Ελένη Κουρμαντζή

     Καθηγήτρια Πανεπιστημίου

 

Προφορικές πηγές ιστορίας για το Ολοκαύτωμα

και η εφαρμογή τους στην Εκπαίδευση

Ανακοίνωση στο εκπαιδευτικό σεμινάριο του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος με θέμα
«Διδάσκοντας για το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα»,
Ιωάννινα, Τρίτη 13 Νοεμβρίου2012

    


  Λέων Μπατής, διαφυγών του στρατοπέδου συγκέντρωσης Birkenau, μεταφέρει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τα στοιχεία για τον τρόπο εξόντωσης των εβραίων της Ευρώπης.

Θα αντιστρέψουμε τον τίτλο μας, και πρώτα θα μιλήσουμε για τη διδαχή του Ολοκαυτώματος στην Ελληνική Εκπαίδευση. Και τούτο το κάνουμε γιατί τίθενται μεθοδολογικά προβλήματα ως προς την εισαγωγή του αντικειμένου στην εκπαίδευση, αλλά και προβλήματα ιστορίας και περιεχομένου. Μέσα όμως στη διδασκαλία, θα εντάξουμε στο τέλος και την προφορική μαρτυρία, καθότι εμπεριέχει μια εξαίρετη δυναμική, η οποία συμβαδίζει με τα επίσημα έγγραφα, με επιστημονικές δημοσιεύσεις και με κάθε τι άλλο διατυπωμένο γραπτά, ως αναπόσπαστο μέρος της διδαχής.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισε η ανασκόπηση και η μελέτη ενός θέματος «ταμπού» για τα ελληνικά δεδομένα, που υπήρξε αυτό της κατοχικής και μετακατοχικής Ελλάδας (στη δεύτερη περίπτωση, βλ. εμφύλιος πόλεμος). Η πρωτοβουλία αυτή ανήκε σε ξένους αλλά και έλληνες ερευνητές, οι οποίοι δίδασκαν όμως κυρίως σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής. Στη συνέχεια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, άρχισε και στην Ελλάδα η μελέτη ενός άλλου θέματος «ταμπού», αυτό της παρουσίας των εβραϊκών κοινοτήτων, και κατ’ επέκταση και του ζητήματος του Ολοκαυτώματος, με πρωτοβουλία κυρίως ελλήνων ερευνητών.

Η υποφαινόμενη συμμετείχε σε ένα από τα πρώτα συνέδρια, το 1992, το οποίο αφορούσε την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας, και εν μέρει το Ολοκαύτωμα (βλ. The Jewish Communities of Southeastern Europe, διοργάνωση Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1992).

Η ίδια άρχισε να δημοσιεύει μελετήματα για τον ποιητή και διανοούμενο Γιωσέφ Ελιγιά από το 1993, ενώ στη συνέχεια καθιέρωσε τη διδασκαλία της ποίησής του στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το 1997.

Μέσα σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και η προσπάθειά της, το 1994, για ίδρυση «Ινστιτούτου Ρωμανιώτικου Εβραϊσμού», υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, προσπάθεια όμως η οποία, για διάφορους λόγους, δεν ευόδωσε.

Σε αυτό το σημείο θέτουμε το ερώτημα για το κατά πόσον διδάσκεται το Ολοκαύτωμα των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας και για το πώς κατά το δυνατόν θα διδαχθεί αυτό στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, κατά το παιδευτικό, ιστορικό και κοινωνικό περιεχόμενο αυτού. Αλλά κυρίως, κατά ένα βαθύτερο ερώτημα, γιατί πρέπει αυτό να διδάσκεται. Εδώ, προφανώς, η απάντηση είναι αναπόφευκτα θετική, καθόσον η εξόντωση των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας, όπως βέβαια και του συνόλου αυτών σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη από τα γερμανικά στρατεύματα, αποτελεί ένα εξαίρετο, πρωτόγνωρο γεγονός, στη σύγχρονη Ιστορία. Το γεγονός τούτο, της προμελετημένης και συστηματικής εξολόθρευσης ενός ολόκληρου λαού από το Ναζιστικό καθεστώς, συνιστά ένα απόλυτο κενό στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας, άξιο ακόμη φιλοσοφικής περισυλλογής.

Το πώς θα διδαχθεί το Ολοκαύτωμα στην ιστορική περίοδο των ετών 1943 – 1944, όταν εκτοπίζονται συνολικά οι εβραϊκές κοινότητες, επιβάλλει ταυτόχρονα να εντοπιστούν ερευνητικά και οι παράλληλοι μηχανισμοί που λειτούργησαν προς την κατεύθυνση αυτή.

Στα ερωτήματα των μηχανισμών που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα απαντά μια εκτενής «κλασσική» βιβλιογραφία. Εμείς όμως, βασιζόμενοι και στη βιβλιογραφία αυτή, σε μαρτυρίες προσώπων, σε επίσημα έγγραφα και σε επιπλέον αρχεία, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε σε αυτό το σημείο συνοπτικά και ενδεικτικά μια ιστοριογραφική εικόνα των εκτοπίσεων, κάνοντας αναφορά σε δύο σημαντικές περιπτώσεις: Αυτή της Θεσσαλονίκης και αυτή των Ιωαννίνων. Και τούτο, προκειμένου να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα.

Η κατά κύριο λόγο σεφαραδίτικη, ισπανόφωνη, αλλά και εν μέρει ιταλικής καταγωγής πολυπληθής Κοινότητα της Θεσσαλονίκης, εγκλωβίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο από τους προγραμματιστές της «Τελικής Λύσης».

Τα «φυλετικά» μέτρα στη Θεσσαλονίκη, συνοπτικά υπήρξαν η καταναγκαστική εργασία σε έργα του κατοχικού στρατού, τα οποία τελικά εξαγοράστηκαν από την Κοινότητα με 8.000 χρυσές λίρες προκειμένου να απαλλαγούν οι εβραίοι άνδρες από τούτο το βασανιστήριο. Πολύ σύντομα, κατά δεύτερον, μέσα στον Φεβρουάριο, ακολουθούν διάφορες «φυλετικές» διαταγές, όπως το διακριτικό ατομικό σήμα, το κίτρινο αστέρι με αρίθμηση, το οποίο αποτελούσε καταγραφή του εβραϊκού πληθυσμού, πινακίδες διάκρισης για τα εβραϊκά καταστήματα, κ.λπ., καθώς και η αναγκαστική συγκέντρωσή τους σε δύο κατοικήσιμες ζώνες. Από τις συνοικίες αυτές και κάποιες άλλες λαϊκές εναπομείνασες, θα οδηγηθούν στη συνέχεια προς τη συνοικία του Βαρώνου Χιρς, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, απ’ όπου θα αρχίσει η εκτόπιση του εβραϊκού πληθυσμού, κατά πολυπληθείς ομάδες, από τις 15 Μαρτίου του 1943.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής τον Δρ. Κόρετς, αρχιρραβίνο, γερμανομαθή, πολωνικής καταγωγής, διορισμένο από τους Γερμανούς, με επιπρόσθετη πολιτική εξουσία, έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στην εκτέλεση των διαταγών των Βισλιτσένυ, εντεταλμένου αξιωματικού των SS, και Μαξ Μέρτεν, πολιτικοστρατιωτικού διοικητή της Θεσσαλονίκης.

Μια παράλληλη ιστορία καταγράφεται και στην επίσης ιστορική, Ρωμανιώτικη Κοινότητα Ιωαννίνων (αριθμούσα εκείνη την περίοδο περί τα 1850 μέλη). Ένα κοινοτικό Συμβούλιο, με πρόεδρο τον ιατρό Δρ. Μωυσή Κοφίνα, και μέλη, τον επίσης ιατρό Δρ. Ερρίκο Λευή, τον έμπορο Σιέμο Κοέν, και τον ηλεκτρολόγο Λέοντα Μορδοχάι, αποδείχθηκε μη ικανό να αντιμετωπίσει τα γεγονότα. Έναντι αυτών, στις διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς, και ως ουσιαστικός πλέον ηγέτης της Κοινότητας, λειτουργούσε ο έμπορος Σαμπεθάι Καμπιλής. Τα τεκταινόμενα έρχονται και εδώ ραγδαία. Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1944, μονάδες της Αστυνομίας Τάξης, με τη βοήθεια μονάδων του Γερμανικού Στρατού, της Γερμανικής Χωροφυλακής Στρατού, και της Γερμανικής Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, εγκλωβίζουν τις εβραϊκές συνοικίες μέσα και έξω από το Κάστρο. Επακολουθεί η εκτόπιση προς το Auschwitz Birkenau.

Τούτες οι δύο περιπτώσεις, της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων, εξετάστηκαν συνοπτικά εδώ, προκειμένου να ειδωθεί το πώς έδρασαν οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής, με τις διάφορες υπηρεσίες τους, ώστε να εγκλωβίσουν και να εκτοπίσουν τις εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας. Και ας παρατηρηθεί επίσης, ότι η απώλεια της Κοινότητας των Ιωαννίνων αγγίζει το 90% των μελών της, όπως και αυτή της Θεσσαλονίκης, ενώ άλλες κοινότητες, περισσότερο προνοητικές γύρω από τα τεκταινόμενα, είχαν πολύ μικρότερες απώλειες, βλ. Χαλκίδα 48%, Λάρισα 35%, Πάτρα 33%, Τρίκαλα 30%, Βόλος 26%, κ.ο.κ., έως και μικρότερες απώλειες. Ως προς αυτό, συνοψίζει ο Μιχαήλ Μάτσας, στο περισπούδαστο βιβλίο του με τον τίτλο Η Ψευδαίσθηση της Ασφάλειας:

Σε τελική ανάλυση το ζήτημα του πώς οι εβραίοι θα μπορούσαν να είχαν σωθεί σε μεγάλους αριθμούς ανά συγκεκριμένη πόλη, δεν εξαρτάται τόσο πολύ, όπως κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει, από τον αντισημιτισμό, από τη συμπεριφορά των χριστιανών, ή τη βοήθεια του κλήρου. Στην Ελλάδα δύο στοιχεία υπήρξαν υψίστης σημασίας: Η εβραϊκή ηγεσία, η οποία απέτυχε οικτρά στη Θεσσαλονίκη και στα Ιωάννινα, και η βοήθεια ή μη από τις οργανώσεις της Αντίστασης της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Όλα τα παραπάνω, κατά το λίγο ή πολύ γνωστό ιστορικό πλαίσιο, αναφέρονται εδώ ως συγκεκριμένο παράδειγμα της Ιστορίας, ώστε να εξαχθεί το σύνολο εκείνο της προσέγγισης, το οποίο και θα πρέπει να ακολουθηθεί για τη θεμιτή διδαχή ενός τόσο λεπτού ζητήματος. Ο τρόπος της διδασκαλίας του Ολοκαυτώματος θα πρέπει κατά τα επιστημονικά δεδομένα να επικεντρώνεται στους παρακάτω άξονες: α. Στην ιστορία, παρουσία και πολιτισμό των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο, με όλα τα συνεπόμενα. β. Στα προλεγόμενα των εκτοπίσεων και στις εκτοπίσεις των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας κατά τα έτη 1943 – 1944. γ. Στην καθαυτό Γενοκτονία – Ολοκαύτωμα.

Τα δύο πρώτα σημεία, προφανώς, είναι εύκολο να διδαχθούν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, καθώς τυγχάνουν περισσότερο περιγραφικά – ιστοριογραφικά. Το τρίτο όμως σημείο, η καθαυτό γενοκτονία – Ολοκαύτωμα, λόγω και της φιλοσοφικής διάστασής του, είναι δυνατόν να διδαχθεί έτσι απλά, μόνον ως ιστορικό γεγονός; Είναι δυνατόν να διδαχθεί κάτι το ακατανόητο για τα μέχρι τότε, αλλά και μέχρι σήμερα, δεδομένα της ανθρώπινης Ιστορίας; Το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζεται από μία νέα βάση, η οποία αγγίζει δύο σημαντικές θεματικές: α. Την οργανωμένη πολιτική κίνηση ενός κρατικού μηχανισμού, αυτού του Γ΄ Ράιχ, και β. Τη λειτουργικότητα ενός τελειοποιημένου, βιομηχανικών μέσων και γραφειοκρατικής ακρίβειας συστήματος, το οποίο εκτελεί και ανατροφοδοτεί αυτόματα τις εντολές του.

Σημαντικοί εβραίοι ιστορικοί, από τον Ραούλ Χίλμπεργκ και τη Χάννα Άρεντ, μέχρι και τον Ντάνιελ Γκόλντχάγκεν, τόνισαν τα φιλοσοφικά ερωτήματα του Ολοκαυτώματος. Και, ως εκ τούτου, τίθεται το πρακτικό ερώτημα, σε συνάρτηση και με όσα ειπώθηκαν, αν και πώς θα ήταν δυνατόν να διδαχθεί το Ολοκαύτωμα στην Ελληνική Εκπαίδευση. Το παραπάνω θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διδασκαλίας, ως απαρχή, στα ελληνικά Πανεπιστήμια, με το κατάλληλα εξειδικευμένο ερευνητικό προσωπικό. Χωρίς εξειδικευμένο ερευνητικό προσωπικό και εξειδικευμένα ερευνητικά κέντρα, είναι αδύνατη η περαιτέρω μελέτη, είτε για τη διερεύνηση της εξολόθρευσης των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας, είτε για γενικότερες αναζητήσεις που αφορούν, όχι μόνο τη Γενοκτονία – Ολοκαύτωμα των ελλήνων εβραίων, αλλά και το ό,τι συνέβη στην Ελλάδα της Κατοχής.

Αυτή είναι η διαδρομή, ώστε με ένα διαμορφωμένο πλέον πλαίσιο ανώτατης εκπαίδευσης, το ζήτημα θα μπορούσε να εισαχθεί αρτιότερα και στις προηγούμενες αυτής βαθμίδες. Με απλά λόγια, πώς θα μπορούσε να διδαχθεί το Ολοκαύτωμα στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όταν αυτό δεν διδάσκεται στην Τριτοβάθμια ή Ανώτατη; Και θέτουμε το ερώτημα τούτο για μια διερεύνηση στα επίπεδα της Παιδείας, καθώς η αρτιότητα της διδασκαλίας δεν θα μπορούσε μόνο να επαφίεται στην ευαισθησία του δασκάλου και του καθηγητή, αλλά στο πλαίσιο της επιστημονικής διαμόρφωσής του, όπως αυτό παρέχεται από τα δεδομένα των σπουδών του.