28 Οκτωβρίου

Να τα ξαναπώ λοιπόν

 "Τα Παιδιά της Μνημοσύνης"

Χριστόφορος Μηλιώνης 24-10-2010             

Να τα ξαναπώ λοιπόν άλλη μια φορά:


 

Εμένα τέτοιες μέρες αλαφιάζεται η μνήμη μου. Μην ανησυχείτε και δεν πρόκειται να σας μιλήσω για ηρωισμούς και τα παρόμοια, για όλα εκείνα που συμπυκνώθηκαν στη φράση «Έπος της Αλβανίας» και τα συμπράγκαλά του: δοξολογίες και λογύδρια, παρελάσεις και τραγούδια της Βέμπο, που τ΄ ακούνε οι νέοι στην «ΤV» ή στο ραδιόφωνο και σπεύδουν να πατήσουν το κουμπί. Κι εξάλλου τα «παιδιά της Ελλάδας» - εκείνα με τις μακριές χλαίνες, τις λασπωμένες, και τις γκέτες που σβαρνίζονταν- τέλειωσαν ένας ένας,. Μάλλον με χαμηλωμένα μάτια. Κι ούτε θα σας μιλήσω για τον Μπενίτο Μουσολίνι, που έβγαινε στον εξώστη του Παλάτσιο Βενέτσια και σηκώνοντας το τερατώδες πηγούνι απειλούσε: «Θα τσακίσω τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας!» .Τώρα το Παλάτσιο Βενέτσια το λένε RAI- UNO, RAI- DUE, TRAI- TRE.... Κι ούτε για κείνο το ανεκδιήγητο έκτυπό του θα σας μιλήσω, που είπε ή δεν είπε το Όχι.  

Εμένα τέτοιες μέρες ο νους μου φεύγει εκεί ψηλά στα δάση με τις βελανιδιές και τις καστανιές, με τις γραβιές και τα ντούσκα, που αυτή την εποχή αλλάζουν χρώματα. Εκεί στον Καλαμά, στον Αώο και στα Ριζά της Νεμέρτσικας, στον Κασιδιάρη, στη Μουργκάνα, στην Κακαβιά, στην Πωγωνιανή και στη Βήσσανη. Στο Καλπάκι με το Ηρώο –ο θεός να το κάνει- και τις πανάθλιες προτομές που στήθηκαν στη θέση του τσιμεντένιου αετού με την επιγραφή

Ως εδώ έφτασαν οι γενναίες λεγεώνες του Μουσολίνι.

Ως εδώ και πολύ ήταν. Ούτε βήμα παραπέρα. Βγήκαν από τα σπίτια τους οι Δολιανίτες, αντίκρυ κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πίσω από τους οβορούς. Ήταν σαν ένα θέατρο. Κι ύστερα άρχισαν να χειροκροτούν, να φωνάζουν και να χτυπούν τις καμπάνες.

Εδώ λοιπόν άρχισε το μεγάλο δράμα, το δεκαετές, το τριακονταετές, το πεντηκονταετές και βλέπουμε.

Ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου, ημέρα Δευτέρα, απόβροχο. Τα χαράματα, κατά τις πέντε σείστηκε ο τόπος από την πρώτη έκρηξη, την ανατίναξη της γέφυρας της Κακαβιάς. Αρχίσανε τα πολυβόλα. Κοπάδια οι χωριάτες έφταναν από τα σύνορα και τραβούσαν κατά τα Γιάννενα. Κι άλλοι τρέχανε να σωθούν στις σπηλιές και στα κατώγια. Μέσα σ΄ εκείνη την αντάρα, στις εκρήξεις των όλμων και στους κροταλισμούς των πολυβόλων, μια γυναίκα αντίκρυ, σε μια ράχη, πηγαινοέρχονταν στην κορυφή και φώναζε μονότονα, με μια θλιβερή φωνή, μακρόσυρτη:

«Λάε  Γιώγεεεε!... Λάε  Γιώγεεε!...»

Ήταν μια βλάχα που μέσα στην παραζάλη είχε χάσει το γιο της. Αυτή η σκοτεινή φιγούρα είναι που πηγαινοέρχεται πιο πολύ αυτές τις μέρες στον ορίζοντα της μνήμης μου.

Μερικοί μου λένε: Πόσο ήσουν εσύ τότε; Τι μπορεί να θυμάται ένα παιδί;

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό. Επειδή μονάχα τα παιδιά θυμούνται και πεντέξι ακόμα που έταξαν σκοπό της ζωής τους να μένουν διαρκώς παιδιά για να θυμούνται. Ένας λαός που θα ‘λεγες πως εχθρεύεται τη μνήμη. Και μονάχα όταν αρχίζουν και συσσωρεύονται τα νέφη, τα «εξ εσπερίας» ή εξ ανατολών, μονάχα τότε αφυπνίζεται για λίγο και γυρνάει έπειτα στο άλλο πλευρό...

   Δείτε και το αντίστοιχο βίντεο απαγγελία