«Η ΙΤΑΛΙΚΗ  ΕΙΣΒΟΛΗ  ΣΤΗΝ  ΕΛΛΑΔΑ  ΤΟ  1940
ΚΑΙ  ΤΟ  ΟΧΙ  ΔΙΑΜΕΣΟΥ  ΤΩΝ  ΑΙΩΝΩΝ»

Ιωάννης Δ. Κακουδάκης

Αντιστράτηγος ε.α

Επίτιμος Α΄Υπαρχηγός ΓΕΣ,

πρώην Διευθυντής της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού  του ΓΕΣ

και   Πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας του ΓΕΕΘΑ

 

                    Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 1940!

«Από έκτης πρωινής σήμερον  περιερχόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν προς Ιταλίαν. Άμυνα Εθνικού Εδάφους διεξαχθεί βάσει διαταγών, ας έχετε. Εφαρμόσατε σχέδιον επιστρατεύσεως. Παπάγος».

 

           Με τη λακωνική τηλεγραφική αυτή διαταγή, από 21 λέξεις, τέθηκε σε λειτουργία ο στρατιωτικός μηχανισμός της Ελλάδας για να αντιμετωπίσει την απρόκλητη ιταλική επίθεση του 1940.

           Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που είχε αρχίσει από την 1η Σεπτεμβρίου 1939 με την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, έφθασε και στην Ελλάδα. Η Γερμανία, με τις κεραυνοβόλες ενέργειές της είχε καταλάβει την Πολωνία, τη Δανία, τη Νορβηγία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία, και είχε εδραιώσει τη φήμη για το αήττητο του Άξονα (Γερμανίας - Ιταλίας - Ιαπωνίας).


Το εύδρομο καταδρομικό Έλλη
        Από τα βαλκανικά κράτη, άλλα κήρυξαν ουδετερότητα και άλλα επιχειρούσαν επίδειξη καλής διαγωγής απέναντι στη Γερμανία. Η Γιουγκοσλαβία ήδη εκδηλωνόταν φιλικά προς τον Άξονα, η Ρουμανία διαδήλωνε την αφοσίωσή της στις Δυτικές Δυνάμεις (Μ. Βρετανία - Γαλλία), και την πρόθεσή της να συνεργασθεί μαζί τους, η Βουλγαρία με ευνοϊκή στάση προς τον Άξονα, ασκούσε εφεκτική και καιροσκοπική πολιτική. Τέλος, η Αλβανία που είχε καταληφθεί από τον Απρίλιο 1939 από την Ιταλία,(αποβίβαση 7 Απριλίου1939, Μεγάλη Παρασκευή),αποτελούσε το προγεφύρωμα της Ιταλίας για την εφαρμογή των επεκτατικών της σχεδίων με πρώτο θύμα την Ελλάδα.

         Ο δικτάτορας της Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι οραματιζόταν την απόλυτη κυριαρχία στη Μεσόγειο και την ανασύσταση της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

         Η εχθρότητα της Ιταλίας ήταν η συνέχεια μιας σειράς ενεργειών και καταπιέσεων πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και τέλος, της αθέτησης της συμφωνίας για την παραχώρηση της Δωδεκανήσου το 1922.

        Κορυφαίο γεγονός που πιστοποιεί την ιταλική εχθρότητα ήταν ο τορπιλισμός του εύδρομου καταδρομικού «ΕΛΛΗ» από το ιταλικό υποβρύχιο «DELFINO» με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Guizeppe Aicardi στο λιμάνι της Τήνου, ανήμερα της Παναγίας, στις 08.45 ώρα της 15 Αυγούστου 1940, με 8 νεκρούς και 22 τραυματίες.


         Αφορμή, τέλος, του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ήταν η απόρριψη από τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά του ιταμού ιταλικού τελεσιγράφου, που του επιδόθηκε στις 3 το πρωί της 28 Οκτωβρίου 1940, με την ιστορική απάντηση, Alors, cest la guerre, (Τότε, αυτό είναι πόλεμος). Η απάντηση ήταν ένα «ΟΧΙ». Κι ήταν το «ΟΧΙ» αυτό η δωρική, ομόψυχη και ομόφωνη απάντηση όλων των Ελλήνων. Δεν ήταν τίποτε άλλο από την ιστορική, εθνική μας συνέπεια και συνέχεια, διαμέσου των αιώνων. Φωνή σύσσωμου του λαού, μυριόστομη, στεντόρεια ιαχή, πανάρχαια και πανελλήνια άρνηση και ενωτική σύμπνοια και ομόνοια, φυλετικό σύνθημα για εθνικό σάλπισμα και πανελλήνιο εγερτήριο. Και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά, γιατί,

«σ΄ εχθρό εμείς με θέληση δική μας,

δε δώσαμε ποτέ νερό και χώμα»,

         Την παραμονή της ιταλικής  εισβολής κατά της Ελλάδας, οι ιταλικές δυνάμεις στην Αλβανία περιλάμβαναν μια Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Σεβαστιανό Βισκόντι Πράσκα με δύο Σώματα Στρατού.

Ζωγραφική που αποθανάτισε την εποχή εκείνη

         Το ΧΧV Σώμα Σρατού (Τσαμουριάς), δύναμης περίπου 42.000 ανδρών, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Κάρλο Ρόσσι, το οποίο περιλάμβανε τις Μεραρχίες: « 23η Φερράρα»  (Πεζικού: 12.785 άνδρες, 60 πυροβόλα και 3.500 Αλβανούς), 131η ΤΘ, «Κένταυρος»  (4.037 άνδρες, 24 πυροβόλα, 163 ελαφρά άρματα από τα οποία  τα  90 ήταν σε πολεμική ετοιμότητα)  και 51η «Σιένα», (Πεζικού, με 9200 άνδρες και 50 πυροβόλα), Μεραρχία  Ιππικού με 4823άνδρες και 32 πυροβόλα.          

          Και το ΧΧVΙ Σώμα Στρατού (Κορυτσάς), δύναμης περίπου 45.000 ανδρών, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Γκαμπριέλε Νάσι, το οποίο περιλάμβανε τις Μεραρχίες Πεζικού:49η «Πάρμα» (12.000 άνδρες και 60 πυροβόλα), 29η «Πιεμόντε», (9.300 άνδρες και 32 πυροβόλα), 19η «Βενέτσια» (10.000 άνδρες και 40 πυροβόλα) και 53η «Αρέτσο».(12.000 άνδρες και 32 πυροβόλα). Οι δύο πρώτες Μεραρχίες ήταν προσανατολισμένες προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα και οι άλλες δύο προς τα σύνορα της Αλβανίας με τη Γιουγκοσλαβία.


Υποστράτηγος
Χαράλαμπος Κατσιμήτρος

         Μεταξύ αυτών των δύο Σωμάτων Στρατού στις περιοχές Ερσέκας - Λεσκοβικίου (απέναντι στην Πίνδο) βρισκόταν συγκεντρωμένη η 3η Μεραρχία Αλπινιστών, «Τζούλια», με Διοικητή τον Υποστράτηγο Μάριο Τζιρότι, αποτελούμενη από 5 τάγματα πεζικού ενισχυμένα, 6 ορειβατικές πυροβολαρχίες και ίλη ιππικού, συνολικής δύναμης 10.800 ανδρών και 20 πυροβόλων.

         Από πλευράς αεροπορίας είχε σχεδιασθεί η διάθεση και χρησιμοποίηση 460 περίπου ιταλικών αεροσκαφών δίωξης - βομβαρδισμού, έναντι 80 ελληνικών.

         Από  ελληνικής πλευράς στην περιοχή της Ηπείρου ήταν η VΙΙΙ Μεραρχία Πεζικού με Διοικητή τον Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, η οποία είχε πλήρως επιστρατευθεί και ενισχυθεί με το Στρατηγείο της ΙΙΙ Ταξιαρχίας Πεζικού μέρος της ΙΧ ΜΠ  και Μονάδες Πυροβολικού (9 ορεινές πυροβολαρχίες, 3 πεδινές και 2 βαριές).

         Το Απόσπασμα Πίνδου, για την ομώνυμη περιοχή, με Διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Πεζικού Κων/νο Δαβάκη (Υδκτή τον Ανχη Δημήτριο Μυσίρη), με έδρα το Επταχώριο. Περιλάμβανε το 51 Σύνταγμα Πεζικού (μείον Τάγμα), που είχε προεπιστρατευθεί στις 29 Αυγούστου στα Τρίκαλα και από 10 Σεπτεμβρίου  είχε φθάσει στο Επταχώριο, ένα λόχο του Τάγματος Προκάλυψης της Κόνιτσας με διμοιρία πολυβόλων, μια ορειβατική πυροβολαρχία των  75 χιλ., έναν Ουλαμό Πυροβολικού συνοδείας των 65 χιλ., έναν ουλαμό ιππικού, λόχο Υγειονομικού και Διμοιρία Διαβιβάσεων, συνολικής δύναμης περίπου 2000 ανδρών.


Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης

         Το Απόσπασμα Πίνδου υπαγόταν στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), (Διοικητής Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας), και κατείχε την αμυντική τοποθεσία μεταξύ Σμόλικα και βόρεια Γράμμου, αναπτύγματος 35 χιλιομέτρων με σοβαρές ελλείψεις σε ιματισμό, υπόδηση, οπλισμό, πυρομαχικά και άλλα μέσα.

         Δευτέρα, 28η Οκτωβρίου 1940!  

         Παρόλο που η προθεσμία του ιταλικού τελεσιγράφου έληγε στις 06:00 τα ιταλικά προωθημένα τμήματα για να εξασφαλίσουν τον αιφνιδιασμό άρχισαν να προελαύνουν από τις 05:30 σε ολόκληρο το μέτωπο της Ηπείρους σε επτά κύριες κατευθύνσεις. Τα τμήματα προκάλυψης αντέταξαν επαρκή και ηρωική αντίσταση στην ιταλική επίθεση και συμπτύχθηκαν στις προκαθορισμένες αμυντικές θέσεις σύμφωνα με το σχέδιο  της VIII Μεραρχίας και τις διαταγές που προέβλεπαν την εξασφάλιση τής τοποθεσίας ΙΒα. όπως είχε ονομασθεί, η προωθημένη παραμεθόρια τοποθεσία ποταμός Καλαμάς–Καλπάκι-Γκαμήλα –Σμόλικας- Γράμμος....

         Η διαταγή του Διοικητή της VIII Μεραρχίας ήταν: «θα αγωνισθώμεν υπέρ βωμών και εστιών υπέρ της ελευθερίας». Τις δύο πρώτες ημέρες τα ιταλικά στρατεύματα προήλασαν και έφθασαν 3χλμ βορείως Φιλιατών και βορείως Καλαμά ποταμού. Τις επόμενες ημέρες 30.31, Οκτ.και 1 Νοεμβρίου εκτοξεύθηκε η ιταλική επίθεση στην περιοχή Καλπάκι-Καλαμά με το σύνολο της αεροπορίας χωρίς μεγάλες επιτυχίες, αλλά με μεγάλες απώλειες. Ωστόσο το βάθος της εισβολής στον τομέα της Θεσπρωτίας  έφθασε μέχρι τον Αχέροντα ποταμό .

       Την περίοδο 28 Οκτ. -5 Νοε. οι ιταλικές απώλειες ήταν: νεκροί 371, τραυματίες 1.199, αγνοούμενοι 658, σύνολο 2.228 αξιωματικοί και οπλίτες.  Στις 8 Νοεμβρίου η δραστηριότητα των Ιταλών διακόπηκε, και οι όροι αντιστράφηκαν, και από τις 14 Νοεμβρίου άρχισε η νικηφόρα επιθετική επιστροφή του Ελληνικού Στρατού, που αποκατέστησε το εθνικό μας έδαφος και εισήλθε στη Βόρειο Ήπειρο απελευθερώνοντας τις ελληνικές  πόλεις και τα χωριά.


Γελοιογραφίες που αποθανάτισαν
την εποχή εκείνη

         Δεν θα επεκταθώ στην εξιστόρηση των γεγονότων στην περιοχή Ελαίας (Καλπάκι) - Καλαμά στην Ήπειρο, και θα αναφερθώ, ιδιαίτερα, στην ιταλική εισβολή στην Πίνδο, και στην ομώνυμη Μάχη.              

         Λέγοντας «Μάχη της Πίνδου» εννοούμε αρχικά τις αμυντικές και κατόπιν τις επιθετικές επιχειρήσεις, που διεξήγαγε το Απόσπασμα Πίνδου, υπό τη Διοίκηση του  Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη, κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται από της 05:00  ώρας της 28ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι της 12:00 ώρας της 3ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους.

         Στον τομέα της Πίνδου επιτέθηκε η πανίσχυρη και επίλεκτη 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών (Τζούλια), η οποία βρισκόταν στην Αλβανία από τις 7 Απριλίου  του 1939 (2 Συντάγματα Αλπινιστών, 1 Ίλη Ιππικού και 6 ορειβατικές πυροβολαρχίες). Η αποστολή  της ήταν να κινηθεί από την περιοχή Ερσέκα και Λεσκοβίκι διαμέσου των ορεινών κατευθύνσεων Σταυρός - Φούρκα - Σαμαρίνα - Δίστρατο - Βωβούσα - Μέτσοβο να φθάσει στο Μέτσοβο και να αποκόψει την οδό από και προς τα Ιωάννινα.

         Η ιταλική επίθεση ήταν καλά και ορθά οργανωμένη και εκδηλώθηκε στις 05:00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου σε πέντε κύριες κατευθύνσεις και σ’ άλλες μικρότερες μέσα από τις βαθιές χαράδρες της Πίνδου. Η κυρία επίθεση ακολούθησε την κατεύθυνση Βούρμπιανη - Πυρσόγιαννη - Φούρκα - Σαμαρίνα - Δίστρατο - Βωβούσα - Μέτσοβο.


         Το Απόσπασμα της Πίνδου βρέθηκε σε πρώτη φάση, σε δυσχερέστατη κατάσταση, γιατί αντιμετώπιζε μια ισχυρή επίθεση σ’ όλο το μέτωπό του από τα Τάγματα των Μελανοχιτώνων και των Βερσαλιέρων. Τα αμυνόμενα ελληνικά τμήματα χωρίς να αιφνιδιασθούν, γιατί είχαν προϊδεασθεί, προέβαλαν πείσμονα αντίσταση όλη την ημέρα στην κύρια αμυντική τοποθεσία ΙΒα και τις απογευματινές ώρες αναγκάσθηκαν να συμπτυχθούν προς τα υψώματα Επάνω Αρένα, Μούκα, Πάτωμα, όπου και εγκαταστάθηκαν αμυντικά.  

         Στο ύψωμα Μούκα τραυματίστηκε ο Ταγματάρχης Θωμάς Νικήτας από τα Τρίκαλα. Ήταν ο πρώτος τραυματίας Έλληνας Αξιωματικός. Διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Κοζάνης. Όταν έγινε καλά ζήτησε να ξαναπάει στο Μέτωπο. Τοποθετήθηκε στο Οχυρό Ρουπέσκο του Μπέλες, όπου ηρωικά πολεμώντας φονεύθηκε στις 6 Απριλίου του 1941 από τους Γερμανούς.

         Τις επόμενες ημέρες 29, 30 και 31 Οκτωβρίου, οι Ιταλοί συνέχισαν τις επιθέσεις τους με ιδιαίτερη σφοδρότητα και το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου κατείχαν τη γενική γραμμή Μόλιστα - Φούρκα - Ταμπούρι - Λυκορράχη και δημιούργησαν μεταξύ Γράμμου και Σμόλικα, έναν επικίνδυνο θύλακα μεταξύ της VΙΙΙ Μεραρχίας Δυτικά και της ΙΧ Μεραρχίας Ανατολικά, και ανάγκασαν τα ελληνικά τμήματα να συμπτυχθούν προς Επταχώρι. Ήταν μια πολύ επικίνδυνη διείσδυση.

          Το Απόσπασμα Πίνδου δέχθηκε την επίθεση ολόκληρης της Μεραρχίας «Τζούλια», διεξήγαγε έναν τετραήμερο, τιτάνιο, σκληρό και άνισο αγώνα (10.804 άνδρες από τη μια και 2.000 από την άλλη. Αναλογία 5:1 με επιπλέον την ιταλική Αεροπορία ), κάτω από πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες και απέδωσε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό.

         Για να δοθεί συγκεκριμένη στρατιωτική διάσταση της Μάχης της Πίνδου, αρκεί ένα περιστατικό: Στη διάβαση ΣΤΑΥΡΟΣ της Πίνδου, συνολικά 100 άνδρες του Αποσπάσματος Πίνδου, συγκράτησαν επίθεση 2.000 Ιταλών επί 5 ώρες και συμπτύχθηκαν, όταν τα πυρομαχικά τους εξαντλήθηκαν.

         Η δυσμενής εξέλιξη των γεγονότων στον τομέα της Πίνδου ανησύχησε το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, το οποίο διέταξε το Β΄ ΣΣ να ενεργήσει στην περιοχή της Πίνδου, να εξασφαλίσει το μέτωπο και να αποκαταστήσει σύνδεσμο με την VΙΙΙ Μεραρχία Πεζικού της Ηπείρου. Έτσι, το Β΄ ΣΣ με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο σταθεροποίησε το Μέτωπο με μέρος της Μεραρχίας Ιππικού με Διοικητή τον Υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά και της V Ταξιαρχίας Πεζικού με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Αναστάσιο Καλή, και άρχισε η ελληνική αντεπίθεση στην Πίνδο από τα ανατολικά προς τα δυτικά και από Νότο προς Βορρά.

         Η επιθετική ενέργεια της Ι Μεραρχίας με Διοικητή τον Υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό το πρωί της 1ης Νοεμβρίου βελτίωσε σημαντικά την εικόνα των ελληνικών επιχειρήσεων στον τομέα της Πίνδου, αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών και περίσφιξε τις ιταλικές δυνάμεις. Η Ταξιαρχία Ιππικού με Διοικητή τον Συνταγματάρχη Σωκράτη Δημάρατο (από Βούρμπιανη), ήδη την 1 Νοε 40 είχε ταχθεί αμυντικά στη διάβαση Σκούρτζα (υψ. 1799) απ’ όπου ενεργούσε προς Σαμαρίνα και Δίστρατο. Σπανίζουν οι περιπτώσεις που ιππικό ανεβαίνει σε τέτοια υψόμετρα να πολεμήσει.


Αιχμάλωτοι Ιταλοί

         Η Μεραρχία Αλπινιστών αδιαφορώντας για το ακάλυπτο του αριστερού πλευρού της (Δυτικού) - γεγονός που υπήρξε για αυτήν μοιραίο -  αποθώντας τα  ελληνικά τμήματα, έφθασε τις πρωινές ώρες της 2ας Νοεμβρίου στο χωριό Σαμαρίνα και το απόγευμα στο Δίστρατο και η εμπροσθοφυλακή της στη Βωβούσα. Όμως δεν μπόρεσε να προχωρήσει.

         Η ελληνική αντεπίθεση συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση και ορμή προς όλες τις κατευθύνσεις, ενώ η Μεραρχία «Τζούλια» παραιτήθηκε από τις επιθετικές της προσπάθειες και άρχισε να υποχωρεί εγκαταλείποντας τις προωθημένες θέσεις της. Η τύχη των Ιταλών είχε ήδη κριθεί και η υποχώρησή τους είχε αρχίσει. Από τις 6 Νοεμβρίου, χωρίς ελπίδα ενίσχυσης, χωρίς ανεφοδιασμούς, οι Ιταλοί  άρχισαν να συμπτύσσονται διαμέσου της κοιλάδας του ποταμού Αώου, όπου υπέστησαν μεγάλες απώλειες από το Απόσπασμα του Αντισυνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή, που ήταν και η μόνη οδός υποχώρησής των. (σκοτώθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1940).

         Τα ιταλικά τμήματα διασκορπίζονται, εγκαταλείποντας πολλούς νεκρούς, ατομικά είδη, οπλισμό, πυρομαχικά, ασυρμάτους και πολεμικές σημαίες. Μεγάλος αριθμός ανδρών παραδίδεται. Στις 10 Νοεμβρίου η Ι Μεραρχία και η Μεραρχία Ιππικού ενεργώντας από κοινού συλλαμβάνουν 15 αξιωματικούς και 700 οπλίτες Ιταλούς και κυριεύουν μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Οι ενέργειες προς ανακατάληψη του τομέα της Πίνδου συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες και στις 12 Νοεμβρίου είχε ολοκληρωθεί  η αποκατάσταση των εθνικών μας εδαφών. Η Μάχη της Πίνδου είχε τελειώσει με τη συντριβή της Μεραρχίας Αλπινιστών, την ουσιαστική διάλυσή της ,και τη νίκη των ελληνικών όπλων.


Οι Γυναίκες της Πίνδου

           Στην ελληνική αυτή νίκη μεγάλη και σημαντική ήταν η συμβολή των κατοίκων της περιοχής, ανδρών και γυναικών, οι οποίοι βοήθησαν τα μαχόμενα τμήματα, μεταφέροντας με αυτοθυσία και αυταπάρνηση, πυρομαχικά, τρόφιμα και άλλα εφόδια, μέχρι την πρώτη γραμμή του μετώπου, από όπου στη συνέχεια διακόμιζαν τραυματίες προς τα μετόπισθεν. Η συνεισφορά τους υπήρξε πράγματι μεγάλη και συγκινητική και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της φιλοπατρίας των Ελλήνων. Ιδιαίτερα, στις γυναίκες της Πίνδου ανήκει ένα μέρος της δόξας και της νίκης, γιατί η συνεισφορά τους ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Επέδειξαν απαράμιλλο σθένος και αυταπάρνηση. Ποτέ, σε άλλο μέρος της γης, γυναίκες δεν στάθηκαν τόσο γενναία βοηθώντας τα μαχόμενα τμήματα και αψηφώντας το θάνατο.

         Οι απώλειες της Ιταλικής Μεραρχίας «Τζούλια» στην Πίνδο ήταν:

           Νεκροί:              Αξιωματικοί        6,          Οπλίτες            120

           Τραυματίες:       Αξιωματικοί      24,          Οπλίτες            248

           Αγνοούμενοι:    Αξιωματικοί        6,          Οπλίτες            300

           Σύνολο:             Αξιωματικοί      36,          Οπλίτες            668.

 

         Ο Ιταλός κριτικός Αμεντέο Τόστι στο σύγγραμμά  του « Ο πόλεμος που δεν έπρεπε να γίνει», Ρώμη, 1945, γράφει: «Η εκστρατεία αυτή παραταθείσα επί έξι μήνες απορρόφησε και καταπόνησε περίπου 30 Μεραρχίες με 700.000 άνδρες, 90.000 κτήνη και 17.000 αυτοκίνητα και μας στοίχισε περίπου 14.000 νεκρούς, 51.000 τραυματίες και 25.000 αιχμαλώτους και αγνοούμενους και πάνω από 12.000 αχρηστευθέντες από κρυοπαγήματα».

         Οι απώλειες των Ελληνικού Στρατού κατά τον Ελληλοϊταλικό - Ελληνογερμανικό πόλεμο 1940-41 ήταν:

           Νεκροί:              Αξιωματικοί         712,    Οπλίτες            12. 636

           Τραυματίες:       Αξιωματικοί      1.484,    Οπλίτες            61.179

           Αγνοούμενοι:    Αξιωματικοί           53,     Οπλίτες               1.237

           Σύνολο:             Αξιωματικοί      2.249,    Οπλίτες            75.052

 

         Οι νεκροί από το Νομό Λάρισας κατά το Β΄ΠΠ ήταν 501 αξιωματικοί και οπλίτες (4οο, 52οο, 29οο, 33ου ΣΠ...) και από το Νομό Τρικάλων 424 ( 5ου, 51ουΣΠ...), σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.


Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος

         Την 1η Νοεμβρίου 1940 (11.30 ώρα) σκοτώθηκε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος, του 4ουΣΠ,από τη Χάλκη Δωδεκανήσου, μαχόμενος ηρωικά, στο ύψωμα Τσούκα, (υψ. 1157) ανατολικά του χωριού Φούρκα. Κατά τη μάχη αυτή λίγο αργότερα, σκοτώθηκε και ο αντικαταστάτης του, Έφεδρος Υπολοχαγός  Ελευθέριος Ντάσκας από τα Βάνια Τρικάλων και 4 στρατιώτες. (Στις 30 Οκτωβρίου σκοτώθηκε ο Ανθυποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης, στις 2Νοε. ο Υποσμηναγός Σακελλαρίου και ο Σμηνίας Παπαδόπουλος, στο Καλπάκι).

         Ο πρώτος νεκρός στρατιώτης ήταν ο Τσιαβαλιάρης Βασίλειος από την Πιάλεια Τρικάλων, του Αποσπάσματος Πίνδου (51 ΣΠ), ο οποίος φονεύθηκε στο 21ο Φυλάκιο της Πίνδου (στη θέση ΕΛΛΗ ΝΟΑΛΒΑΝ, υψόμετρο 1340), στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 05:00 ώρα. Στη μικρή πλατεία του χωριού του στήθηκε το 2000 ο ανδριάντας του.

         Την 1η Νοεμβρίου, τις μεσημβρινές ώρες, ενισχυμένη Διλοχία υπό τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, μετά σκληρό και αμφίρροπο αγώνα, κατέλαβε τον Προφήτη Ηλία Φούρκας. Κατά τις επιχειρήσεις της 2ας Νοεμβρίου 1940 στο Ύψωμα Ταμπούρι, ο Δαβάκης τραυματίσθηκε σοβαρά στο στήθος και διακομίστηκε στο Επταχώρι και στη συνέχεια στα Νοσοκομεία Κοζάνης και Αθήνας. Η διοίκηση του Αποσπάσματος Πίνδου ανατέθηκε την ίδια μέρα στον Συνταγματάρχη Θεμιστοκλή Κετσέα .


Έφεδρος Υπολοχαγός
Ελευθέριος Ντάσκας

         Στις 7 Δεκεμβρίου 1942 οι Ιταλοί συνέλαβαν τον Δαβάκη στην οδό Δήμητρας 55, (στη σημερινή οδό Δαβάκη) στην Καλλιθέα, και τον ενέκλεισαν στις φυλακές Καλλιθέας. Στις 21 Ιανουαρίου 1943 μεταφερόμενος ως όμηρος με το Ατμόπλοιο CITTA  DI  GENOVA από την Πάτρα προς το Βρινδήσιο της Ιταλίας, με άλλους 150 αξιωματικούς όμηρους πνίγηκε μετά από τορπιλισμό του πλοίου, μαζί με 24 άλλους Έλληνες αξιωματικούς, 20 μίλια περίπου ανοικτά της νήσου Σάσσονα. Μεταφέρθηκε και τάφηκε στον Αυλώνα. Η αναγνώριση της σορού έγινε από τον Αντισυνταγματάρχη Παπαβασιλείου, που είχε διασωθεί. Τέλος, στις 5 Νοεμβρίου 1978 έγινε η μετακομιδή των οστών του από το  Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών στο Νεκροταφείο Καλλιθέας. (Το 1944 προήχθη, μετά θάνατο, σε Υποστράτηγο).

         H Μάχη της Πίνδου υπήρξε καθοριστική για την όλη διεξαγωγή και εξέλιξη των επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, γιατί απέτρεψε την υλοποίηση του Ιταλικού Σχεδίου. Το Σχέδιο αυτό, ως στρατηγική σύλληψη, υπήρξε αριστοτεχνικό και οι Ιταλοί μαχητές ήταν εκπαιδευμένοι, επίμονοι, σκληροί με αποφασιστικότητα και επαγγελματικότητα, όπως αποδεικνύεται από την ορμητικότητα των λυσσαλέων επιθέσεων και τις πείσμονες αντιδράσεις τους στα πεδία των μαχών. Ιταλοί στρατιώτες βρέθηκαν έχοντας μεταλλικά εμβλήματα με τα στοιχεία: «FANTI DELLA MORTE» δηλαδή ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.

         Οι Έλληνες μαχητές πολέμησαν «υπέρ βωμών και εστιών»,   ενώ οι Ιταλοί πολέμησαν από στρατιωτικό καθήκον. Οι  Έλληνες  υπήρξαν ακαταμάχητοι και ανώτεροι των Ιταλών και  γι’ αυτό ΝΙΚΗΣΑΝ. Γενικά, η νικηφόρα έκβαση τόσο της Μάχης της Πίνδου, όσο και της Μάχης Καλπάκι (Ελαίας) - Καλαμά, και η θριαμβευτική επιθετική επιστροφή του Ελληνικού Στρατού οφείλονται:

  • Στον ηρωισμό, στην αυτοθυσία και στις άλλες πολεμικές αρετές των μαχητών του έπους του ’40, οι οποίοι επέδειξαν ασυναγώνιστες σωματικές και πνευματικές ικανότητες.

  • Στην ορθότητα και απλότητα των Πολεμικών μας Σχεδίων και στην επιλογή της ισχυρής τοποθεσίας ΙΒα (μεθορίου) για άμυνα.

  • Στην άριστη επιτελική προπαρασκευή, στην ταχύρρυθμη μυστική επιστράτευση και εκπαίδευση των απαραίτητων Μονάδων.

  • Στον εφοδιασμό του Ελληνικού Στρατού με μεγάλο αριθμό πυροβόλων που είχε προηγηθεί και στην άριστη απόδοσή των.

  • Στη μη είσοδο της Βουλγαρίας στον πόλεμο της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας.

  • Στη ματαίωση της προκαθορισμένης κατάληψης της Κέρκυρας από τους Ιταλούς, ταυτόχρονα με την έναρξη της εισβολής.

  • Στο υψηλό εθνικό φρόνημα του ελληνικού λαού και στον ενθουσιασμό του για το δίκαιο του αγώνα.

  • Στην υποτίμηση του βαθμού προπαρασκευής και ετοιμότητας της Ελλάδας για πόλεμο, και στις εσφαλμένες εκτιμήσεις των ιταλικών υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίες πίστευαν ότι λόγω της αντίθεσης του λαού προς το δικτατορικό καθεστώς, θα προέβαλε μικρή αντίσταση. Ωστόσο, όπως, περίτρανα, αποδείχθηκε, η αντίθεση αυτή ήταν θέμα εσωτερικής πολιτικής και όταν τέθηκε θέμα υπεράσπισης της ακεραιότητας της χώρας, αυτόματα δημιουργήθηκε αρραγής, εθνική ομοψυχία και ενότητα χωρίς διαφωνίες κομμάτων και πολιτών. Ευτυχώς που στις δύσκολες στιγμές οι ¨Έλληνες ομονοούν. και στην περίπτωση αυτή ο Μουσολίνι πρόσφερε ως δώρα: ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ, ΑΓΙΟΥΣ ΣΑΡΑΝΤΑ, ΠΡΕΜΕΤΗ, ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ, ΚΟΡΥΤΣΑ...

  • Τέλος, στους διοικητές και στους  αξιωματικούς, (μονίμους και εφέδρους), οι οποίοι επάξια ηγήθηκαν των Ελληνικών Δυνάμεων και πολέμησαν ηρωικά.

         Δίκαια και εύλογα ο Άγγλος συγγραφέας Κόμπτον Μάκενζυ στο έργο του «Άνεμος Ελευθερίας» έγραψε:

         «Σε μια κορυφή της Πίνδου, ας υψωθεί τεράστιος ναός Δωρικού ρυθμού, ο οποίος να είναι ανοικτός στους τέσσερις ανέμους και του οποίου η στέγη θα καλύψει τα οστά του Έλληνα Άγνωστου Στρατιώτη που άφησε την τελευταία του πνοή στα χιόνια της Αλβανίας μαχόμενος για την ελευθερία και την ακεραιότητα της πατρίδας του. Η αύρα των γύρω βουνών του ναού ας συγκεντρώνει πάντοτε σε μια ατέλειωτη παρέλαση τη θεωρία των απανταχού ηρώων: Άγγλων, Αμερικανών, Πολωνών, Ρώσων, Γάλλων, Τσέχων, Ολλανδών, Βέλγων, Νορβηγών, οι οποίοι με υπέρτατη προσπάθεια διέσωσαν τη χώρα τους από το επονείδιστο άγος. Και στην κεφαλή της παράταξης ας τεθεί ένας ΄Έλληνας πολεμιστής, το γνησιότερο τέκνο της ελευθερίας, του οποίου η κραυγή «ΑΕΡΑ» θ’ αντηχεί πάντοτε πάνω από τα βουνά και τις θάλασσες».                                       Δ34

         Σήμερα που γιορτάζουμε τη μεγάλη και ένδοξη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, πρέπει να επαναφέρουμε στη μνήμη μας ολοζώντανο τον τεράστιο και με τόσο κολοσσιαίες προεκτάσεις άθλο του Έθνους μας, για να διδασκόμαστε τι μπορεί να κάνει το Έθνος μας, όταν είναι ενωμένο και προσηλωμένο στα εθνικά ιδεώδη και στις εθνικές μας επιταγές. Και πρέπει να τιμούμε τους δημιουργούς του, τους συντελεστές του, και τη μνήμη των πεσόντων, και τέλος, πρέπει να υπενθυμίζουμε σε όσους επιβουλεύονται το ιερό μας πάτριο έδαφος και την εθνική μας τιμή και αξιοπρέπεια, τι τους περιμένει, αν τολμήσουν. Το Έπος του 1940 αποτελεί εθνικό οδοδείχτη.

       Η χώρας μας, όντως, έζησε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της εθνικής της πορείας, ύστερα και από όσα στη συνέχεια συνέβησαν. Η Παναγία την έσωσε!

         Η Μάχη της Πίνδου του 1940 ήταν ένα από τα ΤΡΙΑ γράμματα της λέξης «ΟΧΙ». Τα δύο άλλα γράμματα είναι η Μάχη Καλπάκι - Καλαμά στην Ήπειρο το 1940 και οι Μάχες των Οχυρών (6 Απριλίου) – Κρήτης (20 Μαΐου) 1941.

         Το «ΟΧΙ» του 1940 ήταν ένα από τα πολλά όχι των Ελλήνων διαμέσου των αιώνων, τα οποία κοσμούν ανεξίτηλα την ιστορία μας και αποτελούν αδιάσπαστη αλυσίδα της εθνικής μας πορείας.

         «ΟΧΙ», το πρώτο ηρωικό «ΟΧΙ» του Μιλτιάδη στο Μαραθώνα το 490 π.Χ. στους Στρατηγούς Δάτη και Αρταφέρνη του πανίσχυρου Πέρση βασιλιά Δαρείου, «αιτήσαντος γην και ύδωρ» και «…εντειλάμενος δε απέπεμπε εξανδραποδίσαντας Αθήνας και Ερέτριαν ανάγειν εωυτώ ες όψιν τα ανδράποδα».

         (… τους έστειλε με διαταγή, αφού υποδουλώσουν την Αθήνα και την Ερέτρια, να φέρουν ενώπιόν του τους δούλους).                                             

                                                               (Ηροδότου Ιστορία Στ΄ 94).

         Το αποτέλεσμα ήταν, οι μεν Αθηναίοι τους έριξαν σε κρημνό, οι δε Λακεδαιμόνιοι σε πηγάδι να πάρουν από εκεί «γην και ύδωρ» για να το φέρουν στο βασιλιά «… οι δ’ ες φρέαρ εσβαλόντες εκέλευον γην τε και ύδωρ εκ τούτων φέρειν παρά βασιλέα».

                                                               (Ηροδότου Ιστορία Ζ΄ 133).

         «ΟΧΙ»,  ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες το 480 π. Χ.

         «Του Ξέρξου γράψαντος πέμψον τα όπλα, αντέγραψε ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ», και οι τριακόσιοι ηρωικοί μαχητές έπεσαν, αφήνοντας αθάνατη τη φράση:

         «Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», το οποίο απαθανατίζεται στον τύμβο των Θερμοπυλών.

         «ΟΧΙ», στη Σαλαμίνα ο Θεμιστοκλής προς τους Πέρσες, που συγκινεί την ανθρωπότητα με τα περίφημα λόγια:

           «Ώ παίδες Ελλήνων, ίτε,

           ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε

           παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,

           θήκας τε προγόνων∙ νυν υπέρ πάντων αγών».

      (Εμπρός, Ελλήνων εσείς παιδιά, εμπρός να λευτερώστε πατρίδα, τέκνα και γυναίκες και των πατρικών σας θεών τα ιερά, προγόνων τάφους. Για όλα τούτα είναι που πολεμάτε αυτή την ώρα!).

                                                     (Αισχλ. Πέρσ. 402-5)

         «ΟΧΙ», ο Μέγας Αλέξανδρος στην τρικυμιώδη πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική κατάσταση στη Β. Αφρική (Αίγυπτο), στην Ασία (μέχρι τον Ινδό ποταμό), διαδίδοντας έτσι τον ελληνικό πολιτισμό, που όχι μόνο εδραιώθηκε από τους διαδόχους του, αλλά παραμένει ενεργός μέχρι σήμερα ( Στα χαρτονομίσματα του Αφγανιστάν ακόμη και σήμερα υπάρχει η φράση: ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΚΡΑΤΙΔΟΥ).

         «ΟΧΙ». Δεν υποκύπτει το ελληνικό πνεύμα στην υπέρτερη δύναμη των Ρωμαίων. Έτσι,

         «Η Ελλάς ηττηθείσα υπέταξε τον τραχύν κατακτητή» κατά τη φράση του Λατίνου ποιητή Οράτιου.

         «ΟΧΙ». Δεν θα παραδώσουμε την Πόλιν.

         «Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών», απάντησε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κων/νος Παλαιολόγος στις δελεαστικές προτάσεις του Μωάμεθ στις 29 Μαΐου 1453 στην Πύλη του Ρωμανού της Κωνσταντινούπολης.

         «ΟΧΙ», από τον εθνεγέρτη Ρήγα Φεραίο κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας με τους στίχους:         

         «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

         παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». 

         «ΟΧΙ», βροντοφώναξαν οι Σουλιώτισσες  στον Αλή Πασά, με αποκορύφωμα τον περίφημο χορό του Ζαλόγγου το 1803, οι οποίες έπεφταν στον κρημνό τραγουδώντας:

         «Στη στεριά δε ζει το ψάρι,     ούτε ο ανθός στην αμμουδιά,

         και οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε δίχως την ελευθεριά».

         «ΟΧΙ», «Ελευθερία ή Θάνατος», ήταν το πελώριο γενικό  σύνθημα των αγωνιστών του 1821.

         «ΟΧΙ», στην Αλαμάνα ο Αθανάσιος Διάκος, στη Γραβιά ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, στο Μανιάκι ο Παπαφλέσσας, στα Δερβενάκια ο Κολοκοτρώνης, στα Ψαρά ο Κανάρης και τόσοι άλλοι που η μνημόνευσή τους απαιτεί πολύ χρόνο. «ΟΧΙ», φώναξε ο καθένας με το δικό του τρόπο στον κατακτητή, στο σκληρό Τούρκο δυνάστη.

         «ΟΧΙ», «Πεθαίνουμε, αλλά δεν προσκυνούμε. Τα κλειδιά του Μεσολογγίου είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών μας. Ελάτε να τα πάρετε», απάντησαν οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» στις προτάσεις των Τούρκων, για να παραδοθούν.

         «ΟΧΙ», τριάντα εφτά φορές, είπαν οι Κρητικοί στους Ενετούς και Τούρκους κατά την περίοδο των Κρητικών Επαναστάσεων με αποκορύφωμα το ολοκαύτωμα στην Ιερά Μονή Αρκαδίου στο Ρέθυμνο στις 9 Νοεμβρίου 1866.

         «ΟΧΙ», «΄Αλτ!  Εδώ Ελλάς», είπε ο πρωταγωνιστής και ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα Παύλος Μελάς το 1904.

         «ΟΧΙ», στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13 στο Σαραντάπορο, στα Γιαννιτσά, στα Ιωάννινα, στο Κιλκίς, στο Λαχανά.

         «ΟΧΙ», είπε ο Κύπριος ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου από την «τρύπα» στη Μονή Μαχαιρά στις 3 Μαρτίου 1957 στους Άγγλους με τη δική του υπερήφανη φράση και την ηρωική του θυσία:  «…Δεν παραδίδομαι. Εγώ πρέπει να πεθάνω», στέλνοντας έτσι με τον τηλεβόα της ιστορίας στο Λεωνίδα τη Σπαρτιατική επιταγή «Άμμες δε γ’ εσμέν πολλώ κάρρονες», και καίγεται από τους Άγγλους.                        

         «ΟΧΙ», στη δουλεία, βροντοφώναξε ο νεαρός Κύπριος μαθητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης, 18 ετών, εγκατέλειψε το σχολείο του, και άφησε γράμμα προς τους συμμαθητές του, που κατέληγε στους βαθυστόχαστους στίχους:

         «…Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια

         να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά»

και στις 13 Μαρτίου 1957 τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και τον απαγχόνισαν.

         Τέλος ,το μεγάλο «ΟΧΙ» του κυπριακού λαού στο πρόσφατο Σχέδιο Ανάν για την τύχη της Κύπρου.

         Με τα «ΟΧΙ» αυτά και άλλα πολλά, επιβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα ξεπερνώντας τη φθοροποιό δύναμη του χρόνου, δε σβήνει, δεν τρομάζει, δε λυγίζει, δεν υποκύπτει, δεν υπολογίζει την αριθμητική υπεροχή, δε δέχεται τη βαρβαρότητα, τη δουλεία, αλλά παραμένει ακλόνητη και αταλάντευτη στον προμαχώνα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας, ακοίμητος φύλακας των ιδανικών της φυλής μας.

      Με ιερή συγκίνηση, με ευλάβεια και υπερηφάνεια, οι Πανέλληνες αποτίουμε σήμερα φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης προς όλους εκείνους που πολέμησαν, τραυματίστηκαν, θυσιάστηκαν στο βωμό του καθήκοντος  και τους διαβεβαιώνουμε ότι οι αγώνες και οι θυσίες τους μας καθοδηγούν στο δρόμο του εθνικού χρέους.