντινού ρωσικού μετώπου, αναγκάστηκε να κινηθεί προς τα δυτικά. Μετά από λίγα χιλιόμετρα σταμάτησε σε μικρή απόσταση από μια κατεστραμμένη γέφυρα του ποταμού Schwarze Elster, κοντά στο χωριό Langennaundorf του Βρανδεμβούργου, για να επιστρέψει, μετά λίγες εκατοντάδες μέτρα πίσω, στο διπλανό χωριό Tröbitz. Στη διάρκεια του ταξιδιού μέχρι το Βερολίνο το τρένο συναντήθηκε τρεις φορές με το δεύτερο, που ακολουθούσε την ίδια περίπου πορεία.

Οι συνθήκες σε όλη τη διάρκεια της μεταφοράς ήταν απερίγραπτα δραματικές. Στην αρχή, προτού ακόμη επιβιβαστούν, ο ραβίνος Κόρετς, έπρεπε κατά διαστήματα να κουβαλήσει στην πλάτη του τον άρρωστο από εξανθηματικό τύφο γιο του, σε μια διαδρομή επτά περίπου χιλιομέτρων από το στρατόπεδο μέχρι τον σταθμό του τρένου. Στη διαδρομή αυτή οι κρατούμενοι έβλεπαν από την αντίθετη κατεύθυνση μερικές χιλιάδες εξαθλιωμένους, που είχαν μόλις αφιχθεί από άλλα στρατόπεδα. Στα ήδη βρώμικα βαγόνια που είχαν μεταφέρει λίγο πριν τους άλλους κρατούμενους στο Bergen-Belsen, στοιβάχτηκαν τώρα οι έγκλειστοι του Sternlager, χωρίς να έχουν ιδέα για τον τελικό τους προορισμό. Τη συνοδεία τους μαζί με μια μηδαμινή φροντίδα σε τρόφιμα είχαν αναλάβει και πάλι άνδρες των SS.


 

Το μνημείο του ομαδικού τάφου
θυμάτων στο Langennaundorf.
(© Γ.Βραζιτούλης)



Η είσοδος του εβραϊκού
νεκροταφείου στο Tröbitz. .
(© Γ.Βραζιτούλης)



Ο τάφος του Αρχιραβίνου Σέβυ Κόρετς.
(© Γ.Βραζιτούλης)

Εξ αιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων το τρένο ήταν αναγκασμένο να κάνει συχνά πολύωρες στάσεις. Όσοι από τους κρατούμενους διατηρούσαν ακόμη κάποιες δυνάμεις κατέβαιναν και έψαχναν στη γύρω περιοχή να βρουν ο,τιδήποτε φαγώσιμο, κλέβοντας ή ανταλλάσοντας με κάποια από τα υπάρχοντα τους. Σε διάφορες πολύωρες στάσεις του τρένου έστηναν πρόχειρα κοντά στο ανάχωμα των γραμμών μικρές εστίες και μαγείρευαν βιαστικά μερικές πατάτες ή γογγύλια. Στις ξαφνικές επισκέψεις συμμαχικών αεροπλάνων, που παρά τα κρεμασμένα λευκά πανιά από τα παράθυρα, έβαλλαν με πυρά εναντίον του τρένου, έτρεχαν να προφυλαχτούν στα παρακείμενα δάση. Η επιτήρηση από τους SS-συνοδούς μετά από κάποιο χρονικό σημείο υπήρξε πλέον χαλαρή, μια και είχαν συνειδητοποιήσει κι εκείνοι, ότι ο πόλεμος ήταν πλέον τελειωμένη υπόθεση.  Περνώντας από τα νότια διαμερίσματα του Βερολίνου αντίκρισαν μια πόλη κατεστραμμένη, που, όπως σημειώνει ο A. Herzberg, στους τοίχους των ερειπίων της ήταν γραμμένα προπαγανδιστικά συνθήματα του καταρρέοντος καθεστώτος, όπως : „Το Βερολίνο μάχεται, εργάζεται και στέκεται όρθιο.“

Η συντριπτική πλειοψηφία των επιβατών βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση εξαιτίας της πείνας και του εξανθηματικού τύφου, που θέριζε ήδη από τους τελευταίους μήνες στο στρατόπεδο τους κρατούμενους. Ψείρες και κοριοί αποτελούσαν πραγματική μάστιγα ενώ η βρώμα και οι ακαθαρσίες κυριαρχούσαν παντού μέσα στα βαγόνια.  Όσοι δεν είχαν κάποιο συγγενικό πρόσωπο δίπλα τους, για να τους φροντίζει και να τους προσέχει στοιχειωδώς, ήταν εντελώς εγκαταλειμμένοι στη μοίρα τους. Η φοβερή δυστυχία που επικρατούσε στο τρένο δεν άγγιζε όμως μια μειοψηφία των επιβατών του. Η Renata Laqueur, που στη διαδρομή είχε τη φροντίδα και του βαριά άρρωστου συζύγου της, αναφέρει σχετικά: (S. 115) «Εκείνοι που στο Bergen-Belsen ήταν μέχρι το τέλος σε καλές αγγαρείες, όπως για παράδειγμα στις αποθήκες ή στα ψωμιά (…) ανήκαν στην „αριστοκρατία“ . Γνώρισα αριστοκράτες, που ακόμη και μέσα στο τρένο, και ενόσω το 90 % των ανθρώπων πεινούσαν, εκείνοι απαιτούσαν για ένα κομματάκι ψωμί ένα δαχτυλίδι και το έπαιρναν. (…) Υπήρχαν άνθρωποι που κάθονταν στο βαγόνι και έτρωγαν ζεστό πουρέ πατάτας, βουτυρωμένο ψωμί με ζάχαρη, όταν δίπλα του κείτονταν οι πιο αδύνατοι από τους αδύνατους και πέθαιναν, χωρίς να τους δώσουν ούτε ένα ψίχουλο φαγητού».  «Εξαχρείωση , νεκροσυλία, πορνεία, εγκλήματα και ψυχρός εγωισμός» είναι μερικές λέξεις με τις οποίες η R. Laqueur προσπαθεί λίγο πιο κάτω να περιγράψει την εφιαλτική κατάσταση που επικρατούσε μέσα στα βαγόνια.

Σε κάθε στάση του τρένου, οι συνοδοί SS άνοιγαν τις πόρτες και οι νεκροί κατεβάζονταν για να ενταφιαστούν ομαδικά κοντά στο ανάχωμα των σιδηροδρομικών γραμμών. Στις 18 Απριλίου άφησε μέσα στο τρένο την τελευταία του πνοή και το δυομισάχρονο παιδί του Αλμπάλα και ενταφιάστηκε σε ομαδικό τάφο στην πόλη Schipkau. Η Marion Blumenthal Lazan, συνεπιβάτις στο τραγικό τρένο,  αναφέρει το περιστατικό, ως ένα πολύ θλιβερό γεγονός. Μολονότι και η ίδια μισούσε τον Αλμπάλα, για το συγκεκριμένο συμβάν γράφει: «Εκείνη την ημέρα, όταν τον είδα, πώς ξάπλωσε το άψυχο κορμί του παιδιού του στο ανάχωμα των γραμμών, σκέφτηκα: Όχι, ακόμη κι αυτός, ο μισητός Αλμπάλα, δεν αξίζει ένα τέτοιο μαρτύριο». Στο ίδιο σημείο ενταφιάστηκαν και άλλα δυο άτομα από την ομάδα της Θεσσαλονίκης, συγκεκριμένα ο 46χρονος Χέρμπερτ Κάρυ και η 57χρονη Άννα Ζακ- Σνάιντερ. Τα τρία αυτά πρόσωπα καταγράφονται ως τα μοναδικά θύματα της ελληνικής ομάδας μέσα στο τρένο. Επίσης, στη διάρκεια της διαδρομής χάθηκαν τα ίχνη του 37χρονου βιεννέζου Freidrich Weil, που βρίσκονταν από την αρχή στην ομάδα, ενώ άγνωστη παραμένει γενικά η τύχη  δύο γυναικών, της 67χρονης Helene Gottlieb-Hubler και της 36χρονης Olga Horn-Gottlieb, με καταγωγή από Πολωνία και Τσεχία αντίστοιχα. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της θεσσαλονικώτικης ομάδας απελευθερώθηκαν στο Tröbitz. Συνολικά, 198 άτομα πέθαναν στη διάρκεια της πορείας του τρένου από τις αρρώστιες και την πείνα.

Μετά την απελευθέρωση






Το νεκροταφείο και το μνημείο με τα
χαραγμένα ονόματα των θυμάτων
στο Tröbitz. (© Γ.Βραζιτούλης)

Ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβαν οι Σοβιετικοί για την αντιμετώπιση αυτού του αναπάντεχου προβλήματος ήταν να επιτρέψουν στους επιβάτες για δυο μέρες το πλιάτσικο στους οικισμούς της γύρω περιοχής. Οι βαριά άρρωστοι παρέμειναν στα βαγόνια, ενώ στο χώρο ενός πρώην στρατοπέδου συγκέντρωσης ουκρανών εργατών, κοντά στο χωριό, δημιουργήθηκε ένα πρόχειρο νοσοκομείο για την στοιχειώδη περίθαλψή τους. Οι διασωθέντες εγκαταστάθηκαν από τους Σοβιετικούς στο Tröbitz και μερικοί στα γειτονικά χωριά Schilda και Riesa, μέσα σε επιταγμένα σπίτια Γερμανών. Μετά από κάποιο διάστημα οι υγιείς από τους διασωθέντες του τρένου σχημάτισαν μία επιτροπή, με αντιπροσώπους από κάθε εθνικότητα, η οποία ανέλαβε την διανομή των τροφίμων που τους διέθεταν οι Σοβιετικοί, φρόντιζε επίσης για την ομαλή λειτουργία του νοσοκομείου καθώς επίσης και για τις κηδείες των θυμάτων.  Πρόεδρος της επιτροπής αυτής εκλέχτηκε ο Ολλανδός Josef Weiss, ενώ τους Έλληνες εκπροσωπούσε τώρα ο ραβίνος Κόρετς.         

Οκτώ περίπου εβδομάδες κράτησε η επιδημία του τύφου στην περιοχή, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους από αυτή άλλα 320 άτομα, και μαζί με αυτούς άλλοι 26 ντόπιοι κάτοικοι. Από την ομάδα των Ελλήνων πέθαναν στο Tröbitz οι  Ελίζα Σαλτιέλ-Γατένιο (74),  Μπενίκο Σαλτιέλ (48), Άννα Σαρφάττυ (37), Μισέλ Σαρφάττυ (34), η Ραχήλ Ντάνιελ- Στρούμσα (55) (που υπήρξε το τελευταίο θύμα από την ομάδα της Θεσσαλονίκης και απεβίωσε στις 18.6.1945), ενώ στις 3 Ιουνίου 1945 άφησε εκεί την τελευταία του πνοή, εξ αιτίας εξανθηματικού τύφου, και ο ραβίνος Κόρετς.

Το τελευταίο του επίσημο ίχνος ζωής, εντοπίζεται στις 12 Μαΐου 1945, όταν συνυπέγραψε  μαζί με άλλους οκτώ εκπροσώπους των άλλων εθνικών ομάδων, ένα ευχαριστήριο μήνυμα προς τον σοβιετικό ηγέτη Στάλιν στη Μόσχα. Εκεί μέσα αναφέρονταν μεταξύ των άλλων: «Τα στρατεύματά σας,  Στρατάρχα, μας παρέχουν τροφή και μας βοηθούν στην φροντίδα και ανάρρωση των από ανείπωτες παθήσεις άρρωστων συντρόφων μας – ανδρών, γυναικών και παιδιών. Μέσω της βοήθειάς σας γίναμε πάλι άνθρωποι. Δεν υπάρχουν λόγια που μπορούν να αποδώσουν τις ευχαριστίες μας.(…) Ο καθένας μας, γεμάτος ευχαριστίες, θα διηγείται στα παιδιά του και στα εγγόνια του γι αυτή την περίοδο της απελευθέρωσης μέσω των σοβιετικών στρατευμάτων του Στρατάρχη Στάλιν. Ότι ζήσαμε, το χρωστάμε σε Σας, Στρατάρχα, και στο νικηφόρο Κόκκινο Στρατό».


Το μνημείο για τα θύματα του χαμένου τρένου στο εβραϊκό νεκροταφείο του Tröbitz, που στήθηκε από την Λ.Δ. Γερμανίας.(© Γ.Βραζιτούλης)


Μνημείο για τα θύματα του τρένου δίπλα από την εκκλησία του Tröbitz.(© Γ.Βραζιτούλης)


Αρχές Σεπτέμβρη 1945 στα ελληνοβουλγαρικα σύνορα.  Πρώην κρατούμενοι του Bergen-Belsen και άλλων στρατοπέδων επιστρέφουν στην Ελλάδα. (Χρονικά, ΚΙΣ, 5/6 1997, σελ. 15. © Ισαάκ Δαυίδ Μενασέ) 

Η επιστροφή  την ομάδας των επιζώντων στην Ελλάδα έγινε με τρένα, κράτησε ενάμισι περίπου μήνα και υπήρξε ιδιαίτερα περιπετειώδης περνώντας από Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία. Μαζί με τους 53 Έλληνες που έφτασαν στις αρχές Σεπτεμβρίου στο Σιδηρόκαστρο, επέστρεψαν και απελευθερωμένοι χριστιανοί άλλων στρατοπέδων του Τρίτου Ράιχ. Τρία μέλη της ομάδας αναγκάστηκαν να παραμείνουν λίγες μέρες επιπλέον στο Tröbitz και να επιστρέψουν αργότερα αεροπορικά, μέσω Μονάχου στην Αθήνα. Πρόκειται για την οικογένεια του Εδγκαρ Κούνιο, που απέκτησε εκεί την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου, τον δεύτερό τους γιό, τον Ανδρέα.

Επίλογος

Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, όταν επισκέφτηκα τον περασμένο Ιούνη το εβραϊκό νεκροταφείο του Tröbitz. Αφού πέρασα από τη χαμηλή σιδερένια εξώπορτα, άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στις τρεις σειρές από μνήματα, για τον τάφο του ραβίνου Κόρετς. Τον βρήκα σε μιαν άκρη, απέναντι από το επιβλητικό γρανιτένιο μνημείο με τα σκαλισμένα 527 ονόματα των Εβραίων θυμάτων του χαμένου τρένου και της περιοχής. Στάθηκα για λίγο μπροστά στη μαρμάρινα πλάκα. Τα σκαλισμένα γράμματα με το όνομα του ραβίνου και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου έχουν ξεθωριάσει μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Κάποιοι προηγούμενοι επισκέπτες έχουν αφήσει πάνω στο μνήμα μερικές μικρές πέτρες, εκδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με το εβραϊκό έθιμο, μια μορφή χαιρετισμού προς τον ενταφιασμένο. Κάποια στιγμή το βλέμμα μου απορροφήθηκε από την ανάγνωση των ονομάτων στη λεία, σκούρα επιφάνεια του μνημείου: ονόματα βιβλικής, δυτικοευρωπαϊκής ή σλάβικης προέλευσης. Όπως τα ψιθύριζα ένα-ένα, μεταφέρθηκα νοερά πολλά χρόνια πίσω, σʹ εκείνη την 3η Ιούνη 1945, στην κηδεία του ραβίνου Κόρετς, σʹ αυτόν εδώ το χώρο.  Όλοι οι Εβραίοι που διέμεναν τότε στο χωριό, είχαν μαζευτεί για να αποχαιρετήσουν τον νεκρό, σαν να ήταν ο δικός τους θρησκευτικός ηγέτης. Στέκονταν όλοι τους τριγύρω σιωπηλοί, ενώ μια σπαρακτική ψαλμωδία έσκιζε τον αέρα. Ξαφνικά άκουσα ένα παράξενο βουητό, σαν την ηχώ μιας λαοθάλασσας, να πλησιάζει από μακριά, ολοένα και περισσότερο. Τότε είδα τους παρευρισκόμενους να αραιώνουν σιγά-σιγά και ανάμεσα τους να ξεπροβάλουν οι φιγούρες χιλιάδων εξαθλιωμένων, με βρώμικα ριγέ κουρέλια πάνω τους. Τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά, στεγνά και βασανισμένα, ενώ πλησίαζαν διαρκώς προς το μέρος μου, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα απειλητική. Σε κατάσταση πανικού είχα κολλήσει με την πλάτη μου στην κρύα επιφάνεια του μνημείου, μη βρίσκοντας κάποια δυνατότητα διαφυγής. Σαν σε συγχρονισμό, είδα εκείνη την στιγμή, τις παράξενες αυτές μορφές, να σφίγγουν την κατεβασμένη αριστερή τους γροθιά και ανασηκώνοντας με το άλλο τους χέρι το μανίκι, να μου δείχνουν τα σταμπαρισμένα νούμερα πάνω στον βραχίονά τους. Στα βλέμματά τους διέκρινα μια απέραντη θλίψη, ανακατεμένη με οργή και απορία, ένα τεράστιο «γιατί;», σαν εκείνο, που ίσως βασάνιζε συχνά και τον ραβίνο Κόρετς στα απαίσια παραπήγματα του Bergen-Belsen.

Το διαπεραστικό σφύριγμα ενός τρένου, που έτρεχε κάπου πίσω μακριά προς τη σιδερένια γέφυρα του Schwarze Elster, με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Πριν φύγω, έσκυψα κι άφησα με σεβασμό μια μικρή πέτρα στην μαρμάρινη πλάκα του τάφου του ραβίνου. Κλείνοντας την πόρτα του νεκροταφείου πίσω μου, ένα παλιό σεφαρδίτικο τραγούδι μου ήρθε στο νου: Noche de Djueses tadre, la horica dando dos  

 

*Θερμές ευχαριστίες στην κυρία Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,  καθώς και στους κυρίους  Berrnd Horstmann και Gerald Hartwig από το ίδρυμα Gedenkstätte Bergen-Belsen για τη πολύτιμη βοήθειά τους σε βιβλιογραφικό και αρχειακό υλικό.

 

Πηγές:

(Αναδημοσίευση από το ελληνογερμανικό περιοδικό «Εξάντας» του Βερολίνου, τεύχος 21, Δεκέμβριος 2014, σελ. 24-33)

Eberhard Kolb: Bergen-Belsen. Geschichte des „ Aufenthaltslagers“ 1943-1945. LIT Verlag Dr. W. Hopf, Berlin 2011.

Alexandra-Eileen Wenck:  Zwischen Menschenhandel und »Endlösung«.  Das Konzentrationslager Bergen-Belsen. Verlag Schöningh, Paderborn 2000.

Arieh Koretz: Bergen-Belsen, Tegebuch eines Jugendlichen (11.7.1944 – 30.3.1945). (Aus dem Hebräischen von Gerda Steinfeld) Wallstein Verlag, Göttingen 2011.

Schlomo Samson: Zwischen Finsternis und Licht. 50 Jahre nach Bergen-Belsen. Erinnerungen eines Lepziger Juden. Verlag Rubin Mass GmbH, Jerusalem 1995.

Abel J. Herzberg: Zweistromland. Tagebuch aus BergenBelsen (aus dem Niederländischen von Stefan Häring) Erev-Rav-Hefte, Wittingen, 1997.

Renata Laqueur: Bergen-Belsen Tagebuch 1944/45 (Aus dem Niederländischen von Peter Wienke), Fackelträger Verlag, Hannover 1983.

Hans-Dieter Arntz: Der letzte Judenälteste von Bergen-Belsen Josef Weiss – würdig in einer unwürdigen Umgebung.  Helios Verlag, Aachen, 2012.

Hanna Lévy-Hass: Τagebuch aus Bergen-Belsen: 1944 – 1945, (Herausg. von Amira Hass)  Verlag C.H. Beck, München 2009.

 

Loden Vogel: Tagebuch aus einem Lager. (Aus dem Niederländischen von Miriam Pressler) Verlag Vandenhoeck & Ruprecht, Göttingen 2002.

Μίκαελ Μόλχο και Ιωσήφ Νεχαμά: In memoriam. Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης, (Μεταφρ. από τα γαλλικά Γ. Ζωγραφάκη), Θεσσαλονίκη 1976.

Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και Αλμπέρτος Ναρ: Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα (Επιμέλεια-Επίμετρο: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου) Ίδρυμα Ετς Χαϊμ Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998.