Στα ίχνη του
Δημήτρη Χατζή
στο (ανατολικό) Βερολίνο (1957 – 1963)

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη

[Αναδημοσίευση από το ελληνογερμανικό περιοδικό Εξάντας του Βερολίνου (τεύχος 11, Δεκέμβριος 2009)]

 

Αγαπώ τους ανθρώπους πείχαν μοίρα να μείνουν

νικημένοι κι ασάλευτοι, στους ίδιους τους τόπους

και ταπύθμενα μάτια, τα γαλάζια τους κλείνουν

τη βαθειά νοσταλγία της απέραντης θάλασσας,

- αγαπώ τους ανθρώπους…

(Τάκης Γ. Πελερέν, Δικαίωση, 1934)*

„Ώσπου να φτάσουν στην αποβάθρα 10, το μεγάλο ρωσικό καράβι έχει αράξει κιόλας. Δένει. Αρχίζει να κατεβάζει τη σκάλα αποβίβασης. Το πλήθος σωπαίνει ξαφνικά... Η σκάλα αγγίζει το τσιμέντο της αποβάθρας. Αλλά κανείς δεν κινείται. Σαν να πάγωσαν όλα για μια στιγμή. Έπειτα, στη κορφή της σκάλας εμφανίζεται μια ομάδα. Άντρες. Οι περισσότεροι γέροι. Ο αέρας γεμίζει φωνές, τότε. Οι άνθρωποι που περιμένουν μετακινούνται όλοι μαζί φωνάζοντας ονόματα και κουνώντας ανθοδέσμες. Η ομάδα των αντρών που ήρθε με το πλοίο, σαν να υπακούει σε κάποιο κάλεσμα, μετακινείται και αυτή. Αρχίζουν ένας ένας να κατεβαίνουν τη σκάλα. Ταραγμένοι, συγκινημένοι, σιωπηλοί. Οι περισσότεροι είναι ταπεινά ντυμένοι. Κρατάνε πακέτα και βαλίτσες. Σταματάνε για λίγο στη μέση της σκάλας ψάχνοντας ανάμεσα σ' αυτούς που περιμένουν στην αποβάθρα ν' αναγνωρίσουν κάποιο δικό τους ή φίλο. Μερικοί απ' αυτούς που περιμένουν στην αποβάθρα κρατάνε φωτογραφίες και τις σηκώνουν ψηλά. Ένα συνεργείο τηλεόρασης φτάνει ορμητικά κοντά στη σκάλα αποβίβασης. Ο ρεπόρτερ κινείται γρήγορα. Πλησιάζει τον πρώτο απ' αυτούς που ήρθαν, ακριβώς τη στιγμή που ο άνθρωπος ζυγιάζοντας αργά, σχεδόν τελετουργικά το τελευταίο βήμα, αφήνει τη σκάλα αποβίβασης και πατάει το τσιμέντο της αποβάθρας. Η ελληνική γη. «- Μετά τριάντα δύο χρόνια, πίσω στην πατρίδα. Πώς αισθάνεσθε;» Ο άνθρωπος είναι ταραγμένος. Δεν απαντάει. Τα χείλη του τρέμουν. «– Πόσο καιρό θα μείνετε;» Ο άνθρωπος σωπαίνει και πάλι. Τα μάτια του ψάχνουν με αγωνία γύρω. «– Μιλάτε ελληνικά;» λέει ο ρεπόρτερ… «- Ναι», απαντάει ο άνθρωπος σιγά και τον κοιτάζει στα μάτια.“

Τον περασμένο Νοέμβριο γιορτάστηκε στη γερμανική πρωτεύουσα η 20η επέτειος της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, ενός συμβόλου χωρισμού δυο διαφορετικών πολιτικών συστημάτων και κόσμων, του οποίου η κατάργηση σήμανε και το τέλος της μόλις 40χρονης ζωής  της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Σε ένα μεγάλο διάστημα της ιστορικής του πορείας, το κράτος αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μιας μερίδας Ελλήνων και συγκεκριμένα των εξόριστων πολιτικών προσφύγων, ηττημένων του ελληνικού Εμφύλιου. Περισσότερο στη Δρέσδη και Λειψία και λιγότερο στο Βερολίνο ένα μεγάλο κομμάτι από τους δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς πρόσφυγες στις τότε σοσιαλιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης, βρήκε καταφύγιο, έναν φιλόξενο τόπο, όπου οι άνθρωποι αυτοί μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους, να μορφωθούν και να προκόψουν, αναμένοντας πάντα την ημέρα του επαναπατρισμού τους. Στο Βερολίνο είχαν την τύχη να φιλοξενηθούν σημαντικές προσωπικότητες του τότε διωγμένου ελληνικού αριστερού κινήματος, διανοούμενοι και επιστήμονες, με γνωστότερο, ίσως, τον γιατρό Πέτρο Κόκκαλη (πατέρα του σημερινού επιχειρηματία), καθηγητή στη Charité. Ίσως είναι μόνον σε λίγους γνωστό, ότι στο τότε ανατολικό Βερολίνο, πέρασε 6 περίπου χρόνια της προσφυγικής του ζωής και ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και διανοούμενος της Αριστεράς Δημήτρης Χατζής, ο οποίος άφησε μια ανεξίτηλη προσωπική σφραγίδα στα μεταπολεμικά νεοελληνικά γράμματα και τη σύγχρονη πολιτική σκέψη της Ελλάδας.

Η πορεία


Δημήτρης Χατζής

Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννινα στις 21 Νοεμβρίου 1913. Ο πατέρας του Γεώργιος Χατζής υπήρξε εκδότης της γιαννιώτικης εφημερίδας «΄Ηπειρος» και παλαμικός ποιητής με το ψευδώνυμο Πελερέν. Μετά το Γυμνάσιο, φοίτησε ένα χρόνο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Ο θάνατος του πατέρα του, το 1930, τον υποχρέωσε να διακόψει τις σπουδές του και να γυρίσει στα Γιάννινα για να αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας. Γύρω στα 1935 γίνεται μέλος του ΚΚΕ και ένα χρόνο αργότερα, με τη δικτατορία του Μεταξά, συλλαμβάνεται, βασανίζεται και εξορίζεται στη Φολέγανδρο ως το 1937. Στη συνέχεια εγκαθίσταται στην Αθήνα. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 κατετάγη στον ελληνικό στρατό αλλά δεν στάλθηκε στο μέτωπο. Στα χρόνια της Κατοχής εντάσσεται στο ΕΑΜ  και συμμετέχει στη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου του ΕΑΜ στην Καλλιθέα, αρθρογραφώντας και διορθώνοντας άρθρα σε εφημερίδες όπως η «Ελεύθερη Ελλάδα» και ο «Απελευθερωτής». Αρθρογραφούσε ακόμη στον επίσης παράνομο Ριζοσπάστη. Το 1947 επιστρατεύτηκε στα Γιάννινα, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εξορίζεται στην Ικαρία. Το Μάρτιο του επόμενου έτους λιποτακτεί και εντάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας, πράξη για την οποία θα καταδικαστεί αργότερα δις εις θάνατον από Έκτακτο Στρατοδικείο. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους έμαθε την καταδίκη του αδερφού του Άγγελου από το Έκτακτο Στρατοδικείο και την εκτέλεσή του στα Γιάννινα. Γίνεται πολεμικός ανταποκριτής και πολιτικός σχολιαστής του Ραδιοσταθμού του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα».


  Ο Δ. Χατζής με το δημοσιογράφο
Νίκο Καρβούνη στο βουνό

Το 1949, με τη λήξη του Εμφυλίου, καταφεύγει εξόριστος στη Ρουμανία και από εκεί το 1950 στην Ουγγαρία και εγκαθίσταται στη Βουδαπέστη. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Το 1952 διαφωνεί και αποχωρεί από το Κόμμα, χωρίς όμως και να  εγκαταλείψει την αριστερή του ιδεολογία και πολιτική στάση. Το1953 πρωτοκυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το τέλος της μικρής μας πόλης» στις εκδόσεις Νέας Ελλάδας, στη Ρουμανία, βιβλίο που θεωρείται το σημαντικότερό του έργο, ενώ είχε προηγηθεί το 1946 μυθιστόρημα «Φωτιά» από τις εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα. Με την ουγγρική εξέγερση του 1956 και την φιλοσοβιετική στάση που κράτησαν οι έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες δημιουργείται στο άμεσο περιβάλλον του ένα πολιτικά βαρύ και αρνητικό κλίμα, που τον καταπιέζει σε μεγάλο βαθμό. Ο βυζαντινολόγος καθηγητής Gyula Moravcsik, κοντά στον οποίο σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης,  του προσφέρει μια διέξοδο, βοηθώντας τον να βρει μια θέση επιστημονικού συνεργάτη στο Ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών, στην Γερμανική Ακαδημία Επιστημών του (ανατολικού) Βερολίνου.

Στο μεταξύ έχει συνδέσει την ιδιωτική του ζωή με την Ουγγαρέζα Erzsėbet Vitkό, μια σχέση όαση για τον ίδιο, μετά από τόσες κακουχίες και κατατρεγμούς. Σε μια αφιέρωσή του της γράφει: „Σίγουρα είμαι περήφανος που γεννήθηκα έλληνας. Σίγουρα πως είμαι περήφανος γιατί είμαι κομμουνιστής. Όμως σίγουρα, είμαι το ίδιο περήφανος κι’  ευτυχής, Έρζικα, γλυκειά μανούλα, αδελφή κι’ αγαπημένη, που βρήκα εσένα εδώ, όταν όλα ήταν λυπημένα και φτωχικά για μένα.“ * Έχοντας προγραμματίσει την μετοίκηση στο Ανατολικό Βερολίνο και για πρακτικούς ίσως λόγους αντιμετώπισης της προκείμενης γραφειοκρατίας, παντρεύονται τον Ιανουάριο του 1957.  Η πρώτη επίσκεψη στο Βερολίνο θα γίνει τον Απρίλιο του 1957, με αφορμή το διεθνές Συνέδριο με θέμα «Προβλήματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών.  Από τις 29 Μαΐου 1957 είναι και τυπικά πλέον, κάτοικος του Ανατολικού Βερολίνου.

Το πολιτικό περιβάλλον της εποχής


  Η κατασκευή του Τείχους στο Βερολίνο (Αύγουστος 1961)

Την εποχή που ο Δημήτρης Χατζής διαμένει στο Βερολίνο, η πόλη, όπως και ολόκληρη η ΛΔ Γερμανία, διανύει μια έντονη μεταβατική περίοδο. Τέσσερα χρόνια πριν τον ερχομό του, το Μάρτη του 1953, είχε πεθάνει ο Στάλιν και η Σοβιετική Ένωση είχε εισέλθει με τον Νικήτα Χρουστσόφ στη φάση της αποσταλινοποίησης. Τα ραγδαία αυτά γεγονότα είχαν αιφνιδιάσει την τότε ηγεσία της ΛΔ Γερμανίας υπό τον Walter Ulbricht, η οποία βρέθηκε τη μια μέρα να εκθειάζει τον μεγάλο σοβιετικό ηγέτη και λίγες μέρες αργότερα αμήχανα να τον απορρίπτει. Στα πλαίσια της διστακτικής αποσταλινοποίησης της χώρας, περίπου 25.000 πολιτικοί κρατούμενοι αφέθησαν ελεύθεροι, ενώ αποκαταστάθηκαν αρκετοί διαφωνούντες πολιτικοί. Το Ιούνιο του 1953 οι έντονες διαδηλώσεις στο κέντρο της ανατολικογερμανικής πρωτεύουσας, με αφορμή τις διαμαρτυρίες των οικοδόμων της Stalin-Allee για την αύξηση της νόρμας εργασίας, γνωστές ως Εξέγερση της 17ης Ιούνη 1953, προκάλεσαν την άμεση επέμβαση των σοβιετικών τανκς για την αποκατάσταση της τάξης, ενώ εκατοντάδες ανατολικογερμανοί συνελήφθησαν και διώχτηκαν ως υποκινούμενοι εχθροί του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Η ανοικοδόμηση της χώρας και του Βερολίνου προχωρούσε  με εντατικούς ρυθμούς. Οι πληγές του πολέμου ήταν ακόμη ορατές σε πλειάδα κτιρίων και άλλων εγκαταστάσεων, ενώ το έργο-βιτρίνα της ανατολικογερμανικής πρωτεύουσας στη φημισμένη Stalin-Allee και αργότερα μετονομασμένη σε Karl-Marx-Allee, εισέρχονταν πλέον στην τελευταία του φάση.

   


  Η Stalin-Allee (αργότερα Karl-Marx-Allee) στη δεκαετία του 50

   



               Η Ακαδημία Επιστημών σήμερα





     

Η επικοινωνία μεταξύ των δύο Γερμανικών κρατών στη δεκαετία του '50 ήταν πολύ περιορισμένη και υπό διαρκή και αυστηρό έλεγχο. Και ενώ τα σύνορα προς τη Δυτική Γερμανία φρουρούνταν πολύ αυστηρά και ήταν ουσιαστικά σχεδόν αδιαπέραστα, στο Βερολίνο ίσχυε μεταξύ του σοβιετικού και των υπολοίπων δυτικών τομέων (του αμερικανικού, βρετανικού και γαλλικού) ένα ιδιαίτερο καθεστώς ελεύθερης μετακίνησης, με χαλαρούς ελέγχους σε διάφορους κόμβους διάβασης. Η κατάσταση αυτή όμως λειτουργούσε με τον καιρό σαν μια πόρτα διαφυγής  για ανατολικογερμανούς αλλά και άλλους δυνητικούς φυγάδες των γειτονικών σοσιαλιστικών χωρών (Πολωνία, Τσεχοσλοβακία). Μεταξύ 1949 και 1961, περίπου  2,6 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει τη ΛΔ Γερμανίας και το Ανατολικό Βερολίνο - 180.000 από αυτούς μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 1961 και 47.433 μόνο μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες ήταν νέοι κάτω των 25 ετών, ειδικευμένοι και μορφωμένοι. Η διαφυγή τους ήταν πραγματική απειλή για την οικονομία και σε τελευταία ανάλυση, για την ίδια την ύπαρξη της ΛΔ Γερμανίας. Για το λόγο αυτό, από τις 13 Αυγούστου αρχίζει να χτίζεται το Τείχος του Βερολίνου, σταματώντας πλέον τη μαζική φυγή από τη χώρα. Μόλις στις 17 Δεκέμβρη του 1963 θα επιτραπεί και πάλι σε Δυτικοβερολινέζους να επισκεφτούν το ανατολικό τμήμα της πόλης. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι εκείνη την περίοδο υπήρξε αντίστροφα και μια μικρότερη, σε αναλογία περίπου 1:10, μετακίνηση και από τα δυτικά προς τη ΛΔ Γερμανίας, κυρίως από συνειδητοποιημένους κομμουνιστές ή δεινοπαθήσαντες κατά τη ναζιστική εποχή Εβραίους, όπως οι Wolf Biermann, Ralph Giordano και Peter Hacks αλλά και άλλους, όπως η οικογένεια του πάστορα-πατέρα της σημερινής Καγκελαρίου, από το Αμβούργο στο Templin του Βρανδεμβούργου.

„Περνάει ο πρώτος χρόνος… καλά… Περνάει ο δεύτερος, ο τρίτος… Πας χαμένος αν δεν πιαστείς από κάπου. Στην αρχή ήταν η Ελλάδα, κι ό,τι αφήσαμε πίσω… Αλλά στο τέλος αρρωσταίνεις… Και κάποια μέρα, μια γυναίκα από κείνα τα μέρη, σου ράβει ένα κουμπί, σου πλένει ένα ρούχο… σου δίνει ένα ζεστό πιάτο φαΐ…“

     

Η Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών στο Βερολίνο

 
Η είσοδος της Ακαδημίας στη Jägerstr. 22-23

Η Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών στο Βερολίνο (Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin, (DAW), η οποία μετά το 1972 μετονομάστηκε σε Akademie der Wissenschaften der DDR, (AdW)), ήταν το σημαντικότερο θεσμικό ίδρυμα έρευνας στη ΛΔ Γερμανίας. Δημιουργήθηκε επίσημα το 1946, συνεχίζοντας την παράδοση της πρότερης Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Η Ακαδημία ήταν  από τη μια μεριά ένα είδος Λέσχης Λογίων, στη οποία γινόταν κανείς μέλος μετά από αυστηρή επιλογή και εθεωρείτο μεγάλη τιμή και αναγνώριση για το πρόσωπο αυτό, και από την άλλη φορέας έρευνας ενός μεγάλου αριθμού ερευνητικών ινστιτούτων εκτός πανεπιστημίου. Οι ερευνητικοί τομείς αποτελούνταν από έξι τμήματα (Klassen): Τμήμα Μαθηματικών, Φυσικής και Τεχνικής, Τμήμα Χημείας, Γεωλογίας και Βιολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Τμήμα Γλωσσών, Λογοτεχνίας και Τέχνης – στο οποίο υπάγονταν και το ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών -, Τμήμα Φιλοσοφίας, Ιστορίας, πολιτικών, νομικών και οικονομικών Επιστημών, και τέλος Τμήμα Λιγνιτωρυχείας, Μεταλουργικής και Μεταλλειολογίας.

Η Ακαδημία στεγαζόταν σε ένα μεγαλοπρεπές ιστορικό κτίριο στο κέντρο του Βερολίνου, στη γωνία σήμερα Jägerstraße και Gendarmenmarkt. Η είσοδος του κτιρίου βρισκόταν στη Jägerstraße 22/23 (ακριβώς απέναντι από το κτίριο της Ελληνικής Πρεσβείας στο Βερολίνο, σήμερα), η οποία στην περίοδο της ΛΔ Γερμανίας είχε μετονομασθεί σε Otto Nuschke Straße, προς τιμήν του προέδρου του ανατολικού χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU) και επί χρόνια αντιπροέδρου της κυβέρνησης στη ΛΔ Γερμανίας. Στο κτίριο της Ακαδημίας βρίσκονταν και τα γραφεία του ινστιτούτου, στο οποίο εργαζόταν ο Δημήτρης Χατζής.

Το Ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών


  Ο Καθηγητής  Johannes Irmscher

Η επαφή του Χατζή με το Ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών στο Βερολίνο (Institut für griechisch-römische Altertumskunde) με σκοπό την απόκτηση κάποιας ερευνητικής θέσης εργασίας, ξεκίνησε τυπικά προς τα τέλη του 1956 με τη υποβολή σχετικής αίτησης προς τη διεύθυνση του ινστιτούτου. Η αίτησή του έτυχε ευνοϊκής ανταπόκρισης, αφού στη συνεδρίαση του επιστημονικού συμβουλίου του ινστιτούτου, στις 23 Ιανουαρίου 1957, μεταξύ των άλλων θεμάτων ημερήσιας διάταξης, συζητήθηκε και το θέμα της συνεργασίας με τον Χατζή. Η διεύθυνση του ινστιτούτου αποφάσισε την υποστήριξη και προώθηση της αίτησης στο Γραφείο Παγγερμανικών και Σχέσεων με την Αλλοδαπή (Büro für gesamtdeutsche und Auslandsbeziehungen) για την παράλληλη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Στη συνεδρίαση επισημάνθηκε η δυνατότητα, ο Χατζής να απασχοληθεί στην Ομάδα Εργασίας Βυζαντινολογίας του ινστιτούτου και να του ανατεθεί  η επιμέλεια μιας δίγλωσσης επιλογής ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, την οποία είχε προτείνει το Τμήμα Γλωσσών, Λογοτεχνίας και Τέχνης σε προηγούμενη συνεδρίασή του

Στο ινστιτούτο εργαζόταν περίπου 50 άτομα, συμπεριλαμβανομένων διάφορων στενογράφων, δακτυλογράφων αλλά και τεχνικών. Ο Χατζής συνάντησε εκεί πολλούς γερμανούς φιλολόγους που κατείχαν πολύ καλά την ελληνική γλώσσα στη γραπτή μορφή της αρχαίας και της καθαρεύουσας, οι οποίοι όμως είχαν μεγάλα προβλήματα με την δημοτική και ιδιαίτερα με τον προφορικό λόγο. Ακόμη και ο καθηγητής Johannes Irmscher, που κατείχε τη θέση του γενικού διευθυντή (geschäftsführender Direktor), είχε, σύμφωνα με μαρτυρίες, μια εντελώς χαρακτηριστική και μάλλον δυσνόητη προφορά της Νεοελληνικής. Έτσι, ο ερχομός του Χατζή αποτελούσε για πολλούς μεγάλο ευτύχημα, αφού θα μπορούσαν παράλληλα να βελτιώσουν τις γνώσεις τους αλλά και ασκηθούν ενεργητικά στη νεοελληνική γλώσσα. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εργαζόταν την περίοδο εκείνη στο ίδιο ινστιτούτο και η ελληνίδα φιλόλογος Μαρίκα Μινέεμη, μια σημαντική προσωπικότητα μεταξύ των Ελλήνων διανοουμένων στη ΛΔ Γερμανία, και στη δεκαετία του 60 διευθύντρια του περιοδικού των πολιτικών προσφύγων Πυρσός, που εκδιδόταν στη Δρέσδη.

Ο καθηγητής Johannes Irmscher

Ένα πρόσωπο που έχει διαμορφώσει καθοριστικά την επιστημονική πορεία του Δημήτρη Χατζή στο Βερολίνο είναι ο καθηγητής Johannes Irmscher. Είναι ο άνθρωπος που θα εισηγηθεί αρχικά την πρόσληψη του Χατζή στο Ινστιτούτο, λόγω κυρίως της στενής γνωριμίας του και αμοιβαίας αλληλοεκτίμησης με τον Moravcsik, ο άνθρωπος που τον υποστηρίζει αδιάκοπα τόσο σε ζητήματα μισθολογικής και ιεραρχικής ανέλιξης όσο και σε καθημερινά προβλήματα με τις αρχές, ο επιστήμονας κοντά στον οποίο ο Χατζής, μέσα από τις παραδόσεις και τα σεμινάριά του, θα μυηθεί στην επιστήμη της φιλολογίας, και τέλος, το πρόσωπο κύρους, το οποίο θα δώσει τελικά με την επίμονη παρέμβασή του τη λύση στην πολύπλοκη διαδικασία απόκτησης  διδακτορικού του Χατζή, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Ο Johannes Irmscher υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των κλασσικών και νεώτερων φιλολογικών σπουδών στη ΛΔ Γερμανία με διεθνές επιστημονικό κύρος. Το εύρος του επιστημονικού του πεδίου εκτείνονταν από τον Όμηρο έως την ύστερη Αρχαιότητα, και από τη βυζαντινή  Ιστορία και τη Τέχνη  έως την αναβίωση της Αρχαιότητας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το έργο του αποτελείται από πληθώρα επιστημονικών δημοσιεύσεων (πάνω από 100 βρίσκονται μόνον στην Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη) αλλά και εκδόσεων εκλαϊκευμένων επιστημονικών θεμάτων. Γεννημένος στη Δρέσδη στις 14 Σεπτεμβρίου 1920 (επτά χρόνια δηλαδή νεώτερος του Χατζή), άρχισε τις σπουδές του το 1939 στο Πανεπιστήμιο του Leipzig στο αντικείμενο Κλασσική Φιλολογία, Βυζαντινολογία και Νεοελληνική Φιλολογία. Από το 1938, ως μαθητής ακόμη, είχε γίνει μέλος του Ναζιστικού Κόμματος. Το 1940 διέκοψε τις σπουδές του για να υπηρετήσει στη Wehrmacht έως το τέλος του πολέμου, το 1945. Το 1947 έγινε διδάκτωρ με τη διατριβή «Götterzorn bei Homer» , ενώ το 1951 περάτωσε την υφηγεσία του με θέμα «Iakobos triboles poiemata». Από το Σεπτέμβριο του 1953 διδάσκει πλέον ως επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου, από το 1955 έως το 1963 είναι γενικός διευθυντής στο Ινστιτούτο Ελληνορωμαϊκών Σπουδών στην Ακαδημία των Επιστημών του Βερολίνου και από το 1964 έως το 1969 πρόεδρος του ίδιου Ινστιτούτου. Με την εσωτερική αναδιάρθρωση της Ακαδημίας ο Irmscher έγινε το 1969 διευθυντής του Επιστημονικού Τομέα Ιστορίας της Ελληνορωμαϊκής Τέχνης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 1985. Απεβίωσε στις 23 Μαΐου 2000. O Irmscher δεν υπήρξε ποτέ μέλος του κυβερνώντος κόμματος SED. Προς τις επίσημες αρχές είχε δημιουργήσει περισσότερο την εικόνα ενός αδέσμευτου επιστήμονα με αστικές καταβολές, ενώ ο ίδιος κολακεύονταν όταν οι συνάδελφοί του τον χαρακτήριζαν ως τον „κόκκινο καθηγητή“.

Μελανό σημείο στη λαμπρή βιογραφία του Καθηγητή Irmscher αποτελεί η κρυφή δραστηριότητά του ως πληροφοριοδότη της Κρατικής Ασφάλειας, της περιβόητης Stasi, γεγονός που έφερε στη δημοσιότητα μετά από έρευνα στα Αρχεία της Υπηρεσίας η ιστορικός Isolde Stark, δυο χρόνια πριν το θάνατό του. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, η συνεργασία με τη Stasi άρχισε με κάποιες πρώτες επαφές τον Αύγουστο του 1957 καθώς και τον Μάιο του 1958, και τελείωσε τυπικά το Δεκέμβριο του 1989, „λόγω ηλικίας και έλλειψης προοπτικής“, όπως αναφέρεται σχετικά. Όπως σημειώνεται επίσης στο σχετικό φάκελο, το κίνητρο του Irmscher (με το συνωμοτικό όνομα „IM Johannes“) ήταν η χρησιμοποίηση της Υπηρεσίας για την προώθηση της προσωπικής του καριέρας. Αντικείμενο των πληροφοριών του ήταν κυρίως η κατάδοση τυχόν ύποπτης πολιτικής ή ιδιωτικής δραστηριότητας συναδέλφων και υφισταμένων του στο Ινστιτούτο, όπως επίσης, αργότερα, από τις αρχές της δεκαετίας του '70,  η δημιουργία επαφών με προσωπικότητες χωρών του εξωτερικού όπως η Αλβανία αλλά και η Ελλάδα, για απώτερους κατασκοπευτικούς σκοπούς.

Το Συνέδριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Βερολίνο

Λίγο πριν ο Χατζής εγκατασταθεί στο Βερολίνο, το Ινστιτούτο, με πρωτοβουλία του  Irmscher, διοργάνωσε από τις 16 έως 18 Απριλίου 1957 ένα πανευρωπαϊκό συνέδριο, με θέμα «Προβλήματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Όπως αναφέρει σχετικά η Βενετία Αποστολίδου, την πρωτοβουλία αυτή υποστήριξε με ενθουσιασμό και η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τους καθηγητές Στίλπονα Κυριακίδη, Στυλιανό Καψωμένο, Εμμανουήλ Κριαρά και Λίνο Πολίτη. Το ψυχροπολεμικό ελληνικό κράτος όμως, της εποχής της ΕΡΕ, απαγόρευσε στους Έλληνες εκπροσώπους να λάβουν μέρος στο συνέδριο στο Ανατολικό Βερολίνο, για να μην διαταραχτούν δήθεν οι διπλωματικές σχέσεις με την δυτική ΟΔ Γερμανία αλλά και για να μην αποκτήσουν τη δυνατότητα οι Έλληνες εκπρόσωποι να έρθουν σε επαφή με τους Έλληνες διανοούμενους πολιτικούς πρόσφυγες του εξωτερικού. Η απαγόρευση αυτή προκάλεσε αγανάκτηση στους θιγόμενους καθηγητές, οι οποίοι εκδήλωσαν σε διάφορες επιστολές προς τους διοργανωτές την προσωπική τους δυσαρέσκεια (έως και ντροπή), για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της επίσημης Ελλάδας, ενώ ορισμένοι απέστειλαν ταχυδρομικά τις εισηγήσεις τους για να συμπεριληφθούν στα πρακτικά του συνεδρίου.


  Η κατοικία του Δ. Χατζή στη  Langhansstr. 136

Παρά την απουσία των εκπροσώπων από την Ελλάδα, το συνέδριο σημείωσε επιτυχία, αφού σ' αυτό συμμετείχαν Νεοελληνιστές από πολλές χώρες της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης καθώς και από τα δυο γερμανικά κράτη. Παρόντες ήταν βέβαια και σχεδόν όλοι οι Έλληνες διανοούμενοι και λογοτέχνες που ζούσαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στις σοσιαλιστικές χώρες, όπως οι Δημήτρης Χατζής, Μέλπω Αξιώτη, Έλλη Αλεξίου, Απόστολος Σπήλιος, Δημήτρης Παπάς, Μαρίκα Μινέεμη αλλά και ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η εισήγηση του Χατζή στο συνέδριο είχε ως θέμα «Τα ελληνικά στοιχεία στο μυθιστόρημα „Διήγησις εξαίρετος Βέλθανδρου του Ρωμαίου“». Σε αντίθεση με τους άλλους πολιτικούς πρόσφυγες, οι οποίοι παρουσίασαν θέματα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας,  ο Χατζής επέλεξε ένα θέμα της παλαιότερης λογοτεχνίας, το οποίο ανέπτυξε με σχολαστικά επιστημονικό τρόπο και ύφος, θέλοντας ίσως να κάνει μια πρώτη επίδειξη των φιλολογικών του ικανοτήτων, ενόψει της  νέας του απασχόλησης στο Ινστιτούτο.

„Μπαίνει στη πλατεία ο Αντώνης τραβώντας ένα μουλάρι φορτωμένο με διάφορα τσαμασίρια. Τα αναγκαία του. Βλέπει το γέρο. Πλησιάζει. Στέκονται για λίγο αντιμέτωποι. Ο Αντώνης βγάζει ένα λαϊκό στραπατσαρισμένο πακέτο και δίνει τσιγάρο. Του το ανάβει μ' έναν παλιό αναπτήρα φτιαγμένο από κάλυκα σφαίρας. Καπνίζουν βουβοί αλλά άνετοι. Ο Αντώνης λέει σιγά. «- Μας σπρώξανε και πολεμήσαμε. Εσύ στο ένα στρατόπεδο, εγώ στο άλλο, χάσαμε και οι δυο.» Αρχίζει να ψιλοβρέχει. Ο Αντώνης βάζει τον αναπτήρα στην τσέπη και ανοίγει την ομπρέλα που κρέμεται στο μπράτσο του, στρέφει στο γέρο: «- Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο κι ο λύκος με το λύκο. Δεν έμεινε τίποτα πια εδώ πέρα.»“

Εγκατάσταση και προσαρμογή


  Η είσοδος από την εσωτερική αυλή

Επίσημα ο Χατζής καταγράφεται στις 29 Μαΐου 1957 ως κάτοικος του ανατολικού Βερολίνου, αρχικά ως υπενοικιαστής στη Schönhauser-Allee 90,  ενώ από την 1η Ιουνίου 1957 είναι κάτοχος ειδικής ταυτότητας για άτομα που τους έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, με τον αριθμό 0027150. Την ίδια μέρα εγγράφεται μέλος του Συνδικάτου FDGB των εργαζομένων της ΛΔ Γερμανίας. Στις 3 Ιουνίου υπογράφει το συμβόλαιο εργασίας με την Ακαδημία Επιστημών, στο οποίο αναγράφεται η εργασιακή του ιδιότητα ως επιστημονικός βοηθός (wissenschaftlicher Assistent), μισθολογικής κατηγορίας W XVI, με μηνιαίες αποδοχές 675 Μάρκων (για σύγκριση, ο μηνιαίος μισθός του Irmscher ήταν κάτι λιγότερο από 4.000 Μάρκα).

Οι πρώτοι μήνες στο νέο περιβάλλον θα πρέπει να ήταν μάλλον δύσκολοι, αφού το ζεύγος Χατζή κατέχει ελάχιστα τη γερμανική γλώσσα παράγοντας αποτρεπτικός για τη δημιουργία κοινωνικών σχέσεων. Επίσης το ειδικό πολιτικό και διοικητικό καθεστώς του Βερολίνου όπως και το έντονα καχύποπτο ψυχροπολεμικό κλίμα θα πρέπει να επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινότητά τους. Με το ελληνικό στοιχείο, που σε αντίθεση με τις πολυπληθείς  κοινότητες της Λειψίας και της Δρέσδης εκπροσωπείται στο Βερολίνο από ένα μικρό αριθμό πολιτικών προσφύγων και βρίσκεται διχασμένο λόγω των εσωκομματικών εξελίξεων στη ηγεσία του, μετά το θάνατο του Στάλιν και την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, ο Χατζής αποφεύγει οποιεσδήποτε σχέσεις. Τον μικρόκοσμό του αποτελούν η σύντροφός του Έρζι, όπως την αποκαλεί χαϊδευτικά,  οι συνάδελφοι στο Ινστιτούτο, και ο πρώην καθηγητής του στη Βουδαπέστη καθώς και μερικοί φίλοι, πρώην σύντροφοι και συναγωνιστές διασκορπισμένοι στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, με τους οποίους επικοινωνεί τακτικά, με τα ταχυδρομικά μέσα της εποχής. Από τις 4 Νοεμβρίου 1957 διαμένει πλέον με τη σύζυγό του σε μια πιο ήσυχη περιοχή, στη Langhansstr. 136, του διαμερίσματος Berlin-Weißensee.

Τον Μάρτιο του 1958 γράφει στον Moravcsik:

„…Από μας τίποτα το ιδιαίτερο και νεώτερο δεν έχω να σας γράψω. Η δουλειά στο Ινστιτούτο είναι όπως πάντα. Η υγεία μας είναι καλή – και ευτυχώς και ο χειμώνας δεν ήταν πολύ βαρύς... Άλλο ένα νέο της ζωής μας εδώ είναι ότι έχω τώρα πολύ καλές σχέσεις με το γνωστό σας καθηγητή κ. Szent-Iványi  του φιννο-ουγγρικού ινστιτούτου του Πανεπιστημίου. Είναι πραγματικά πολύ καλός άνθρωπος. Έχει φέτος εφτά μαθητές. Η γυναίκα μου η Έρζι θα μπορεί να τους βοηθάει να ασκούνται στην ουγγρική, έχοντας και αυτή ένα κέρδος αφού θα μαθαίνει απ' αυτούς τα γερμανικά. Επίσης θα κάνει εκεί ό,τι δακτυλογραφήσεις υπάρχουν στα ουγγρικά, παίρνοντας γι' αυτό μια μικρή χρηματική αποζημίωση. Είναι πολύ καλά έτσι. ... „*

Το ενδιαφέρον της  StaSi


  Δημήτρης Χατζής

Τον Ιούλιο του 1958 η Κρατική Ασφάλεια της ΛΔ Γερμανίας, η περιβόητη StaSi, ασχολείται για πρώτη και μοναδική μάλλον φορά με τον Δημήτρη Χατζή. Η γερμανική Υπηρεσία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική του στάση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τη ΛΔ Γερμανίας. Σε εσωτερικό έγγραφο της Υπηρεσίας ζητείται να διερευνηθούν τα ακριβή του στοιχεία, η πολιτική και ηθική του διαγωγή, οι τυχόν διασυνδέσεις του στον τόπο διαμονής του, όπως και στο Δυτικό Βερολίνο, στη Δυτική Γερμανία και στο εξωτερικό, καθώς και οιεσδήποτε άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον ίδιο και τη σύζυγό του. Δεν είναι γνωστό αν η δραστηριοποίηση αυτή της StaSi οφείλεται απλά σε κάποια μέτρα ρουτίνας που λαμβάνονταν για κάθε ξένο που διέμενε τότε στο έδαφος της ΛΔ Γερμανίας ή αν προκλήθηκε από κάποια συγκεκριμένη αιτία. Γεγονός είναι ότι ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 24.8.1958, συντάσσεται μια τρισέλιδη αναφορά για τον Δημήτρη Χατζή και τη σύζυγό του Erzsėbet. Μέσα σ' αυτή αναφέρονται αρχικά τα βασικά στοιχεία ταυτότητας και στη συνέχεια οι ακριβείς ημερομηνίες και τόποι εγκατάστασης στο Βερολίνο και στη ΛΔ Γερμανίας.

Οι πληροφορίες της StaSi θα πρέπει να έχουν αποκτηθεί από γερμανούς γείτονες της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε, με τους οποίους το ζεύγος Χατζή δεν διατηρεί παρά ελάχιστες και καθαρά τυπικές σχέσεις. Γι αυτό και  το περιεχόμενο των πληροφοριών είναι ανάλογα τετριμμένο και ανούσιο. Έτσι, στην αναφορά μεταφέρεται η πληροφορία , ότι „ο Χατζής είχε κάποτε ο ίδιος δηλώσει, ότι ανήκει σε κάποιο κόμμα στην Ελλάδα, αλλά σε ποιο ακριβώς δεν είναι γνωστό. Στη γειτονιά δεν έχει εμφανιστεί ενεργά ακόμη σε κάποια κοινωνική δραστηριότητα, έχει εκτελέσει όμως  5 ώρες εργασίας για την ανοικοδόμηση της χώρας. Στις μέχρι τούδε συγκεντρώσεις των ενοίκων της πολυκατοικίας ήταν πάντοτε παρών, δεν έλαβε όμως μέρος σε κανενός είδους συζήτηση. Είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς τη στάση του απέναντι στη ΛΔ Γερμανία  και τη Σοβιετική Ένωση, αφού δεν εμπλέκεται ποτέ σε πολιτικές συζητήσεις. Μαζί του είναι σχεδόν αδύνατο να διεξάγεις πολιτικές συζητήσεις, διότι ομιλεί μόνο σπαστά γερμανικά.

Ως προς τη διαγωγή του δεν είναι γνωστό μέχρι σήμερα τίποτε αρνητικό. Με τους άλλους ένοικους είναι πάντοτε φιλικός και ευγενικός. Θεωρείται ως ένας πολύ ήσυχος και αξιοπρεπής ενοικιαστής. Όταν έχει κάποιο πρόβλημα απευθύνεται κάθε φορά στον διαχειριστή της πολυκατοικίας  ή στον διοικητικό υπεύθυνο. Η οικογενειακή του κατάσταση είναι  τακτοποιημένη, με τη σύζυγό του διαβιεί μια καλή συζυγική ζωή. Κατοικεί με τη σύζυγό του σε ένα διαμέρισμα με δύο δωμάτια κουζίνα και μπάνιο, καλά επιπλωμένο.“


Το μυθιστόρημα «Φωτιά»
(εκδόσεις κείμενα, Αθήνα 1988)

Στη συνέχεια ακολουθούν διάφορα στοιχεία για τη σύζυγό του, με την επισήμανση ότι και για αυτήν δεν είναι γνωστό κάτι αρνητικό. Επίσης, τονίζεται  και πάλι, ότι λόγω του γεγονότος ότι „η οικογένεια Χατζή κατέχει ελάχιστα τη γερμανική γλώσσα, δεν διατηρούν καθόλου σχέσεις με τους άλλους ενοίκους και ζουν πολύ αποτραβηγμένοι.“ Παρ' όλα αυτά, οι πληροφοριοδότες μεταφέρουν στη StaSi, ότι το ζεύγος το επισκέπτεται τακτικά μια γυναίκα ουγγρικής καταγωγής, αγνώστου ονόματος, με δύο παιδιά, η οποία μένει στο Prenzlaeur-Berg. Για τυχόν διασυνδέσεις με το Δυτικό Βερολίνο ή τη Δυτική Γερμανία αδυνατούν να αναφέρουν κάτι σχετικό. Στον φάκελο γίνεται επίσης λόγος για μια αίτηση ενός Έλληνα με καταγωγή από τη Δράμα (τα όνομα σβησμένο στο αντίγραφο του φακέλου της StaSi) με τόπο διαμονής το Steglitz του Δυτικού Βερολίνου, για επίσκεψη στον Δημήτρη Χατζή από τις 1.4 έως τις 1.5.1958. Η αίτησή του, αναφέρεται ότι απορρίφτηκε. Η σχέση του Χατζή με το πρόσωπο αυτό φέρεται ως άγνωστη. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε κάποια στοιχεία της πεθεράς του Χατζή που βρίσκεται στο Gyongyosolymont  της Ουγγαρίας. Ο φάκελος κλείνει με τη αναφορά ότι „δεν είναι γνωστόν αν ο Χατζής έχει συγγενείς που διαμένουν στο εξωτερικό.“

Πολύ πιθανόν η ενεργοποίηση της StaSi σχετικά με τον Χατζή να οφείλεται στην αίτηση επίσκεψης του άγνωστου Δραμινού. Αξιοσημείωτο πάντως είναι το γεγονός ότι στην αναφορά δεν γίνεται λόγος για τη συμπεριφορά του στο χώρο εργασίας, δηλαδή στο Ινστιτούτο, αλλά ούτε για τις σχέσεις του με άλλους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το γεγονός αυτό συνηγορεί στην υπόθεση, ότι ο Irmscher, μάλλον δεν έχει εμπλέξει το όνομα του Δημήτρη Χατζή στις πυκνές αναφορές του προς τη Stasi.

Υπό το βλέμμα της Αστυνομίας και του Κόμματος


«Το τέλος της μικρής μας πόλης» (εκδόσεις κείμενα, Αθήνα 1989)

Το κενό της πληροφόρησης στο φάκελο της Stasi για το πρόσωπο του Δημήτρη Χατζή έρχεται να καλύψει στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1958 η Αστυνομική Διεύθυνση (Volkspolizei-Inspektion) του Berlin-Weißensee, η οποία απευθύνεται προς την Ακαδημία των Επιστημών ζητώντας μια επίσημη „αξιολόγησή“ του,  κατά το δυνατόν, σε συνεργασία με την εκεί κομματική οργάνωση. Λίγες μέρες αργότερα, στις 9 .10.1958, ο Irmscher με επιστολή του φροντίζει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να εξαλείψει οποιεσδήποτε αμφιβολίες, περιγράφοντας αρχικά τις ικανότητες και δεξιότητες του Χατζή ως δημοσιογράφου και συγγραφέα αλλά κι ως σπουδαστή του Moravcsik στη Βουδαπέστη. Στη συνέχεια τονίζει εμφατικά, ότι ο Χατζής ανήκει „αναμφίβολα στα πιο ταλαντούχα άτομα της ελληνικής προσφυγιάς“ και ότι διαθέτει ως επιστήμονας  θεμέλια με μεγάλες δυνατότητες εξέλιξης“. Ακολούθως, παραθέτει το αντικείμενο εργασίας του Χατζή στο Ινστιτούτο, στα πλαίσια της ομάδας Βυζαντινολογίας, που είναι η επιμέλεια νεοελληνικών εκδόσεων και δημοσιεύσεων και η προετοιμασία μιας συλλογής νεοελληνικών λαϊκών τραγουδιών και συγκεκριμένα η καταλογοποίηση και περιγραφή των χειρογράφων του Ζαβίρα, που βρίσκονται στη Βουδαπέστη. Στο τέλος ο Irmscher αναφέρεται στην προοδευτικότητα του Χατζή, ως μαχητή κατά τον Εμφύλιο αλλά και ως μέλους του ΚΚΕ μέχρι πριν μερικά χρόνια. Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τους λόγους της αποχώρησής του από το Κόμμα, αλλά υποθέτει ότι ίσως οφείλονται στις διάφορες εσωτερικές διαμάχες που ξέσπασαν στους Έλληνες κομμουνιστές μετά την στρατιωτική ήττα. Παρ’ όλα αυτά, πιστοποιεί ο Irmscher, ο Χατζής δεν έχει αναθεωρήσει καθόλου τις προοδευτικές του απόψεις , αλλά αποτελεί, ως μεσάζων προς τους ολοένα και περισσότερους Έλληνες επισκέπτες του Ινστιτούτου, έναν „ανεκτίμητο συνεργάτη“.

Η τοποθέτηση του Irmscher φαίνεται να καθησύχασε τις αστυνομικές αρχές, αφού από τότε δεν ξανασχολήθηκαν μαζί του. Νέα αναστάτωση προέκυψε μετά από έξι περίπου βδομάδες, όταν οι ιθύνοντες της Κεντρικής Επιτροπής του κυβερνώντος Κόμματος SED, από το τμήμα Εξωτερικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων, απευθύνονται για παροχή εξηγήσεων στην κομματική οργάνωση της Ακαδημίας, επειδή είχαν πληροφορηθεί, ότι ο Χατζής είχε θεαθεί στο Δυτικό Βερολίνο. Η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Προσωπικού της Ακαδημίας απαντάει στο Κόμμα αναλυτικά, μια βδομάδα αργότερα, στις 26.11.1958, με μια δισέλιδη επιστολή. Σ αυτή αναφέρει, ότι μετά από συζήτηση που έγινε μαζί του, ο Χατζής δήλωσε ότι μετέβη το Σάββατο 9.8.1958, και ώρα 11.00, στο σταθμό Bahnhof Zoo, για να παραλάβει την αδελφή του που είχε καταφτάσει από την Αθήνα για επίσκεψη τριών ημερών. Μη γνωρίζοντας τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην πόλη, η αδελφή του είχε δηλώσει τηλεγραφικά τον παραπάνω ως σταθμό άφιξης. Στο σταθμό ο Χατζής είχε συναντήσει τυχαία και έναν άλλο γνωστό του Έλληνα. Αμέσως μετά είχε δηλώσει ολόκληρο το περιστατικό, μετάβαση, σκοπό της μετάβασης και συνάντηση με τον γνωστό του  Έλληνα, γραπτά στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Χατζής διαβεβαίωσε ότι δεν έτυχε να ξαναπάει ποτέ του στο Δυτικό Βερολίνο, και στο μέλλον σε παρόμοια περίσταση θα ενημέρωνε πρώτα την Ακαδημία και το Ελληνικό ΚΚ.


„Das zerstörte Idyll“ (γερμανική έκδοση
 του «Το τέλος της μικρής μας πόλης»,
σε μετάφραση του Θανάση Γεωργίου,
εκδόσεις Volk und die Welt, Berlin 1965)

Στο ερώτημα για τους λόγους της αποχώρησής του από το ΚΚΕ, αναφέρεται στην επιστολή,  ότι δεν μπόρεσαν να αποσπάσουν, τόσο από το ίδιο όσο και από την ελληνίδα συνάδελφό του στο Ινστιτούτο, Μαρίκα Μινέεμη, την οποία προσέγγισαν για πληροφορίες, κάποια εύλογη απάντηση. Μετά από παράθεση διάφορων γνωστών βιογραφικών στοιχείων ακολουθεί στο τέλος της επιστολής μια ενδιαφέρουσα προσωπική αξιολόγηση: Ο Χατζής χαρακτηρίζεται ως „μοναχικός διανοούμενος. Οι βασικές του πεποιθήσεις είναι φιλειρηνικές. Η άποψή του για το λαοκρατικό σύστημα και τις σοσιαλιστικές χώρες δεν είναι ξεκάθαρη. Αποφεύγει τις κοινωνικές εκδηλώσεις της Ακαδημίας όπως και τις επαφές με την κοινότητα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και γενικά επιδεικνύει μια ασυνήθιστη αδιαφορία για τα πολιτικά γεγονότα.“

Μετά από τις παραπάνω εξηγήσεις, αστυνομία και αρχές ασφαλείας  δεν ασχολούνται πλέον μαζί του, για τις απόψεις του ή τις κοινωνικές δραστηριότητές του.

„Ξαφνικά ο γέρος ορθώνει το κορμί του σαν να τον ξάφνιασε κάτι. «- Άκουσες; Το ίδιο πάλι.» Η γριά τον κοιτάζει.«- Είναι η τρίτη φορά. Κάτι σαν φτερούγα που χτυπάει στο σκοτάδι… Και κάθε φορά πιο κοντά…» Σταματάει. Στη σιωπή που ακολουθεί, φιλτραρισμένη όπως και η μπουρού του καραβιού, ακούγεται η μουσική από το τρανζίστορ της καντίνας. Ο γέρος γυρίζει και κοιτάζει ψηλά προς το παράθυρο της αίθουσας. Το πλαίσιό του ορίζει ένα κομμάτι ουρανού που φωτίζεται αχνά από τους προβολείς του λιμανιού. «- Κορόιδεψα το θάνατο πέντε φορές… Πέντε πόλεμοι… Φυλακές και στήσιμο στον τοίχο». Γυρίζει προς τα πάνω το κεφάλι, εκεί που φάνηκε ν' άκουσε πριν κάτι. Λέει σιγά χαμογελώντας πικρά. «- Σε ξεγέλασα.»“

Καθιέρωση και ανέλιξη


  Στη Βουδαπέστη 1964
όρθιοι: Α. Φραγκιάς, Θ. Δρίτσας,
καθιστοί: Δ. Χατζής, Ζιζή Μακρή, Αφροδίτη Μανιάτη

Το Νοέμβριο του 1959 ο Χατζής γράφει στον Γιώργο Ζιούτο, αριστερό διανοούμενο από το Βόλο, βασικό συνεργάτη στον παράνομο αντιστασιακό τύπο της Κατοχής, και μετά την απελευθέρωση γενικό διευθυντή της εκδοτικής επιχείρησης του ΚΚΕ "Τα Νέα Βιβλία", και ο οποίος ζούσε από το 1947 αυτοεξόριστος στο Παρίσι:

„…Εγώ από υγεία είμαι καλά. Δεν είμαι πια ο «μικρός» κοντεύω και εγώ τα... πενήντα. Είμαι παντρεμένος, εδώ έξω παιδιά δεν έχων. Από δυόμισυ περίπου χρόνια βρίσκομαι εδώ στο Ανατολικό Βερολίνο όπου έχω μια θέση assistent στο ινστιτούτο ελληνικών και ρωμαϊκών σπουδών. (Δεν πρέπει, σε παρακαλώ, να με ξαναγράψεις δόκτορα γιατί δεν είμαι). Ο μισθός, χωρίς να είναι μεγάλος δεν είναι κακός. Μπορώ να ζήσω και η γυναίκα μου επίσης εργάζεται. Η δουλειά στο ινστιτούτο είναι περισσότερο δουλειά redakteur και δεν είναι πολλή. Έτσι έχω και εγώ λίγο καιρό στη διάθεσή μου. Τον χρησιμοποιώ από τόνα μέρος για να ετοιμάσω ίσως για τον ερχόμενο χρόνο μία διατριβή και από τάλλο μέρος για να κάνω στο μεταξύ ό,τι μπορώ δεν είναι και πολύ αυτό που μπορώ. Ίσως μέσα στον ερχόμενο χρόνο ευτυχήσω να σου στείλω και εγώ ένα - δυο μικρά μελετήματα που περιμένω τη δημοσίευσή τους. Αυτά μπορώ να πω, είναι όλα τα νέα μου. Έχω ωστόσο ψυχική γαλήνη και κερδισμένη μέσα από πολλά βάσανα, όλα αυτά τα χρόνια κάποια στωική σοφία. Πολλές φορές νομίζω ότι με φτάνει αυτή για το υπόλοιπο της ζωής μου…“*


Η ανθολογία νεοελληνικής λογοτεχνίας «Antigone lebt», σε επιμέλεια Μέλπως Αξιώτη και Δημήτρη Χατζή,
(εκδόσεις Volk und die Welt, Berlin 1960)

Ένα χρόνο αργότερα, το Νοέμβριο του 1960, ο Χατζής προάγεται μισθολογικά από την κατηγορία W XVI στην W XV, που αντιστοιχεί σε έναν μηνιαίο μισθό 750 Μάρκων. Η προαγωγή αυτή δεν υπήρξε αυτονόητη, αφού παρόμοια αίτηση, πριν έναν μόλις χρόνο, είχε απορριφτεί, με το αιτιολογικό, ότι δεν ήταν κάτοχος πτυχίου ανώτατης σχολής. Αυτή τη φορά χρειάστηκε μια πειστική και ευνοϊκή επιχειρηματολογία από τον Irmscher για να αιτιολογηθεί επαρκώς. Από την αιτιολόγηση αυτή πληροφορούμαστε παράλληλα για την μέχρι τότε επιστημονική δραστηριότητα του Χατζή στην Ακαδημία, ότι δηλαδή επεξεργάστηκε υπό την ευθύνη του πολλούς τόμους της σειράς Berliner bzyantinische Arbeiten και συμμετείχε καθοριστικά στην προετοιμασία και άλλων εκδόσεων. Επίσης, ότι εξέδωσε ένα μεγάλο αριθμό άλλων εργασιών, μεταξύ των οποίων και η Ανθολογία νεοελληνικών διηγημάτων με τον τίτλο «Antigone lebt» , ένα έργο επιμελημένο από τον ίδιο και τη Μέλπω Αξιώτη, με ένα μεταφρασμένο διήγημά του και ένα εισαγωγικό δοκίμιο από τον ίδιο για την νεοελληνική λογοτεχνία. Επιστημονικές εργασίες του έχουν δημοσιευτεί στον συγκεντρωτικό τόμο του Ινστιτούτου με τίτλο «Probleme der neugriechischen Literatur», στο ελληνικό περιοδικό Ελληνικά καθώς και σε άλλα λογοτεχνικά έντυπα, επίσης στο περιοδικό της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών Ethnografia και στο περιοδικό Neue deutsche Literatur. Ο Irmscher αναφέρει επίσης ότι ο Χατζής συνεργάστηκε ακόμη με εγκυκλοπαίδειες στη ΛΔ Γερμανία  και την Ουγγαρία, και ότι σε ένα ειδικό συνέδριο του Πανεπιστημίου Humboldt έκανε μια αξιόλογη ομιλία με θέμα «Altgriechische, byzantinische und neugriechische Metrik», η οποία προβλέπονταν να τυπωθεί.

Πέρα από την πληροφόρηση του Irmscher είναι επίσης γνωστό ότι τα επόμενα χρόνια ο Χατζής αρθρογραφούσε και στο περιοδικό Πυρσός, που εκδιδόταν στη Δρέσδη για τους όλους τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες της ανατολικής Ευρώπης. Από το 1961 έως το 1964, σύμφωνα με τη Βενετία Αποστολίδου, έγραψε εκεί δεκαπέντε άρθρα με ιστορικά λογοτεχνικά θέματα, όπως για τον Διγενή Ακρίτα, τον Παλαμά, τον Σεφέρη, τον Βάρναλη, τη κρητική λογοτεχνία, τον δημοτικισμό κ.α. Σκοπός των άρθρων αυτών ήταν να διδάξουν στοιχειώδεις γνώσεις ιστορίας της λογοτεχνίας στους νέους εκπατρισμένους Έλληνες που βρίσκονταν μακριά από την ελληνική κουλτούρα.

Αστάθμητοι παράγοντες και αναχώρηση


«Ανυπεράσπιστοι», (εκδόσεις
 Καστανιώτη, Αθήνα 1979)

Με την πάροδο του χρόνου διάφορα σοβαρά προβλήματα αρχίζουν να απασχολούν τον Χατζή. Από την μια μεριά η σύζυγός του παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας, που συνδέονται και με την παραμονή τους στην ανατολικογερμανική πρωτεύουσα. Από την άλλη αρχίζει σταδιακά να αυξάνεται η πίεση για την περάτωση της διδακτορικής διατριβής του από τον Irmscher, προς τον οποίο αισθάνεται ιδιαίτερα υποχρεωμένος για την πάντοτε υποστηρικτική στάση απέναντί του, και στον οποίο έχει ήδη μεταθέσει μέχρι τώρα τουλάχιστον δυο φορές την προγραμματισμένη ημερομηνία παράδοσης. Με τον καιρό τον απασχολεί ολοένα και σοβαρότερα η σκέψη της επιστροφής στη Βουδαπέστη γι' αυτό και επιζητεί τη βοήθεια του φίλου του Νίκου Ακριτίδη, από τη Δρέσδη (τότε αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ). Εκείνος μεσολαβεί τον Δεκέμβριο του 1961 με επιστολή του στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος για να φροντίσει να επιστρέψει ο Χατζής με τη σύζυγό του στη Βουδαπέστη:

…“Επειδή έχω υπ' όψη μου από προσωπική αντίληψη την οικογενειακή κατάσταση του σ. Χατζή, θα 'θελα να συνηγορήσω, ώστε να βρεθεί κάποιος τρόπος τελικά ο σ. Χατζής με τη γυναίκα του να φύγουν από το Βερολίνο. Η κατάσταση της υγείας της γυναίκας του και ακόμη περισσότερο η δυσκολία της να μείνει και να ζήσει στο Βερολίνο απομονωμένη από το περιβάλλον της και αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα κλιματολογικών διαφορών που επιδεινώνει την υγιεινή της κατάσταση, αποτελούν για τον σ. Δημήτρη Χατζή, ένα συνεχές βάσανο, με αποτελέσματα όχι καλά και για τη δημιουργική του δουλειά και για τη διάθεσή του γενικά. Η κατάσταση αυτή τον εκνευρίζει και μια τέτοια κατάσταση δεν είναι καλός σύμβουλος στον τρόπο που αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει άλλα γενικότερα ζητήματα. Αν το Κόμμα τον βοηθούσε να φύγει από το Βερολίνο και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα παραμονής του στο Βουκουρέστι τελικά να εγκατασταθεί στη Βουδαπέστη, θα 'ταν ευχής έργον και ο σ. Χατζής, θα εκτιμούσε πάρα πολύ αυτή την κατανόηση που θα του 'δειχνε το Κόμμα. Για το λόγο αυτό, θα συνιστούσα να υπερπηδηθούν τυχόν εμπόδια που μπορεί να υπάρχουν και να λυθεί το ζήτημα αυτό, που ο σ. Χατζής εδώ και χρόνια το βάζει. Να φύγει, δηλαδή από το Βερολίνο…“ *


«Το διπλό βιβλίο», σε μετάφραση
Luise Steller, Romiossini Verlag, Köln 1983

Το Δεκέμβριο του 1962 ο Χατζής έχει πάρει οριστικά την απόφασή του να επιστρέψει με τη γυναίκα του στη Βουδαπέστη. Ενημερώνει γι αυτό με επιστολή τον καθηγητή του, και μέσω αυτού και τη διεύθυνση προσωπικού της Ακαδημίας, αναφερόμενος στους ειδικούς οικογενειακούς λόγους, ορίζει ως μήνα διακοπής της απασχόλησης τον ερχόμενο Μάρτιο του 1963, δηλώνει ότι μέχρι την ημερομηνία της αναχώρησής του θα έχει παραδώσει τη διατριβή του, και ζητάει επίσης η διακοπή του συμβολαίου του να γίνει αποδεκτή όχι ως οριστική, αλλά ως 8μηνη άδεια άνευ αποδοχών, αφήνοντας δηλαδή ανοικτή την προοπτική να επιστρέψει το Νοέμβριο του ίδιου έτους, με σκοπό την υποστήριξη της διατριβής και τη συμμετοχή του στις απαραίτητες διδακτορικές εξετάσεις. Η παραίτησή του γίνεται δεκτή, όμως ως οριστική, και με τον όρο της παράδοσης της διατριβής του στο ενδιάμεσο διάστημα, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτεται το ενδεχόμενο της 8μηνης άδειας. Η τελευταία πράξη του σκηνικού πριν την αναχώρηση, ήταν η έγκριση από τη διοίκηση της Ακαδημίας ενός ποσού 1000 Μάρκων για τα έξοδα μετακόμισης, μετά από σχετική αίτηση του Χατζή, ποσό που κάλυπτε, όπως φαίνεται, μόνο το ήμισυ από τα πραγματικά έξοδά του. Τη Δευτέρα 25 Μαρτίου 1963 ο Χατζής εγκατέλειπε – όχι όμως για πάντα – το Βερολίνο, αφήνοντας ανοιχτή την εκκρεμότητα του διδακτορικού του.

Το διδακτορικό

Ήδη από τις αρχές του 1959 τον Irmscher απασχολούσαν σκέψεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να βοηθήσει τον Χατζή να εξελιχθεί επιστημονικά, μιας και θεωρούσε ότι η θέση του στη επιστημονική και μισθολογική ιεραρχία του Ινστιτούτου ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τα προσόντα του. Κλειδί για τη επιτυχή άνοδο του συνεργάτη του θα μπορούσε να αποτελέσει μόνον η απόκτηση διδακτορικού διπλώματος.  Η διαδικασία αυτή όμως σκόνταφτε σε ορισμένα εμπόδια, τυπικής και ουσιαστικής φύσης. Κατ αρχάς, ο Χατζής δεν ήταν πτυχιούχος μιας ανώτατης σχολής, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μην πληρείται σ' αυτή τη περίπτωση η βασικότερη προϋπόθεση. Επίσης, το επίπεδο γνώσης της γερμανικής γλώσσας του Χατζή αρκούσε μεν για την κατανόηση επιστημονικών κειμένων ακόμη και για τη διεξαγωγή μιας επιστημονικής συζήτησης αλλά ήταν χαμηλό για την συγγραφή μιας επιστημονικής διατριβής. Για την υπερκέραση των προβλημάτων αυτών χρειάστηκε η διαρκής, επίμονη και ευρηματική παρέμβαση του Irmscher, ο οποίος με το κύρος στους κύκλους της Ακαδημίας, του Πανεπιστημίου και του αντίστοιχου Υπουργείου Παιδείας της χώρας, κατόρθωσε να εγκριθούν όλες εκείνες οι κατ' εξαίρεση συνθήκες, που επέτρεψαν στον Χατζή να στεφτεί στο τέλος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Humboldt στο Βερολίνο. Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, ότι χωρίς τον Irmscher, ο Χατζής δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αυτή τη τιμητική προσθήκη στο βιογραφικό του.


«Το διπλό βιβλίο», σε μετάφραση της Carola Nicolaou, Verlag Volk und die Welt, Berlin 1985

Η φόρμουλα που βρέθηκε ήταν, για το μεν πρώτο σκέλος, να ληφθούν υπόψη μια προσωπική αξιολόγηση-αιτιολόγηση του Irmscher ως επιβλέποντος καθηγητή, για το επιστημονικό επίπεδο του υποψηφίου, μαζί με μια προσωπική δήλωση του Χατζή, ότι παρακολούθησε 4 εξάμηνα στη νομική σχολή Αθηνών, 6 εξάμηνα στο HU στα σεμινάρια βυζαντινολογίας του Irmscher, και 4 εξάμηνα στις παραδόσεις ουγγρικής φιλολογίας στον καθηγητή Béla Szent-Ivány. Για το ζήτημα της διατριβής αποφασίστηκε, μιας και ο Χατζής την είχε ήδη συγγράψει και παραδώσει πριν αναχωρήσει στα ελληνικά, να κατατεθεί μεταφρασμένη στα γερμανικά. Το πρόβλημα του κόστους της δαπανηρής μετάφρασης των 130 σελίδων, το οποίο αδυνατούσε να καλύψει ο Χατζής με τις πενιχρές αποδοχές του στη Βουδαπέστη αλλά και οποιαδήποτε άλλη διοικητική πηγή χρηματοδότησης, έλυσε με την εθελοντική προσφορά της, η συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Anneliese Malina, φιλόλογος και μεταφράστρια ήδη μεγάλου μέρους διηγημάτων της Ανθολογίας Antigone lebt και επίσης υποψήφια διδάκτωρ εκείνη την εποχή. Στο τέλος χρειάστηκε βέβαια για την όλη διαδικασία και η επίσημη έγκριση του Υπουργείου Παιδείας της χώρας, η οποία κατέφτασε με επιστολή στις πανεπιστημιακές αρχές στις 5 Δεκεμβρίου 1963. Στην επιστολή αναφέρονταν, μεταξύ των άλλων, ότι κατά την απόφαση ελήφθη υπόψη „η δύσκολη και γεμάτη αυτοθυσία βιογραφία του Χατζή αλλά και οι πολλαπλές επιστημονικές και πολιτικές επιδόσεις του“.

Μετά λοιπόν από τις πολύμηνες προσπάθειες του Irmscher επετράπη στον Χατζή να εισέλθει στη τελική φάση της διδακτορικής διαδικασίας. Για κάποιο άγνωστο λόγο, η υπεράσπιση της διατριβής (Verteidigung) και οι διδακτορικές προφορικές εξετάσεις (Rigorosum) έγιναν πεντέμισι χρόνια αργότερα. Όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στα αντίστοιχα πρωτόκολλα, στις 23 Ιουλίου 1969 έγινε η υπεράσπιση στο Πανεπιστήμιο Humboldt, ώρα 16.00, στην αίθουσα 2071 και στις 25 Ιουλίου 1969 έλαβαν χώρα οι εξετάσεις στην Ακαδημία Επιστημών, ώρα 10.00, στο δωμάτιο 343. Η διατριβή με τίτλο «Μονωδίες για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους» βαθμολογήθηκε από τον κύριο επιβλέποντα (Irmscher) και τον δεύτερο επιβλέποντα (Prof. Werner Draeger) με „καλώς“ (cum laude)  Στις προφορικές εξετάσεις, στα αντικείμενα Βυζαντινολογίας, Νεοελληνικής Φιλολογίας και Ουγγρολογίας ο Χατζής βαθμολογήθηκε με „λίαν καλώς“ (magna cum laude), που ήταν και ο συνολικός βαθμός του διδακτορικού του διπλώματος. Ο επίλογος της χρονοβόρας αλλά επιτυχούς αυτής διαδικασίας έκλεισε 5 χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο 1974, όταν ο Χατζής παρελάμβανε στη Βουδαπέστη, με συστημένη ταχυδρομική επιστολή, το επίσημο έγγραφο του διδακτορικού του διπλώματος.

Επιστροφή στην Πατρίδα


Μετά από πολύχρονη παραμονή στη Βουδαπέστη, ο Χατζής επιστρέφει στην Ελλάδα στις 26 Νοεμβρίου 1974. Λόγω της εκκρεμότητας με την παλαιότερη θανατική του καταδίκη, η οποία δεν έχει ρυθμιστεί νομοθετικά, αναγκάζεται να εγκαταλείψει και πάλι τη χώρα. Τον Ιούνιο του 1975 του δίνεται χάρη και επιστρέφει οριστικά πλέον στην Ελλάδα. Την ακαδημαϊκή χρονιά 1975/76 προσκαλείται να διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής νεοελληνικό πολιτισμό και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Πατρών αλλά το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, με πρόσχημα τη μη εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, ανέκοψε τον διορισμό του, γεγονός που οδήγησε σε έντονες διαμαρτυρίες των φοιτητών. Τα χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή του είναι γεμάτα δράση, συγγραφική και διδακτική προσφορά, ανησυχία για τις εξελίξεις που εκφραζόταν μέσα σε ποικίλα κείμενα και συμμετοχή σε πολιτιστικές κινήσεις. Μέσα σε αυτή την περίοδο εξέδωσε, εκτός από «Το διπλό βιβλίο», τη συλλογή διηγημάτων Σπουδές και τη συλλογή «Θητεία» με παλαιότερα κείμενα (1945-1950), ενώ το 1980 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Το πρίσμα», τριμηνιαία έκδοση για την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία. Στο μεταξύ παντρεύτηκε την αρχαιολόγο Καίτη  Αργυροκαστρίτου και απέκτησαν μια κόρη, την Αγγελίνα. Τον Μάρτιο του 1981 προσβλήθηκε από καρκίνο στους πνεύμονες και πέθανε μετά από τέσσερις μήνες, στις 20 Ιουλίου 1981, σε σπίτι φίλων του στη Σαρωνίδα.

„Το σχοινί της άγκυρας ελευθερωμένο πέφτει και βυθίζεται στο νερό. Ο γέρος ορθώνεται και στρέφει προς το μέρος της γριάς. Ανεπαίσθητα σχεδόν αρχίζει να γλιστράει στην επιφάνεια της θάλασσας προς το ανοιχτό πέλαγος. Ασάλευτοι και οι δυο, κοιτάζονται βουβοί, σαν να προσπαθούν να συλλάβουν αυτή την κίνηση της σχεδίας προς το ανοικτό πέλαγος που επιταχύνεται σταθερά. Οι μακρινοί κρωγμοί των γλάρων ξανακούγονται. Η γριά ξεκολλάει απ τη θέση της, πλησιάζει το γέρο και στέκεται πλάι του, ατενίζοντας μακριά μπροστά της προς τη συννεφιασμένη ανατολή. Η σχεδία γλιστρώντας μαλακά, απομακρύνεται γρήγορα και χάνεται μέσα στην ομίχλη.“

Επίλογος


Δημήτρης Χατζής


Η με λατινικούς χαρακτήρες υπογραφή του Δ. Χατζή

Κατά την διάρκεια της πολύμηνης αναζήτησης στα διάφορα αρχεία και τις βιβλιοθήκες του Βερολίνου πληροφορήθηκα ότι πιθανόν να βρίσκεται ακόμη εν ζωή ένα πρόσωπο, σήμερα αρκετά προχωρημένης ηλικίας, που εργάζονταν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα στο ίδιο Ινστιτούτο και το οποίο γνώριζε πολύ καλά τον Δημήτρη Χατζή. Με μεγάλη περιέργεια άρχισα την αναζήτηση της διεύθυνσης ή κάποιας τηλεφωνικής σύνδεσης. Το επώνυμο δεν ηχεί ιδιαίτερα γερμανικά αλλά δεν είναι και ασυνήθιστο. Οι σύγχρονες μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου δυστυχώς δεν απέφεραν κάποιο ουσιαστικό θετικό αποτέλεσμα στον γεωγραφικό χώρο του Βερολίνου. Ο ηλεκτρονικός τηλεφωνικός κατάλογος έδινε μια και  μοναδική εγγραφή σε γειτονική ανατολικογερμανική πόλη. Με δισταγμό και επιφυλακτικότητα για τη πιθανή περίπτωση μιας απλής συνωνυμίας, αποφάσισα να τηλεφωνήσω. Στο πρώτο άκουσμα της βραχνής, γερασμένης γυναικείας φωνής, που αποκρίθηκε από την άλλη μεριά της γραμμής και που μου επιβεβαίωσε ότι όντως ήταν το πρόσωπο που αναζητούσα, μια απότομη χαρά πλημμύρισε τα σωθικά μου, ενώ ένας κόμβος ήρθε και κάθισε στη αρχή του λάρυγγα, προσδίδοντας στη φωνή μου μια χροιά, ικανή να προδώσει την αρχική αμηχανία μου.

Αισθανόμουν ότι βρίσκομαι πολύ κοντά στην πόρτα, που το άνοιγμά της, θα με οδηγούσε στον άγνωστο κόσμο του ανθρώπου Δημήτρη Χατζή, των καθημερινών του συνηθειών και των σκέψεών του εκείνης της εποχής στο Βερολίνο. Αφού συστήθηκα από τη μεριά μου και ανέπτυξα τον λόγο του τηλεφωνήματός μου, ρώτησα στο τέλος αν θα ήταν δυνατή μια συνάντησή μας. Δεν είχα ολοκληρώσει ακόμη την τελευταία μου φράση, όταν ένα αυστηρό, παθιασμένο και απόλυτο: nein! nein! nein! διαπέρασε το ακουστικό, ενώ αμέσως μετά, ο χαρακτηριστικός διαρκής τόνος σήμανε το τέλος της συνδιάλεξης. Για αρκετά λεπτά, μετά το συμβάν, σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να ξαναπροσπαθήσω, αυτή τη φορά με μια ευγενική επιστολή ή αν θάπρεπε, ακόμα καλύτερα, να ζητήσω τη διαμεσολαβητική βοήθεια γνωστών και φίλων, για την εξασφάλιση μιας έστω σύντομης συνάντησης. Μετά την αρχική μου απογοήτευση άρχισα σιγά-σιγά να συμβιβάζομαι με την άποψη, πως ίσως υπάρχουν και κάποιες αλήθειες, έξω από τις αλήθειες των εγγράφων και των ντοκουμέντων, που ορισμένοι άνθρωποι τις κουβαλούν μέσα τους σε όλη την πορεία της ζωής τους, σφραγισμένες σαν παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες σε ένα τενεκεδένιο κουτί, καταχωνιασμένο στο πιο βαθύ συρτάρι της μνήμης. Αλήθειες, που δεν τις μοιράζονται ποτέ, με κανέναν…

Ώσπου στο νου μου ξαναήρθε η τελευταία σκηνή της ταινίας με τον γέρο επαναπατρισθέντα πολιτικό πρόσφυγα, να χάνεται με συντροφιά τη γριά του πάνω σε μια σχεδία, στο ανοιχτό πέλαγος μέσα στην ομίχλη. Καθηλωμένος από την δύναμη αυτής της εικόνας, άρχισε όλο και πιο έντονα να βασανίζει το μυαλό μου το ερώτημα, γιατί άραγε να απουσιάζει από το πάνθεον των ταπεινών ηρώων του συγγραφικού έργου του Χατζή, η φιγούρα του πολιτικού πρόσφυγα, μια φιγούρα άλλοτε συγκρουσιακή και υπερβατική και άλλοτε ενταγμένη και σε κάθε περίπτωση δραματική. Να οφείλονταν άραγε η συνειδητή αυτή απουσία σε μια προσπάθεια προσωρινής, μόνον, αποστασιοποίησης από την πολυετή και πολυσύνθετη εμπειρία της προσφυγιάς στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες; Να ήταν άραγε ένας αναγκαίος παραγκωνισμός στην αγωνιώδη προσπάθεια επανάκτησης του χαμένου εδάφους, που προέκυψε για το ίδιο, όλα τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από τις διαφορετικές πορείες εξέλιξης των κοινωνιών στην υπερορία και στην Πατρίδα;  Να ήταν τα έντονα αισθήματα ευγνωμοσύνης προς τις κοινωνίες των χωρών που τον φιλοξένησαν, σε αντιδιαστολή με μια άδηλη απογοήτευση - απόρροια της απόκλισης μεταξύ της ουτοπίας του αιματοβαμμένου αγώνα και της υπαρκτής σοσιαλιστικής πραγματικότητας της ανατολικής Ευρώπης -, που να εμπόδιζαν μια λογοτεχνική αντιπαράθεση με τα βιώματα των προσφύγων στις χώρες αυτές; Ερωτήματα, στα οποία μόνον εκείνος θα μπορούσε να απαντήσει , σίγουρα ανεπηρέαστος από τις βοερές τυμπανοκρουσίες και τις εκτυφλωτικές λάμψεις των πυροτεχνημάτων στις  διάφορες επετείους της Πτώσης του Τείχους του Βερολίνου.

 

Γιώργος Μ. Βραζιτούλης

Δρ Τοπογράφος Μηχανικός

 

* Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το έργο του Νίκου Γουλανδρή, σελ. 137, 432 καθώς και εφημ. Ριζοσπάστης (4.8.2001), σελ. 20,22.

Οι πληροφορίες που σχετίζονται με την Stasi προέρχονται από το σχετικό φάκελο Die Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, Bez. MfS AP 14604/62. Τα στοιχεία που αναφέρονται στην πορεία του διδακτορικού του έχουν εκληφθεί από τον αντίστοιχο φάκελο Archiv der Humboldt Universität zu Berlin, Promotiosverfahren Dimitrios Hadzis, ενώ η περιγραφή των υπόλοιπων δραστηριοτήτων του στο Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών βασίζεται στα έγγραφα του ατομικού φακέλου του Χατζή στην υπηρεσία προσωπικού της Ακαδημίας Επιστημών, Archiv der Berlin-Brandenburgische  Akademie der Wissenschaften, Personalakte Dimitrios Hadzis.

Η παράθεση των ενδιάμεσων κινηματογραφικών σκηνών προέρχεται από το σενάριο της ταινίας Ταξίδι στα Κύθηρα ( με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο Μάνο Κατράκη) στο βιβλίο: Θόδωρος Αγγελόπουλος: 10 ¾, Σενάρια, Τόμος Δεύτερος, (Αθήνα, Ταξίδι στα Κύθηρα, Ο μελισσοκόμος, Τοπίο στην ομίχλη, Το μετέωρο βήμα του πελαργού) Αιγόκερως 2000..

Θερμές ευχαριστίες στην κυρία Dr. Michaela Prinzinger για την πολύτιμη βοήθεια.

Πηγές:

Νίκος Γουλανδρής: Βιβλιογραφικό μελέτημα (1930-1989) Δημήτρη Χατζή. Eκδ. Γνώση, Αθήνα 1991

Βενετία Αποστολίδου: Λογοτεχνία και ιστορία στη μεταπολεμική αριστερά. Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζή 1947-1981. Eκδ. Πόλις, Αθήνα 2003

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία (22.7.2006) Αφιέρωμα, 25 χρόνια από το θάνατο του Δημήτρη Χατζή

Werner Scheler: Von der Deutschen Akademie der Wissenschaften zu Berlin zur Akademie der Wissenschaften der DDR. Berlin 2000

Lothar Mertens: Lexikon der DDR-Historiker. Saur Verlag, 2006

Isolde Stark: Die inoffizielle Tätigkeit von Johannes Irmscher für die Staatssicherheit der DDR. Hallische Beiträge zur Zeitgeschichte 5 (1998), S. 46-71

 

Deutsche Kurzfassung

Auf den Spuren von Dimitris Chatzis in Berlin

Der griechische Schriftsteller und Journalist Dimitris Chatzis (Ioannina 1913 – Saronida 1981) trat 1935 der Kommunistischen Partei Griechen-lands bei. Während der deutschen Besatzung beteiligte er sich am Nationalen Widerstand, im anschlie-ßenden Bürgerkrieg stand er auf Seiten der Linken. Dies führte dazu, dass er Griechenland verlassen musste. Nach Stationen in Bukarest und Budapest trifft Chatzis 1957 in Ostberlin ein, wo er unter Professor Johannes Irmscher im Griechisch-Römischen Institut der Akademie der Wissenschaften arbeitet. Aus dieser Zeit sind Akten der Stasi und ande-rer Behörden erhalten, die Chatzis als einen eher zurückgezogen leben-den Wissenschaftler ausweisen, dessen politische Einstellung sich den deutschen Stellen nicht vollstän-dig erschließt. 1963 kehrt Chatzis nach Ungarn zurück, nach dem Fall der griechischen Militärdiktatur gelingt die Rückkehr nach Athen, wo Chatzis bis zu seinem Tode im Jahr 1981 einen bedeutenden Teil seiner Schriften veröffentlicht.