ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ (23 Απριλίου 1804)

Ομιλία της Σχισμένου Αικατερίνης.  

23 Αυγούστου 2015 Σέλτσος.


 

Η ιστορία ποτέ δεν τελειώνει  και ποτέ δεν είναι αρκετή για να μας διδάξει με τα όσα έχουν καταγραφεί. Πόσο μάλλον όταν ένας λαός σαν τον ελληνικό έχει μια ιστορία όχι απλώς αιώνων αλλά και καθοριστική για την ύπαρξη και εξέλιξη της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας, του πολιτισμού της και της ίδιας της ύπαρξης ως Ευρώπη και ευρωπαϊκής αυτοτέλειας. Σήμερα που τόσο λοιδορείται και υποβιβάζεται είναι ανάγκη να θυμόμαστε και να διδασκόμαστε. Τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι τυχαία όσο και αν αυτά εκ πρώτης όψεως φαίνονται έτσι. Καταγράφουν το χαρακτήρα των λαών, τις αποφάσεις των ηγετών, την τόλμη και το ήθος των απλών ανθρώπων. Και οι Έλληνες, οι Σουλιώτες, εμείς οι Ηπειρώτες δεν ήμασταν ποτέ αυτονόητοι αλλά ως αδέσποτες σχεδίες αιώνες τώρα πλέουμε στους δύσκολους ανέμους της ανθρώπινης μοίρας και επιβιώνουμε στα άγρια βουνά και τους γκρεμούς μας που μας μιλάνε….

Ο Σέλτσος είναι η ιστορία μας και έμεινε θαμμένος για πάνω από 200 χρόνια στο περιθώριο και τη λησμονιά και μόλις τα τελευταία χρόνια αποκαταστήθηκε η ιστορική του σημασία  μιας και δεν βρίσκεται χρονολογικά στα πλαίσια της επίσημης κήρυξης της ελληνικής επανάστασης και στην οπτική εμβέλεια των ιστορικών μελετητών μας…..

Πρόκειται για μέγα ιστορικό γεγονός, που συντελέστηκε στον ιερό χώρο του απόκεντρου και απόμακρου μοναστηριού της Παναγίας της Σελτσιώτισσας, στις 23 Απριλίου του 1804.

Πραγματοποιήθηκε σε μια άβατη περιοχή του ορεινού συγκροτήματος Φρούσια ή Κοκκινόλακκος, στα ανατολικά όρια του του νομού Άρτας, λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από την ιστορική γέφυρα Κοράκου, έξι χιλιόμετρα βόρεια του οικισμού των Πηγών. Στην οχυρωμένη από τη φύση αυτή τοποθεσία του ιστορικού μοναστηριού του Σέλτσου, που αποτελούσε καταφύγιο και ορμητήριο των Κλεφταρματολών της περιοχής, παίχτηκε ο επίλογος της μεγαλύτερης καταστροφής των Σουλιωτών.

Η τραγωδία αυτή άρχισε να παίζεται από τις 13 Δεκεμβρίου του έτους 1803, όταν με τη συνθήκη αποχώρησης ξεριζώνονταν από τη γενέθλια γη .

Με λάθος απόφαση να χωριστούν σε τρία σώματα, διασπώντας τις δυνάμεις τους, γεγονός που διευκόλυνε τα ύπουλα εξοντωτικά σχέδια του Αλή Πασά.

Η πρώτη πράξη του δράματος έλαβε χώρα στο ένδοξο Κούγκι με πρωταγωνιστή το γενναίο καλόγηρο Σαμουήλ, που έβαλε φωτιά στη μπαρούτη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους εισελθόντες Τούρκους στο ναό.

Το δεύτερο, άτυχο τμήμα του Κουτσονίκα, δέχτηκε αιφνιδιαστική επίθεση στο Ζάλογγο και έπαθε μεγάλη καταστροφή. Οι περικυκλωμένες γυναίκες με τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά πήραν την παράτολμη απόφαση να πέσουν στο γκρεμό, προτιμώντας τον έντιμο και τραγικό θάνατο παρά την σκλαβιά και ατίμωση.

Έτσι μετέτρεψαν το Ζάλογγο σε εθνικό και παγκόσμιο παράδειγμα των ελεύθερων λαών κι έγραψαν με ανεξίτηλα γράμματα μία από τις μεγαλύτερες και λαμπρότερες σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας συγκλονίζοντας τους φιλελεύθερους λαούς της οικουμένης.

Με το ίδιο φως έλαμψε και στη Ρηνιάσα η θρυλική Σουλιώτισσα Δέσπω, αφού με τις νύφες και τα εγγόνια της ανατινάχτηκαν στου Δημουλά τον Πύργο, όταν κινδύνεψαν να αιχμαλωτιστούν και να ατιμαστούν από τα τουρκοαλβανικά στρατεύματα.

Το τρίτο σώμα των Μποτσαραίων, που κατευθυνόταν προς το Βουργαρέλι, μαθαίνοντας την τραγική είδηση των γεγονότων του Ζαλόγγου, αντιλήφθηκε το εξοντωτικό σχέδιο του Αλή να τους απειλεί και αποφάσισε να πορευτεί ανατολικότερα, αναζητώντας ασφαλέστερη περιοχή.

Η κατάσταση των γερόντων, των τραυματιών και των γυναικόπαιδων ήταν τραγική. Παραμονές Χριστουγέννων κατέφθαναν στη Βρεστενίτσα, στις σημερινές Πηγές κι εγκαθίστανται στο χώρο του μοναστηριού, στους φοβερούς γκρεμούς του ορεινού όγκου Νεγκόζι, δημιουργώντας πρόχειρα καταλύματα, συνάζοντας βιαστικά τροφές, πολεμοφόδια και αναγείροντας πρόχειρα αμυντικά έργα. Διάλεξαν τη δυσπρόσιτη περιοχή του Σέλτσου, γιατί πίστευαν ότι ήταν ανίκητοι σε δύσβατες ορεινές και κακοτράχαλες περιοχές και γιατί μπορούσαν εύκολα να συνάξουν τροφές από τις αποθήκες συγκέντρωσης του Αρματολικίου, που διαχειρίζονταν οι ίδιοι από το 1800.

Η επιλογή τους αυτή αποδείχτηκε μοιραία και λανθασμένη, γιατί παρείχε μια δύσβατη ατραπό προσέγγισης και καμιά οδό διαφυγής σε περίπτωση εγκατάλειψης ή ήττας τους.

Στην περιοχή αυτή δέχτηκαν ενωρίς την πρώτη επίθεση του Άγου Μπουχορδάρη και Μπεκήρ Τζουγαδούρη, στις 15 Ιανουαρίου του 1804 με 7.000 τουρκοαλβανούς και 1.000 έλληνες πολεμιστές από τα γειτονικά αρματολίκια που τάχτηκαν με το μέρος των Τούρκων. Στην επίθεση αυτή όχι μόνον αποκρούστηκαν οι επιτιθέμενοι τουρκοαλβανοί, αλλά υπέστησαν και μεγάλες απώλειες, γιατί το μέρος ήταν οχυρωμένο από τη φύση του και προστατευόταν εύκολα από τους οχυρωμένους Σουλιώτες.

Οι τουρκοαλβανοί αξιωματικοί μετά από το ταπεινωτικό αποτέλεσμα της επίθεσης άλλαξαν τακτική και απέκοψαν τους λιγοστούς δρόμους ανεφοδιασμού των Σουλιωτών, για να αναγκαστούν σε παράδοση από την έλλειψη τροφών και πολεμοφοδίων.

Ακολούθησε τρίμηνος αποκλεισμός όπου διαπιστώθηκε η ευφυία, η εφευρετικότητα και η πολεμική ικανότητα των Σουλιωτών, γεγονός που εξόργισε τον Αλή Πασά κι έστειλε δύο κατασκόπους στο μέρος των Σουλιωτών, να ερευνήσουν τα ευάλωτα σημεία και να διευκολύνουν τους τούρκους στρατηγούς στην εξόντωση των Σουλιωτών. Οι Εφιάλτες αυτοί πάντοτε υπαρκτοί στην ελληνική ιστορία ανακάλυψαν τα ευάλωτα και τρωτά σημεία άμυνας των Σουλιωτών και κάποια νύχτα κατέφυγαν στον τουρκικό τομέα για να διευκολύνουν τους τούρκους στρατηγούς.

 Επιτέθηκαν το πρωί της 23ης Απριλίου 1804 από όλα τα δυνατά σημεία. Οι κατάσκοποι οδηγούν κρυφά στα νώτα των Σουλιωτών φανατισμένες τουρκικές δυνάμεις και προσβάλλουν σε τρωτά σημεία τις Σουλιώτικες δυνάμεις του φυλακίου του Προφήτη Ηλία.

Σφοδρή, κατά κύματα, επίθεση εκδηλώθηκε στο προδομένο ταμπούρι, όπου οι νεκροί Τούρκοι σχημάτιζαν μεγάλους σωρούς, αλλά συνεχώς μείωναν τη φρουρά των Σουλιωτών μέχρι τον τελευταίο υπερασπιστή του και γίνονται κυρίαρχοι μετά από τετράωρο άνισο αγώνα.

Ταυτόχρονα λυσσώδης μάχη διεξάγεται και στο χώρο του μοναστηριού. Οι υπερασπιστές μπροστά στη μεγάλη πίεση οπισθοχωρούν στο μικρό χώρο έξω από το μοναστήρι, όπου διεξάγεται φονικότατη μάχη σώμα με σώμα, στην οποία οι γυναίκες χρησιμοποιούν ξύλα, πέτρες, μαχαίρια, δόντια, νύχια και ό,τι άλλο φονικό μέσο μπορούσαν.

Αμέσως 220 γυναικόπαιδα βάδισαν προς το φοβερό γκρεμό του Πέτακα και ρίχτηκαν στο βάραθρο προτιμώντας το θάνατο παρά την αιχμαλωσία και ατίμωση.

Άλλη μια ομάδα 180 γυναικόπαιδων βγήκε από το μοναστήρι και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι καταδιωκόμενη από τούρκους στρατιώτες, με σκοπό να περάσει το ποτάμι και να ριχτεί προς τα μέρη της Θεσσαλίας. Το ποτάμι το βρήκαν πλημμυρισμένο, οπότε η πορεύτηκαν προς τη γέφυρα του Κοράκου, την οποία βρήκαν φρουρούμενη από τούρκικα ασκέρια.

Στο μεταξύ ο αγώνας στο μικρό χώρο του μοναστηριού συνεχίζεται με τη θυσία των Σουλιωτών, στον οποίο διαπρέπει η Ελένη Μπότσαρη και η οποία στο τέλος της άνισης μάχης κατηφόρισε προς το ποτάμι καταδιωκόμενη από άγρια στίφη τουρκοαλβανών. Φτάνοντας στο ποτάμι ρίχνεται στον αγώνα, ενθαρρύνει τους άντρες και όταν απόμεινε μόνη της, για να μην αιχμαλωτιστεί, ρίχνεται στα αφρισμένα νερά του ποταμού. Ένας Τούρκος, της προτείνει το όπλο του για να πιαστεί και να σωθεί. Η υπερήφανη Σουλιώτισσα πιάνει με το ένα χέρι της την κάνη του όπλου και με το άλλο τραβάει τον Τούρκο στα νερά, τον βυθίζει, τον πνίγει κι εκδικείται.

Από τους 1.400 αποκλεισμένους, κυρίως Σουλιώτες, αρκετοί αιχμαλωτίστηκαν και μόνον 80-100 άτομα διασώθηκαν. του τρίτου σώματος των Σουλιωτών στο Σέλτσο.

Ο Σέλτσος, ο τόπος της θυσίας των Σουλιωτών-είναι η ιστορία του αιματοβαμμένου τόπου μας που μας θυμίζει αγώνες-θυσίες-ολοκαυτώματα. Είναι ένα μάθημα παιδείας αξιών και επιλογών που και μεις δεν πρέπει να την ξεχνάμε αλλά να τιμούμε. Η θυσία και η ενέργεια τους, το ήθος τους μας διδάσκουν το θάρρος απέναντι σε ζοφερούς καιρούς και μέγιστους κινδύνους. Γιατί ο ελληνικός λαός δεν γονατίζει παρά μόνο μπροστά τους νεκρούς του. Και αυτοί οι νεκροί είναι πολλοί, αλλά πάνω απ΄ όλα είναι ήρωες και παρόντες γιατί εμείς είμαστε οι απόγονοί τους και οι κληρονόμοι αυτής της θυσίας που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Τα βουνά αυτά είναι γεμάτα από κραυγές ηρώων που διακήρυξαν την ελευθερία μας και προσδιόρισαν την ταυτότητά μας. Η τιμή τους  είναι ύψιστο χρέος μας απέναντί τους. Η μνήμη τους η αιωνιότητά τους. Αυτός ο μικρός χώρος, ο Σέλτσος  η μεγάλη μας ιστορία.

 Ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιό του επισημαίνει τη σημασία των ιστορικών γεγονότων, που πρέπει να επαναλαμβάνονται ώστε να μένουν στη μνήμη μας για πάντα, ειδικά όταν πρόκειται για ηρωικό θάνατο υπέρ της πατρίδας όπως σ΄αυτό εδώ το μέρος. Το Σέλτσο.

Άνδρες πόλις και ού τείχη, ουδέ νήες ανδρών κεναί. Θουκυδίδης.