28η Οκτωβρίου 1940

Μαρτυρίες  και Μνήμες

…Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον

άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,

όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά

ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες

φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε

κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δα-

δί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολε-

τό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-

λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-

μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε

ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και

πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού

ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν

κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια

πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

…….….….….….….….….

Και συνέβηκε τότες ένας απ' αυτούς να 'χει μαζί του κάτι παλιές

εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μόλο που το 'χαμε κιό-

λας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος

εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με

άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Άρτας. Και σημαίνανε

όλη μέρα οι καμπάνες, και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και

παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης.

Βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσό μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μή-

νες τώρα μέσα στις ερημιές αγριέψει, και, χωρίς να το λέμε, πολύ λο-

γαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο

Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας

τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίπο-

τε, μονάχα με τα μάτια τού δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη...

 

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον  Εστί»

 

 

Ελένη Κουρματζή

 Ομιλία

Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός»

27/10/2009

 

  

…Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον

άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,

όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά

ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας…

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό,

λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-

λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-

μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο...

 

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον  Εστί»

 

Αυτή η ομιλία επικεντρώνεται στις πρώτες καθοριστικές μέρες του πολέμου του 1940, χρησιμοποιώντας μαρτυρίες οι οποίες όμως επαληθεύονται και από τα επίσημα έγγραφα της εποχής. Αυτές οι πρώτες καθοριστικές μέρες ξεδιπλώνονται από τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου μέχρι περίπου και τα πρώτα μισά του μηνός Νοεμβρίου, όπου, κυρίως στο Καλπάκι, έσπασε η παντοδύναμη ιταλική επίθεση.


Υποστράτηγος
Χαράλαμπος Κατσιμήτρος

Προσπαθούμε να περιγράψουμε τα γεγονότα μέσα από τα πλαίσια μιας νεοελληνικής ιστορίας που δεν έχει ακόμη λεπτομερώς καταγραφεί. Γιατί, η νεοελληνική ιστορία πάμπολλες φορές έχει τυλιχθεί με έντονα ιδεολογικά χρώματα και όχι με την ορθή αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων. Και γιατί, ως επεξήγηση, πάμπολλες φορές το ιδεολογικό υπερισχύει του ορθολογικού. Και μέσα στο ορθολογικό πρέπει να ενταχθεί και η δύναμη των μαρτυριών που αφορούν αυτές τις μέρες, και που αποδεικνύουν τη δυναμική παρουσία της VIII Ηπειρωτικής Μεραρχίας, η οποία αντιμετώπισε σχεδόν μόνη της την επίθεση των υπέρτερων και σύγχρονα εξοπλισμένων ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες διέθεταν τεθωρακισμένα, σύγχρονα καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά αεροπλάνα, όπως τα περίφημα Σαβόια, και άλλα, όπλα που ο τότε ελληνικός στρατός αντίστοιχα δεν θα μπορούσε να διαθέτει.

Τις μαρτυρίες που παραθέτουμε εδώ τις συγκρίνουμε εν γένει με το σύγγραμμα Η Ήπειρος Προμαχούσα – Η Δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμον 1940 – 41, του τότε Υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου, Διοικητή της VIII Μεραρχίας, 1938 – 41. Από αυτήν την αντιπαραβολή προκύπτει το εάν εδώ οι παρατιθέμενες μνήμες και μαρτυρίες ανταποκρίνονται στο ιστορικό γίγνεσθαι ή όχι.

Και, όπως αποτιμά και ο Αλέξανδρος Μαμμόπουλος, «Στις μαρτυρίες και τις μνήμες παρελαύνει η αληθινή ρέουσα ιστορία όχι ιστορικών της καθέδρας, αλλά ιστοριογράφων, που έχουν άμεση δράση ή επαφή με τα δρώμενα του μεγάλου πολέμου».

Καταθέτουν λοιπόν πρωταγωνιστές του ελληνοϊταλικού πολέμου, με έναν άμεσο και ειλικρινή τόνο, τις μνήμες και τις μαρτυρίες τους:

Σπύρος Χρηστίδης:


«Εξιστόρησα τα γεγονότα απλά και απέριττα, με κάποια ίσως αναπόφευκτη πολιλλογία , καταγράφοντάς τα, κάθε βράδυ στο αντίσκηνό μου υπό το τρεμάμενο φως ενός κηριού, όπως τα είδα από τη σκοπιά μου κι όπως τα έζησα, χωρίς να διαστρεβλώσω ή να αποκρύψω την πραγματική αλήθεια».

Ιωάννης Νικολαΐδης:

«Δεν απόμειναν, συνεπώς, πολλά για να ιστορήσει όποιος  θάθελε να καταπιαστεί με το γεγονός το μέγα, ακόμα και αν το έζησε ο ίδιος, στην όποια μορφή του. Οι λεπτομέρειες μόνο λείπουν, οι προσωπικές μαρτυρίες. Η κατάθεσή τους θα φωτίσει καλύτερα ορισμένες πτυχές,… για να διαγραφούν καθαρότερα οι μορφές εκείνων που δημιούργησαν το έπος, περισσότερο των ανθρώπων και λιγότερο των πολεμιστών».

Κωνσταντίνος Παππάς:

«Τον πόλεμο του 40-41 δεν τον διάβασα στα χαρτιά, μήτε από μακριά τον αγνάντεψα… Με φρίκη αγνάντεψα τα εχθρικά αεροπλάνα, να γκρεμίζουν σπίτια και σχολειά. Ανατρίχιασα στο σφύριγμα των κανονιών, στο σκάσιμο των οβίδων, στο κροτάλισμα των πολυβόλων».

Και όταν ομιλούμε για τον πόλεμο του 1940-41, ήτοι για την VIII Ηπειρωτική Μεραρχία, έχουμε υπ’ όψη μας ότι τα 4/5 αυτής αποτελούνταν από Ηπειρώτες αξιωματικούς και οπλίτες. Στα προτερήματά της όμως κατατάσσεται και το ότι ένα μεγάλο μέρος των αξιωματικών της υπήρξε άρτια καταρτισμένο. Ηπειρώτες, ή και γενικότερα ελλαδίτες, οι οποίοι, πέραν του ότι είχαν φοιτήσει στις Σχολές Ευελπίδων, είχαν φοιτήσει επίσης και στις Σχολές Πολέμου της Ελλάδας και του εξωτερικού (Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία). Οι έφεδροι δε ανθυπολοχαγοί υπήρξαν κυρίως άτομα τα οποία είχαν σπουδάσει σε διάφορα πανεπιστήμια, όπως δικηγόροι, καθηγητές, διάφοροι κρατικοί λειτουργοί και άλλοι. Δηλαδή, η VIII Μεραρχία συμπεριελάμβανε στο σώμα της ένα σύνολο εξαιρετικά μορφωμένων, είτε μονίμων είτε εφέδρων αξιωματικών.

Ως κεντρική φυσιογνωμία ξεχωρίζει ο Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Διοικητής της VIII Μεραρχίας. Ο Κατσιμήτρος αντιτάχθηκε στην ιδέα του Γενικού Επιτελείου να αποσυρθεί η VIII Μεραρχία, κατά τη μελλούμενη επίθεση των ιταλικών δυνάμεων, στη γραμμή Ζυγού Μετσόβου – Κάτω Αράχθου. Γράφει ο ίδιος το γιατί επέλεξε τη στενωπό του Καλπακίου για την απόκρουση των στρατευμάτων εισβολής:

«Διότι μία τοιαύτη ενέργεια θα ήτο καταστρεπτική και ολέθρια από πάσης απόψεως διά τους εξής λόγους:

(…) Είναι εύκολον να φαντασθή τις ποίον δυσμενή αντίκτυπον θα είχεν αύτη επί του ηθικού των ανδρών, καταγομένων σχεδόν όλων εκ της Ηπείρου, ήτις θα εγκαταλείπετο εις χείρας του αντιπάλου»…

Και διερωτάται:

«Έπειτα, θα μας ακολουθήσουν οι Ηπειρώτες στρατιώτες ή θα προτιμήσουν να πάνε στα χωριά τους, για να προστατέψουν τις οικογένειές τους; Αν επιμείνετε στην σύμπτυξη, τότε στο Μέτσοβο θα φθάσετε μόνο εσείς και το επιτελείο σας».

Τα λόγια αυτά αποτελούν ένα δείγμα του ότι ο Κατσιμήτρος ήταν πεπεισμένος πως ο στρατός αυτός θα πολεμούσε για τα «χωριά του, τα κτήματά του, για τα σπίτια του και τις οικογένειές του».

Όσον αφορά τώρα τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου, η πρόβλεψη του επιτελείου της VIII Μεραρχίας ήταν πως οι ιταλικές δυνάμεις, και συγκεκριμένα η 23η Μεραρχία Πεζικού «ΦΕΡΑΡΑ» και η 101 Τεθωρακισμένη Μεραρχία Πεζικού «ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ», θα εισέρχονταν για την επίθεσή τους από τα χωριά του Πωγωνίου και της Κόνιτσας, και ειδικότερα, από τις θέσεις Δρυμάδες, Κακαβιά Πωγωνίου και Μέρτζιανης Κόνιτσας. Το σχέδιο του Κατσιμήτρου για τις κινήσεις του στρατεύματος μπρος στην κύρια ιταλική επίθεση, ήταν να αποσυρθούν οι ελληνικές δυνάμεις στο Καλπάκι, με την προκάλυψη του ελληνικού πυροβολικού, το οποίο ήταν διασκορπισμένο στα υψώματα της γύρω περιοχής.

Έτσι, τον προπομπό της κύριας ιταλικής επίθεσης δέχθηκε το ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου, το οποίο διοικείτο από τον αντισυνταγματάρχη Πεζικού, ελληνοεβραίο Μαρδοχαίο Φρεζή, ο οποίος ανέλαβε τη Διοίκηση του Υποτομέα Δελβινακίου παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, και ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος κοντά στην Πρεμετή, στις 4 Δεκεμβρίου του 1940. Το Τάγμα Δελβινακίου αποτελείτο κατά 80% από πωγωνίσιους αξιωματικούς και οπλίτες, οι οποίοι, κατά τον σχεδιασμό, αποχώρησαν επιτυχώς από την περιοχή, συμπτυσσόμενοι προς τη γραμμή άμυνας της περιοχής Καλπακίου. Δεν θα επιμείνουμε εδώ στα γεγονότα του Πωγωνίου, καθόσον σε τούτα έχει αναφερθεί εκτενώς ο Κωνσταντίνος Κωστούλας με το βιβλίο του Γεγονότα στο Πωγώνι 1940 – 41 και το Χρονικό του Ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου (έκδοση 2009).

Πριν αναφερθούμε στην αποφασιστική μάχη του Καλπακίου, ας σημειώσουμε και τις διεισδύσεις των ιταλικών δυνάμεων από δύο άλλες πλευρές: Από την Κονίσπολη της Αλβανίας προς Φιλιάτες, με μονάδες που έφθασαν μέχρι και το Μαργαρίτι, και παράλληλα, ξεκινώντας από το Αργυρόκαστρο, διαμέσου Μουραζανίου Κονίτσης διείσδυσαν στην επαρχία Κόνιτσας, και ακολούθως στην περιοχή Φούρκας – Σαμαρίνας, με τελικό προορισμό το Μέτσοβο.

Μια πρώτη μαρτυρία από τον στρατιωτικό τομέα Κόνιτσας διαθέτουμε από τον στρατιώτη Κωνσταντίνο Γκιζά, ο οποίος υπηρετούσε στην VIII Μεραρχία. Καταγράφει σε κείμενό του με τίτλο «1940: Πρώτες μέρες»:

«Το Μέτωπο πέρα – ως πέρα καιγόταν από τα πυρά του εχθρού. Η εισβολή άρχισε από πολλές μεριές μαζί, μόλις κόπασε το κανονίδι. Από την Μέρτζιανη προς το Χάνι Μπουραζάνι, από τους Δρυμάδες προς το Δελβινάκι. Από την Κακαβιά πάλι προς το Χάνι Δελβινάκι, από την Κονίσπολη προς τους Φιλιάτες. Μόλις άρχισε να ξημερώνει καλά, τα πυροβόλα σταμάτησαν και τότε βλέπουμε να προβάλλουν σε ομάδες ιταλοί στρατιώτες, με κατεύθυνση προς την Μελισσόπετρα.

Τους παρακολουθούσαμε με απόλυτη προσοχή και τους αφίνουμε να μας πλησιάσουν, σε απόσταση γύρω στα 500 μ..

Αυτό ήταν!

Τα πολυβόλα μας και τα ντουφέκια μας ανάβουν και τους θερίζουν!

Πέρασαν δέκα μέρες. Εμείς παραμέναμε εκεί φύλακες στα περάσματα του Αώου. Έπρεπε πάση θυσία να ανακόψομε την πορεία του εχθρού. Η διμοιρία ήταν η πρώτη του Λόχου Αυδίκου, η οποία βρισκόταν στο στόμιο του ποταμού μεταξύ των βουνών Κονίτσης – Παπίγγου».

Και ακολουθεί η μαρτυρία από τον Κ. Γκιζά με την περιγραφή της  νικηφόρας αντίστασης στην περιώνυμη Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», στην περιοχή του Αώου:

«Στις 8 Νοεμβρίου, κατά το απόγευμα, ξαφνικά βλέπουμε απέναντί μας και σε απόσταση πάνω από 4 χλμ. να βαδίζει μια μεγάλη φάλαγγα Αλπινιστών. Ήταν μια ατέλειωτη μακρόσυρτη σειρά, ακριβώς όπως τα μυρμήγκια, η οποία ανενόχλητη βάδιζε από Παλιοσέλι προς Δίστρατο. Για μια στιγμή επάνω από τα κεφάλια μας σφυρίζει μια οβίδα και σκάζει, βγάζοντας πολύ καπνό και πέφτει ακριβώς στην κεφαλή της φάλαγγας των Αλπινιστών. Και πριν καλά – καλά τελειώσει αυτή η οβίδα, σκάει κι άλλη μια, κι αυτή στην αρχή της φάλαγγας και σκορπά τον τρόμο, τον θάνατο. Ακολουθεί ομοβροντία από 4 πυροβόλα, τα οποία έβαλαν συνεχώς σε μια έκταση περίπου 5 χλμ. με στόχο την φάλαγγα των Ιταλών. Ο τόπος φλέγεται!...».

Ήταν ενισχύσεις της περίφημης μεραρχίας «Τζούλια» για να προστατέψει τα τμήματά της που είχαν ήδη διεισδύσει στην περιοχή της Φούρκας (όπου ενεργούσε τμήμα πεζικού υπό του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη), και οι οποίες ενισχύσεις τελικά εκμηδενίστηκαν από την VIII Μεραρχία και αποχώρησαν προς την Αλβανία διαμέσου Σαραντάπορου.

Ερχόμαστε τώρα στο Καλπάκι όπου επικεντρώθηκε ο κύριος όγκος της ιταλικής επίθεσης, με πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα και τανκς. Εδώ, σύμφωνα και με το σχέδιο του Χαράλαμπου Κατσιμήτρου, έπρεπε να αντιμετωπιστεί η ιταλική επίθεση. Στις γύρω περιοχές της κοιλάδας των Δολιανών, ή άλλως, περιοχής Ελέας – Καλπακίου και στα γύρω υψώματα, είχε συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος του πεζικού της VIII Μεραρχίας, αλλά και οι ελαφρές και οι βαρύτερες μονάδες του πυροβολικού. Το πυροβολικό της VIII Μεραρχίας, ακροβολισμένο σε υψώματα όπως η Γκραμπάλα του Καλπακίου, τα απώτερα μέρη άνωθεν της Μονής Βελλάς, κ.ο.κ., υπήρξε αυτό το οποίο έδωσε τη νίκη στην VIII Μεραρχία.

Δεν αποκλείονται όμως εδώ και οι εφορμήσεις του πεζικού, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της ανακατάληψης του υψώματος της Γκραμπάλας. Αλλά, προς στιγμή, ας δούμε μια άλλη μαρτυρία: Αφηγείται ο λοχαγός Κωνσταντίνος Σερβετάς, σε ανέκδοτο δακτυλογραφημένο κείμενό του, για τη μάχη που έδωσε το ελληνικό πυροβολικό κατά της τεθωρακισμένης ιταλικής μεραρχίας «Κένταυροι» αρμάτων μάχης, αλλά και κατά της συνοδεύουσας αυτής μεραρχίας πεζικού «Φεράρα»:

«Την 28 8/βρίου 1940 βρίσκομαι με την Πυρ/χία μου (3η πεδινή της VIII Μεραρχίας) σε επισταθμία στο χωριό Δολιανά…

Τα εχθρικά τμήματα προήλαυναν και σε τρεις μέρες έφθασαν στη γραμμή αντιστάσεώς μας στο Καλπάκι…

Ύστερα από σφοδρό βομβαρδισμό πυρ/κού και αεροπορίας των θέσεών μας εφ’ ολοκλήρου του μετώπου της γραμμής αντιστάσεώς μας, στις 2 Ν/βρίου τις πρωϊνές ώρες, εθεάθη εχθρική φάλαγξ 40 – 50 αρμάτων μάχης πλαισιούμενα από οπλισμένους με πολυβόλα μοτοσυκλετιστές, να προχωρεί στο δρόμο από χάνι Δολιανών προς το Καλπάκι. Αμέσως διέταξα τον αξιωματικό βολής της πυρ/χίας μου να είναι έτοιμος για εκτέλεση βολής με τα στοιχεία της ανάσχεσης υπ’ αριθ. Ι που είχα προπαρασκευάσει από ημερών στο σημείο της συμβολής των δρόμων προς Κόνιτσα και Κακαβιά, όπως και σε άλλα επίκαιρα σημεία για κτυπήματα εχθρικών στόχων…

Όταν τα εχθρικά άρματα πλησίαζαν το ως άνω σημείο, διέταξα βολήν δι’ ολοκλήρου της πυρ/χίας, αφού το πρώτο βλήμα ήτο εύστοχο και μάλιστα είδα τον πρώτο μοτοσυκλετιστή να πέφτει νεκρός…

Ύστερα από λίγα λεπτά άρχισαν να βάλλουν στο σημείο αυτό και εκατέρωθεν και άλλες πυρ/χίες μας προξενώντας βαριές απώλειες στον εχθρό...

Με το σταμάτημα του σφοδρού βομβαρδισμού εκ μέρους του πυρ/κού μας, κατόπιν διαταγής του ομαδάρχου (διοικητού όλων των πυρ/χιών) συν/ρχου Αλέξανδρου Ασημακόπουλου, αντίκρυσα από το παρατηρητήριό μου φοβερό θέαμα στο πεδίο της μάχης: Αρκετά άρματα τελείως κατεστραμένα, άλλα βαλτωμένα σε αντιαρματικές τάφρους, άλλα αχρηστευμένα από νάρκες και πολλά εγκαταλελειμένα από τα πληρώματά τους για να αποφύγουν τα πυρά του πυρ/κού μας. Πτώματα νεκρών ουκ ολίγα».

Η παραπάνω μαρτυρία επιβεβαιώνεται και από τα γραφόμενα από τον υποστράτηγο Κατσιμήτρο, ώστε εδώ να ομιλούμε για ένα επιβεβαιωμένο ιστορικά γεγονός, το οποίο και καταγράφεται αντικειμενικά ως ιστορία. Αναφέρει σχετικά ο Κατσιμήτρος:

«Συγχρόνως παρετηρήθη ισχυρά φάλαγξ αρμάτων μάχης και μηχανοκινήτων δυνάμεων, κινουμένη επί της οδού από ΔΟΛΙΑΝΑ προς ΚΑΛΠΑΚΙ. Κατά της φάλαγγος ταύτης ήρξατο βάλλον το πυροβολικόν τομέως ΝΕΓΡΑΔΩΝ και του υποτομ. ΓΡΙΜΠΙΑΝΗΣ, πάραυτα δε ετέθη εν συναγερμώ και το αντιαρματικόν συγκρότημα της στενωπού ΚΑΛΠΑΚΙΟΥ, αποτελούμενον από δύο πεδινάς πυρ/χίας (Λοχαγοί ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ και ΣΕΡΒΕΤΑΣ), 4 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 (Υπολ. ΧΑΪΛΗΣ), 1 Πυρ/χίαν ελκομένην των 105 (Λοχαγός Ν. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ) υπό την διοίκησιν του Ταγμ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ…

Τα πεδινά πυροβόλα και τα αντιαρματικά βάλλουσι μεθ’ όλης της δυνατής ταχυβολίας, ως και άλλαι τινές πυρ/χίαι, μη απησχολημέναι εις τον αγώνα. Θύελλα πυρός και σιδήρου και χάλαζα βλημάτων ενσκήπτει επί των εχθρικών αρμάτων, τα οποία κινούνται παραπαίοντα τήδε κακείσε, ίνα αποφύγωσι το φονικόν τούτο πυρ, αλλά ματαίως, διότι το πυροβολικόν μας έχει επισημάνει όλας τας εκεί θέσεις και τα κεραυνοβολεί…».

Και μια άλλη μαρτυρία, αυτή του λοχαγού πυροβολικού Στέλιου Βαμβέτσου:

«Οι ελαφρές πυροβολαρχίες μας μετρημένες στα δάχτυλα. Από βαρύ πυροβολικό μόνο η δική μου πυροβολαρχία...

Βρίσκουμαι συνέχεια στο παρατηρητήριό μου στο ύψωμα πάνω από τη Σχολή Βελλάς...

Βλέπω κάθε μέρα φάλαγγες να κατεβαίνουν. Πυροβολικά, άρματα, μοτοσυκλέτες, ιππικό, κ.λπ.. Η δική μου πυροβολαρχία δεν σταματάει ούτε μέρα, ούτε νύχτα. Πού να πρωτοχτυπήσω;…

”Βάλατε εις Γέφυρα Αγιούς, όπου ιταλικό Μηχανικό προσπαθεί επισκευάσει. Βάλατε συγκέντρωσιν αρμάτων εις δάσος πλησίον Ζαραβίνας κ.λπ….”…

Η μέρα της τελικής επίθεσης στο Καλπάκι πλησιάζει και να μια διαταγή που μ’ αφήνει εμβρόντητο: “Κάνατε οικονομία βλημάτων, διότι του ιδικού μας διαμετρήματος δεν διαθέτουμε απόθεμα”. Μια ολόκληρη μεραρχία, να αντιστέκεται και να διαθέτει τόσες μέρες μια μοναδική βαριά πυροβολαρχία και αυτή χωρίς βλήματα!».

 

Και πάλι εδώ η μαρτυρία αυτή σε παραλληλία με την περιγραφή του Χ. Κατσιμήτρου:

«Εκ του ευστόχου πυρός της βαρείας πυρ/χίας (105) (Λοχαγός ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ Κ.) τεταγμένης εις υψώματα Ν. ΝΕΓΡΑΔΩΝ, υπέστησαν σοβαράς απωλείας εχθρικά τμήματα μηχανικού επισκευάζοντα την γέφυραν ΑΓΙΟΥΣ…

Την Πυρ/χίαν ταύτην οι Ιταλοί απεκάλουν, λέγει ο αυτόμολος, «Πυρ/χία Φάντασμα», διότι οπουδήποτε και αν εκινούτο και οιανδήποτε ώραν της ημέρας ευρίσκοντο πάντοτε υπό τα φονικά πυρά της. Καίτοι δε κατεβλήθησαν επίμονοι προσπάθειαι υπό της επιγείου και εναερίου παρατηρήσεως, όπως ανακαλύψωσι την θέσιν της, εν τούτοις δεν το κατώρθωσαν.

Ο αυτόμολος ούτος προσέθηκεν ότι, εις τους Ιταλούς πιλότας ενέπνεεν επίσης τον τρόμον, το πυροβολικόν της ΓΡΙΜΠΙΑΝΗΣ, το οποίον ήτο ο διαρκής εφιάλτης αυτών, διά τα φονικά αυτού αποτελέσματα…

Είναι αι δύο Πυρ/χίαι της θέσεως αυτής ορειβατικαί των 7,5 και 10,5, ων το πυρ διηύθυνεν άριστα, ο ικανός κατά πάντα Ταγμ. ΚΩΣΤΑΚΗΣ Δ.».

Και τα συμπεράσματα των μαρτυριών αυτών είναι ότι η προέλαση των ιταλικών δυνάμεων ανακόπηκε ουσιαστικά από τη δράση του πυροβολικού των ελληνικών δυνάμεων. Δεν έλειψε όμως και η αποφασιστική δράση του πεζικού, όπως τμημάτων του 15ου Συντάγματος Πεζικού, το οποίο στις κρίσιμες εκείνες ώρες ανακατέλαβε το αποφασιστικό για τη μάχη ύψωμα της Γκραμπάλας, το ευρισκόμενο κοντά στο Καλπάκι. Την κατάληψη αυτή περιγράφει με έντεχνο λογοτεχνικό τρόπο, σε άρθρο του ο Τάσος Πολίτσος, ζώντας από κοντά τα γεγονότα. Τίτλος: «Αυτοί είχαν πατήσει την Γκραμπάλα»:

«Το ίδιο βράδι βρεθήκαμε στο Χάνι Καλπακίου, όταν οι σάλπιγγες σημάνανε συγκέντρωση· θα μας μίλαγε ο αείμνηστος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος…

Ένας μεσόκοπος άντρας –Ηπειρώτης κι αυτός– ορθός αρχίζει να μιλάει:

“Παιδιά, ήρθε διαταγή να οπισθοχωρήσουμε, αλλά εγώ έχω δικαίωμα να διευθύνω τις επιχειρήσεις, για 48 ώρες, με προσωπική μου ευθύνη…” (Η οπισθοχώρηση θα γινόταν προς την Ασφάκα, δηλ. κάπου 20 χλμ. πίσω απ’ το Καλπάκι και 15 χλμ. μπρος από τα Γιάννινα)…

Μια παγερή σιγή απλώνεται ολόγυρά του. Συνεχίζει να μιλάει:

“Δεν πρέπει ν’ αφήσουμε τα χωριά μας, τους δικούς μας, τον τόπο που γεννηθήκαμε –εμείς κι οι πρόγονοί μας– δεν πρέπει να τ’ αφήσουμε σ’ αυτόν τον εισβολέα…”, λες και τα λόγια του ήταν αντίλαλος απ’ το Σούλι, λες κι έφερνε μήνυμα των Μπιζανομάχων…

Στου λεβεντόκαρδου και λεύτερου το φέρσιμο, νόμος είναι ατός του. Εκείνος ο μεσόκοπος άντρας, μη λογιάζοντας τη διαταγή να υποχωρήσει –με δική του ευθύνη– ανέλαβε να επιτεθεί. Κι οι πολεμιστές, πού ‘χε συνάξει ολόγυρά του, τ’ αψήφησαν όλα για χάρη του. Τινάχτηκαν όλοι ορθοί… Το πρωί, προτού ακόμα φανεί ο ήλιος στ’ αντίπερα βουνά, αυτοί είχαν πατήσει την Γκραμπάλα και δεν υποχώρησαν πια».

 

Επίλογος

Ως επίλογο της αποψινής ομιλίας, κρίνω χρέος μου να αναφερθώ στις «μη μάχιμες» πράξεις των ανθρώπων της παραμεθώριας περιοχής που έζησαν τον πόλεμο, που δόθηκαν ολόψυχα σε αυτόν χωρίς όπλα, χωρίς οβίδες, δηλαδή σε όλους αυτούς που λειτουργούσαν στα μετόπισθεν. Και αναφέρομαι εδώ στις ηρωίδες γυναίκες της Πίνδου που μετέφεραν αγόγγυστα πυρομαχικά στους μαχόμενους στρατιώτες, στις γυναίκες που έπλεκαν κάλτσες και φανέλες για να ζεστάνουν τα παγωμένα σώματα αυτών των παιδιών φαντάρων, μην ξέροντας αν το δικό τους παιδί θα έπαιρνε κάτι από αυτά για να ζεσταθεί… Και αναφέρομαι στις γυναίκες και στους μεσήλικες άντρες που ως απλοί κάτοικοι των χιονισμένων χωριών του Πωγωνίου, της Κόνιτσας, του Ζαγορίου, εργάζονταν με φτυάρια απλά για την αποκατάσταση της διακοπτόμενης συγκοινωνίας λόγω του ηπειρωτικού χειμώνα, σε αυτούς τους χωρικούς που δούλεψαν και πάγωσαν για την οχύρωση της τοποθεσίας Ελέας – Καλαμάς… Σε αυτούς αναφέρομαι, που έγιναν αιτία στο να γράψει ο Γεώργιος Βλάχος στην εφημερίδα «Καθημερινή», στις 12 Νοεμβρίου 1940, το παραστατικότατο άρθρο με τον τίτλο: «Η πρώτη πράξις». Διαβάζουμε:

«…Κατά το διάστημα τούτο συνετελείτο, την νύκτα, μία καταπληκτική εθελοντική επιστράτευσις. Γυναίκες της Ηπείρου, γέροι, παιδία, ανέλαβαν ν’ αντικαταστήσουν τας εφοδιοπομπάς των οποίων εστερείτο το στράτευμα. Αυτές και αυτοί έδεσαν τα κανόνια με τα σχοινιά, επήραν εις τα χέρια τους τας οβίδας, ανέβασαν εις τας κορυφάς τα κανόνια με τα φυσίγγια, έφεραν όπλα, κουβέρτες, ψωμί, πυρομαχικά. Εις ολίγας ώρας ό,τι δεν θα είχε κατορθώση μία καλώς οργανωμένη υπηρεσία μετόπισθεν, κατώρθωσεν ο πατριωτισμός των Ηπειρωτών…».

Παράλληλα αξίζει να σημειώσουμε και τα λόγια του Διοικητή της VIII Μεραρχίας, Χαράλαμπου Κατσιμήτρου:

«Υπήρξα αυτόπτης μάρτυς πολλάκις του συγκινητικού θεάματος βλέπων τους πτωχούς κατοίκους των χωρίων εκείνων, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντες, οι οποίοι εγκαταλείποντες τας οικιακάς και αγροτικάς αυτών εργασίας, έσπευδον προθύμως με τα σκαπανικά αυτών εργαλεία εις τους ώμους ίνα εργασθώσι εις τα έργα της Μεραρχίας…

Και όταν τους ηρώτων διά τον σκοπόν της εργασίας των, απήντων… ότι “σκάβουν Προχώματα διά τα παιδιά τους, τους Στρατιώτας…”».

 

Και βέβαια ο πόλεμος δεν διεξαγόταν μέσα στις σφοδρές μάχες του μόνον στο μέτωπο, αλλά και στα ενδότερα. Στα μετόπισθεν, τα Γιάννενα, υπέστησαν σκληρούς βομβαρδισμούς. Στις πρώτες τέσσερις μέρες, από την 28η Οκτωβρίου, οι ιταλικές δυνάμεις δεν βομβάρδισαν την πόλη, γιατί πίστεψαν ότι θα είχαν τόσο σύντομα προελάσει μέχρι την Αιτωλοακαρνανία. Μετά όμως από την αντίθετη εξέλιξη, βομβαρδίστηκαν ανηλεώς τα Γιάννενα, όπως το Στρατιωτικό Νοσοκομείο το εντός του Κάστρου, όπως και οι παραπλήσιες στρατιωτικές αποθήκες, η παλαιά Ζωσιμαία Σχολή, καθώς και δρόμοι των Ιωαννίνων.

Γράφει ο Κώστας Παππάς, εθελοντής του πολέμου στο 1ο Τάγμα Πολυβόλων:

«Είδα το χάρο με τα ίδια μου τα μάτια στις 18 του Νοέμβρη το πρωί 8 χλμ. έξω από τα Γιάννενα, όταν δέχτηκα κατακέφαλα μαζί με τους 30 στρατιώτες του Μηχανικού τις χοντρές σφαίρες των εχθρικών αεροπλάνων. Είδα να καίγονται οι στρατιωτικές αποθήκες στο Κάστρο στα Γιάννενα και πόνεσα πολύ, όταν αντίκρυσα τα ερείπια της βομβαρδισμένης Ζωσιμαίας Σχολής, που έμαθα γράμματα».

…Είχαν βομβαρδίσει το Σχολείο του…

 

Σας ευχαριστώ.