Επιβιώνοντας κρυμμένη στο ναζιστικό Βερολίνο

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα  «Ηπειρωτικός Αγών» - 12 Μαρτίου 2015)

Στις 22 Ιουνίου 1942, χαράματα στις 6 η ώρα, δυο άνδρες της Γκεστάπο με πολιτικά χτύπησαν το κουδούνι στο σπίτι που έμενε η Μαρί Γιάλοβιτς (Marie Jalowicz)  στο Βερολίνο, σηκώνοντας την κυριολεκτικά από το κρεβάτι. Της ζήτησαν να ετοιμαστεί για να την πάρουν μαζί τους για ανάκριση, μόνο για λίγες ώρες, της είπαν, αργότερα θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι της. Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, μια εσωτερική φωνή απέτρεψε έντονα την Μαρί να τους ακολουθήσει. Με αρκετή υποκριτική ικανότητα σκαρφίστηκε αυτοστιγμεί μια δικαιολογία, για να βρεθεί στη συνέχεια μόνη στο δρόμο με το νυχτικό της και με μια μικρή τσάντα με τα απαραίτητα υπάρχοντά  της.


 Η Μαρί Γιάλοβιτς το 1944
(© Hermann Simon )

Από εκείνο το σημείο άρχισε μέσα στην ανωνυμία της πρωτεύουσας του Τρίτου Ράιχ η οδύσσεια της επιβίωσης, που κράτησε τρία σχεδόν χρόνια, μέχρι την λήξη του πολέμου και την απελευθέρωση. Πάνω από εκατό πρόσωπα βοήθησαν τη Μαρί στην προσπάθειά της αυτή, σε 19 διαφορετικά σπίτια βρήκε καταφύγιο ή απέκτησε διάφορα απαραίτητα πλαστά χαρτιά.  Άλλες φορές έπρεπε να προσποιηθεί  στους περίεργους γείτονες την αδελφή της σπιτονοικοκυράς κι άλλοτε πάλι την υπηρέτρια του σπιτιού. Σε άλλες οικογένειες βρήκε πραγματική αγάπη και στοργή, άλλοι απλά την ανέχτηκαν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις έπρεπε να υποστεί ακόμη και βρισιές ή ταπεινώσεις. Προς το τέλος της περιπέτειάς της είχε να αντιμετωπίσει και τον τρόμο των αδιάκοπων βομβαρδισμών της γερμανικής πρωτεύουσας από τα συμμαχικά αεροπλάνα.

Όλες αυτές τις δραματικές στιγμές , ενός καθημερινού αγώνα για επιβίωση,  κατέγραψε προφορικά πέντε δεκαετίες αργότερα, λίγο πριν τον θάνατό της, σε 77 κασέτες μέσα από πολύωρες αφηγήσεις στον γιο της, Χέρμαν Σίμον, ο οποίος σήμερα είναι πρόεδρος  στο  Ίδρυμα Νέα Συναγωγή – Centrum Judaicum στο Βερολίνο. Με δική του πρωτοβουλία το περιεχόμενο των αναμνήσεων αυτών δημοσιεύτηκε επεξεργασμένο σε  ένα συναρπαστικό βιβλίο, που εκδόθηκε τον περασμένο χρόνο στη Γερμανία, από τoν εκδοτικό οίκο S. Fischer στην Φρανκφούρτη, με τον τίτλο „Untergetaucht - Eine junge Frau überlebt in Berlin 1940-1945“ (μετ.: «Κρυμμένη – Μια νέα γυναίκα επιβιώνει στο Βερολίνο 1940-1945»).

Η ηρωίδα

H Μαρί Γιάλοβιτς (1922 - 1998) μεγάλωσε ως μοναχοπαίδι σε μια ευκατάστατη αστική οικογένεια, ο πατέρας της δρ Χέρμαν Τσβι Γιάλοβιτς ήταν συμβολαιογράφος. Το 1938, χρονιά που έχασε τη  μητέρα της Μπέτι, αποφοίτησε  με άριστα από το εβραϊκό γυμνάσιο του Βερολίνου,  γνωρίζοντας την αναγνώριση ακόμη και από φιλοναζιστές καθηγητές εξεταστές της. Μέσα στο ολοένα  και απειλητικότερο για τους Εβραίους κλίμα της εποχής, ο πατέρας της έκανε κάποιες προσπάθειες για να μεταναστεύσουν, οι οποίες όμως απέτυχαν, ενώ στα πλαίσια αντισημιτικών μέτρων εξαναγκάστηκαν επίσης να εγκαταλείψουν το ευρύχωρο διαμέρισμά τους.

Την άνοιξη του 1940 η Μαρί υποχρεώνεται σε αναγκαστική εργασία στα εργοστάσια της Siemens του Βερολίνου, όπου παρατηρεί και βιώνει τις διάφορες διακυμάνσεις φιλοναζισμού άλλα και κρυφής αντίστασης ανάμεσα στους εργάτες και το υπόλοιπο προσωπικό της επιχείρησης. Από το Μάρτιο του 1941 μένει ολομόναχη, αφού ο πατέρας της πέθανε μετά από σύντομη αρρώστια. Από εκείνο το σημείο αρχίζει ο σκληρός αγώνας της για επιβίωση μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Στα τέλη του 1941, μετά την επιβολή του «κίτρινου αστεριού» και τις πρώτες εκτοπίσεις, η Μαρί διαισθάνεται έντονα, ότι οι Ναζί έχουν πολύ άσχημα σχέδια για του Εβραίους και ότι οι εκτοπίσεις αυτές δεν σήμαιναν τίποτε άλλο παρά το «οριστικό τέλος».  Όταν λοιπόν αργότερα η Γκεστάπο χτύπησε στην πόρτα της για να τη συλλάβει, η Μαρί είχε ήδη προ πολλού πάρει την απόφασή της: θα έκανε τα πάντα για να επιζήσει.

Οι σωτήρες

Η ιδιαίτερα γλαφυρή και μερικές φορές γεμάτη με «βερολινέζικο χιούμορ» αφήγηση της Μαρί Γιάλοβιτς δίνει στον αναγνώστη μια πολύ ζωντανή εικόνα των συνθηκών της εποχής καθώς και των χαρακτήρων και της ψυχοσύνθεσης των διαφόρων προσώπων, που συναντάει η ηρωίδα στην αγωνιώδη πορεία της. Τα διαφορετικά κίνητρα εκείνων που την βοήθησαν ενεργά ή τουλάχιστον δεν την κατέδωσαν στις Αρχές,  είναι αρκετά δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν. Πολλοί από αυτούς, σύμφωνα με την αφηγήτρια, δεν ήσαν ενάντια στον Χίτλερ  ή γενικά αντιφασίστες. Μερικοί ίσως θα κατέδιδαν  έναν «πλούσιο Εβραίο» κατά το στερεότυπο  της ναζιστικής προπαγάνδας,  και ίσως μάλιστα θα λιμπίζονταν για αργότερα κάποιο πολύτιμο αντικείμενο από το νοικοκυριό του,  αλλά δεν θα είχαν πρόβλημα με κάποιο φτωχό εργαζόμενο Εβραίο, της δικής τους κοινωνικής τάξης.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε μια βιβλιοπαρουσίαση ο γνωστός γερμανός ιστορικός Γκέτς Άλυ, «τα βιώματα της Μαρί δεν χωράνε μέσα στο σχήμα της αντίθεσης: διώκτης ή βοηθός, φίλος ή εχθρός των Εβραίων». Η εκάστοτε συμπεριφορά εκείνων που την βοηθούν, δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί με μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, ούτε είναι επίσης εύκολο να περιγραφεί μέσα από κάποιο συγκεκριμένο σχήμα. «Οι περισσότεροι σωτήρες της – επισημαίνει ο Άλυ – κουβαλούσαν μέσα τους και τα δυο μαζί: αδιαφορία και (περιστασιακή) προθυμία για βοήθεια, ανθρωπιά και ρατσισμό, σκοτεινές και φωτεινές πλευρές του εαυτού τους» .

Την ημέρα που η Μαρί διέφυγε από τους δυο Γκεσταπίτες και βγήκε απελπισμένα στο δρόμο, ένας άγνωστος ηλικιωμένος εργάτης της πρόσφερε το πανωφόρι του και τη συνόδεψε σε κάποιους γνωστούς της μόνο και μόνο για να κάνει κάτι επιτέλους «ενάντια στα καθίκια», όπως της είπε. Για ένα άλλο ζευγάρι, ενός πλούσιου γιατρού-γυναικολόγου, που επίσης βοήθησε στο κρύψιμο και στη σωτηρία της, η ίδια αναφέρει, ότι από τη μια «έπαιζαν τη ζωή τους με ηρωικό τρόπο κορώνα-γράμματα, και από την άλλη, θεωρούσαν το γυαλιστερό παρκέ του σπιτιού τους εξίσου σημαντικό με τον αντιστασιακό τους αγώνα ενάντια στους Ναζί». Ορισμένα πρόσωπα της ζητούσαν χρήματα για να της βρουν το επόμενο πρόσωπο με την κατάλληλη κρυψώνα, ενώ μια γυναίκα, που της είχε προσφέρει την ταυτότητά της, ώστε να τη χρησιμοποιεί  παράνομα με την δική της φωτογραφία, ήθελε να έχει τη Μαρί «εξαρτημένη» από αυτήν και να την βλέπει «πάσχουσα και κατατρεγμένη».

Μια διακριτή κατηγορία από τους σωτήρες της Μαρί αποτελούσαν οι κομμουνιστές. Παρά την ενιαία και συγκροτημένη αντιναζιστική αντιστασιακή τους στάση, υπήρξαν και εδώ διαφοροποιήσεις μεταξύ των συμπεριφορών τους.  Ένα ανδρόγυνο από αυτούς της πρόσφερε μεν καταφύγιο και προστασία τον πρώτο καιρό στο σπίτι τους. Όμως, την πρώτη κιόλας νύχτα η Μαρί έπρεπε, μην έχοντας άλλη επιλογή, να υπομείνει  και να ανεχτεί τις σεξουαλικές ορέξεις του άνδρα. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη νύχτα, με αποτέλεσμα να αναζητήσει σύντομα τον επόμενο σταθμό σωτηρίας της. Μια άλλη κομμουνίστρια αντίθετα, της πρόσφερε ανιδιοτελώς βοήθεια και προστασία στο σπιτικό της, αν και συνάντησε την δυσφορία και επίπληξη για αυτή την πράξη της από την κομματική της οργάνωση. Η γυναίκα αυτή, που σύμφωνα με τη συγγραφέα μισούσε τη «μπουρζουαζία» γενικά, «είτε άρια είτε εβραϊκή», ενδιαφέρθηκε απεγνωσμένα να βρει στην «κόρη της ανώτερης τάξης» το επόμενο κρησφύγετο σε διάφορους συντρόφους, οι οποίοι όμως αρνούνταν κάθε φορά, κυρίως από φόβο. Μια επίσης κομμουνίστρια, απλή σύζυγος ενός θυρωρού,  την δέχτηκε τελικά ανοιχτόκαρδα, αψηφώντας κάθε κίνδυνο.

Ανάμεσα στα διάφορα πρόσωπα που βοήθησαν και πρόσφεραν με κίνδυνο της ζωής τους ένα καταφύγιο στην απελπισμένη Μαρί, αξίζει να αναφερθεί και μια βερολινέζα ιερόδουλη. Για την γυναίκα αυτή, που δεν ζήτησε ποτέ κάποιο αντάλλαγμα για την ηρωική προσφορά της, η συγγραφέας αναφέρει: «Σε αυτή την φανατική αντιναζίστρια είχα βρει μια ασφαλή προστάτιδα». Η ίδια είχε πει στην προστατευόμενή της σε κάποια στιγμή αυτοσυνειδησίας και ανιδιοτέλειας: «Εάν επιζήσεις, πράγμα που είμαι σίγουρη, εσύ θα σπουδάσεις και θα γίνεις «Ντόκτορ». Αυτός είναι ο δικός σου δρόμος και «το άλλο» ο δικός μου».

Τα ύστερα χρόνια

Από όλον αυτό τον αγώνα για επιβίωση η Μαρί εξήλθε ώριμη, δυνατή και ιδεολογικά ως μια συνειδητοποιημένη κομμουνίστρια, η οποία, παράλληλα, είχε αποφασίσει για τον εαυτό της, «να μην παντρευτεί ποτέ μη-Εβραίο και μη-καλλιεργημένο άνδρα», πράγμα που αργότερα το τήρησε. Τις πολιτικές της πεποιθήσεις δεν τις άλλαξε ούτε το γεγονός, ότι λίγο μετά την απελευθέρωση του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό,  έπεσε και η ίδια, όπως πολλές εκατοντάδες άλλες γερμανίδες, θύμα βιασμού από κάποιον άγνωστο ρώσο στρατιώτη. Μετά τον χωρισμό της Γερμανίας επέλεξε συνειδητά το ανατολικό της τμήμα, την μετέπειτα Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία,  ενώ απέρριψε κάθε σκέψη για μετανάστευση στο Ισραήλ ή σε άλλη χώρα. Μεταπολεμικά η Μαρί Γιάλοβιτς (και μετέπειτα Σίμον)  σπούδασε και εξελίχτηκε σε μια αναγνωρισμένη καθηγήτρια ιστορίας της αρχαίας λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του ανατολικού Βερολίνου.

Το ότι η ίδια επέζησε, το αποδίδει κυρίως στον παράγοντα «τύχη». «Πρέπει να το πάρουμε απόφαση –  είναι τα τελευταία λόγια στον επίλογο του βιβλίου της  – ότι δεν μπορούμε να λύσουμε το αίνιγμα,  αρκούμαστε, ομολογούμε την άγνοιά μας και της παρέχουμε ένα άσυλο, με το να χρησιμοποιούμε τη βοηθητική λέξη «τύχη», και καταγράφουμε, ότι αυτή είναι ο αποφασιστικός παράγοντας σε όλες τις ιστορίες επιβίωσης».