ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΤΣΟΣ
καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ»
ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ


     Πως θεματοποιήθηκε το φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με ποιά ιδεολογικά συμφραζόμενα και με ποιά μέθοδο έρευνας; Κυρίως η πρώτη γενιά των Διαφωτιστών, στην οποία, σε γενικές γραμμές, υπόκειται και ο ίδιος ο Μεθόδιος Ανθρακίτης. Τα ερεθίσματα, λοιπόν, αυτής της εισήγησης είναι περισσότερα από ένα. Το παλαιότερο. Υπάρχει κάποιο καυστικό κείμενο και για τα όσα λέει και για τα όσα υπαινίσσεται, δημοσιευμένο τον Ιούλιο του 1981 στο περιοδικό Σημειώσεις από τον ψυχίατρο Μάριο Μαρκίδη: «Το εγκώμιο και ανάθεμα Μελετίου Ανθρακίτη». Πριν από τρία χρόνια εγκρίθηκε μία διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με θέμα, όπως εμφανίζεται στον υπότιτλο, τις «εκδοχές της νεωτερικότητας στην κοινωνία του Γένους». Ένα τρίτο ερέθισμα προσφέρει το πρόσφατο αφιέρωμα του περιοδικού Ίστωρ (Μάρτιος του 2001), πληθωρικό τόσο σε λιβανίσματα όσο και σε αποσιωπήσεις.


Παναγιώτης Νούτσος

     Η αξιοσημείωτη ώθηση των νεοελληνικών σπουδών, αρχικά στη μεταπολεμική και με έντονους ρυθμούς στη μεταπολεμική περίοδο, έκανε γνωστή την ιστορία των γραμμάτων μέσα από ένα διπλό πρίσμα: με την ανίχνευση της αφετηρίας τους, σε συνδυασμό με τη γένεση του έθνους, και με την κατανόηση της συμβολής τους στη σύσταση του εθνικού κράτους. Με άξονα τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι, η οποία σε όλες τις εκδοχές της δεν αποκρύπτει την ευρωκεντρική της καταγωγή, το ενδιαφέρον είχε στραφεί προς την εποχή της «κορύφωσης» των ιδεών που εσωτερικά σήμαινε την ολοκλήρωση της ιδεολογικής προετοιμασίας του Εικοσιένα και εξωτερικά – με κάποια απλώς καθυστέρηση – τη συμπόρευση με τη δυτικοευρωπαϊκή κίνηση των Φώτων. Σ' αυτήν την υπογράμμιση της περίοπτης θέσης του «νεοελληνικού διαφωτισμού», για να χρησιμοποιήσουμε τον περιγραφικό αυτόν όρο, την πρωτοκαθεδρία είχε η αναζήτηση των αγωγών πρόσληψης και του τρόπου επεξεργασίας των ιδεών του γαλλικού διαφωτισμού, η, έστω, των σημαντικότερων προδρόμων του, όπως λόγου χάρη είχε συμβεί με την εξακρίβωση της τύχης (πριν από λίγο κηδεύθηκε ο συνάδελφος Άλκης Αγγέλου, παλαιός φίλος του Τομέα Φιλοσοφίας) του Locke στην ελληνική διανόηση. Οι ερμηνευτικές παρενέργειες, στις οποίες ωθούν αυτές οι «σιωπές» η οι προτεραιότητες, μπορεί βέβαια να χρεώνονται στην επιστημολογική και ιδεολογική διαμόρφωση των εισηγητών τους η – πολύ περισσότερο – των σχολιαστών που τους διαδέχονται, οδήγησαν όμως στην ελλιπή έρευνα των πηγών, στη μεροληπτική ανασυγκρότηση των θεωρητικών ροπών και στην ανακριβή απογραφή του ειδικού τους βάρους. Καθιέρωσαν, τέλος, ένα μάλλον ανελαστικό σχήμα στην περιοδολόγηση του «νεοελληνικού διαφωτισμού» που αφήνει έξω από το πεδίο εφαρμογής του πλείστες περιπτώσεις, μολονότι η προσεχτική τους στάθμιση θα μπορούσε να τροποποιήσει ορισμένες εκτιμήσεις μας – που επιβάλλονται με την ισχύ του «κοινού τόπου» – γι' αυτή την περίοδο.

     Η απαιτούμενη κάθε φορά επιστροφή στα ίδια κείμενα και τη συγκεκριμένη ιστορική τους λειτουργία, χωρίς αποκλεισμούς η αβασάνιστες ομαδοποιήσεις, συνεργεί στην ανάδυση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας που απέκτησε στη μακραίωνη διαδρομή της η νεοελληνική φιλοσοφική σκέψη. Μ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποσαφηνιστούν οι σχέσεις της με τη συνολική ιστορία των ιδεών και τις επιμέρους πτυχώσεις της (π.χ. την ιστορία των θρησκευτικών, επιστημονικών, πολιτικών κ.λ.π. ιδεών), όταν μάλιστα εκπρόσωποι αυτής της διαδρομής συχνά καθιστούσαν ανενεργά σχήματα τέτοιες τυπικές διαιρέσεις. Εκτός από τον στενό ορισμό, για τον οποίο ανατρέχουν σε συναφείς προτάσεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας η των υπομνηματιστών της, το φιλοσοφείν αντιμετωπίζεται ως η «πιο πλατύτερη μάθηση του ανθρώπου» (Καταρτζής) και ως «αληθής εγκυκλοπαίδεια» (Χριστόδουλος), εφόσον εκτείνεται «εις όλην την περιοχήν της ανθρωπίνης παιδεύσεως» και σε όλα τα «χρήσιμα» της ανθρώπινης ζωής (Κοραής). Η διερεύνηση του αντικειμένου της φιλοσοφίας, που συνεπάγεται τον ανακαθορισμό των σχέσεων με άλλες μορφές του θεωρητικού βίου, δεν υπονοεί την υπαγωγή της ιστορίας των φιλοσοφικών ιδεών στη γραμματολογία που θα απαιτούσε να επιβληθεί ως συνολική ιστορία των ιδεών. Βέβαια, ακόμη και προς αυτήν την κατεύθυνση, τα αποτελέσματα υπήρξαν καταρχήν θετικά, μια και αποδεσμεύθηκε το φιλοσοφείν από την ιστορία των θρησκευτικών ιδεών που ευδοκιμούσε παλαιότερα χωρίς να εκλείψει από την εποχή μας. Το ίδιο θα μπορούσε να παρατηρηθεί και για την ιστορία των πολιτικών ιδεών, που γνωρίζει νέα έξαρση τελευταία υποδεικνύοντας τα κενά της γραμματολογικής προσέγγισης και συνάμα αφυδατώνοντας το φιλοσοφικό ιστό των αναλύσεων που πραγματεύεται. Δεν αποκλείεται να παρεμβαίνει κι εδώ η θεσμική κατανομή (π.χ. κατά πανεπιστημιακές Σχολές: Θεολογική, Νομική, Φιλοσοφική κ.λ.π.) του επιστητού που καθιστά εφικτή την εξίσωση του αντικειμένου κυριότητας με το αντικείμενο της γνώσης.

     Η ιστορία των ιδεών, στο βαθμό που ως όρος είναι αναγκαίος πλεονασμός και ως εγχείρημα ερευνητικό ανήκει στην επιστήμη της ιστορίας, δε νομιμοποιεί μόνο τις συσχετίσεις η τις προσμίξεις των επιμέρους πτυχώσεών της, αλλά και την αυθυπαρξία της καθεμιάς στην ιστορική της τροχιά. Τούτο για τη φιλοσοφική σκέψη σημαίνει ότι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ιστορική κατανόηση – δηλαδή για την ένταξη σε μια ολότητα όμοιων, παράλληλων η διαφορετικών φιλοσοφικών φαινομένων μιας ορισμένης κοινωνίας – της αυτοδυναμίας που η ίδια απέκτησε, χωρίς να ολισθαίνουμε έτσι στις παγίδες που επιφυλάσσει το δίδυμο σύμπλεγμα της επαρχιωτικής υποτίμησης και της νεοπλουτικής υπερτίμησης. Ειδικότερα, μ' αυτήν την οπτική, καταδεικνύονται οι ιστορικές ιδιαιτερότητες της παραγωγής του φιλοσοφικού λόγου και της αναπαραγωγής των διακόνων του, όταν για μια μακρά περίοδο αναπτύσσονται ανθηροί ελληνικοί πολιτιστικοί θύλακες μέσα και έξω από την οθωμανική αυτοκρατορία και η αναφορά στην παράδοση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας χρησιμοποιούνταν για τη συγκρότηση της εθνικής τους ταυτότητας. Μολονότι η διεργασία αυτή αφορούσε μάλλον περιορισμένο αριθμό διανοουμένων, οι ίδιοι ωστόσο ήταν που στην άσκηση του φιλοσοφείν δεν ήθελαν να αγνοείται η προσφορά των προγόνων τους. Με περισσή υπερηφάνεια οι λόγιοι, ιδίως, της διασποράς θυμίζουν στους συμπατριώτες τους «πόσον τιμώνται των προγόνων ημών τα συγγράμματα από τα φωτισμένα της Ευρώπης έθνη». Στο έργο, επομένως του Κοραή, στον οποίο ανήκει αυτή η διαπίστωση, έχει βαθύτερη ρίζα η απόπειρα να σταθούν ισότιμα οι «αρχαίοι» δίπλα στους «νεωτέρους», γεγονός που δεν μπορεί να επισκιάσει ούτε η «μετακένωσις» ούτε ο διαρκής θαυμασμός του προς τα επιτεύγματα της «φωτισμένης» Δύσης.

     Ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» αναπτύχθηκε σε επιμέρους «τοπικότητες», μέσα και έξω από την οθωμανική αυτοκρατορία. Ως «τοπικότητα» θα μπορούσε, αρχικά, να ορισθεί η πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα μικρής γεωπολιτικής κλίμακας. Σ' αυτό το ερμηνευτικό εγχείρημα η «ολότητα» προβάλλει την ιδιαιτερότητά της σε σχέση με το «κέντρο» και συγκροτεί την ιδιοσυστασία της μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα συντελεστών η παραγόντων, οι σχέσεις των οποίων υπερβαίνουν τους επιμέρους εκθέτες τους. Δεν πρόκειται βέβαια για την απομόνωση του «τοπικού», με ένα πνεύμα ρητής η όχι «επαρχιωτικής» διάθεσης, αλλά για την επακρίβωση τόσο του «στενού» όσο και του «ευρέως» ορίζοντα ανάδυσής του. Λειτουργούν επομένως «ενδογενείς» και «εξωγενείς» όροι για τη συγκρότησή του και, πολύ περισσότερο, καθίσταται πρόδηλη η ιστορικότητα των εκφάνσεών του. Αν η έσχατη μονάδα ανάλυσης της «τοπικότητας» είναι οι «ανάγκες» (με την αυτονόητη ιεράρχησή τους) και οι τρόποι ικανοποίησής τους, το ερμηνευτικό πλαίσιο για την αποτύπωση και την κατανόησή τους μετατίθεται από την Πολιτική Οικονομία (που προφανώς δεν αγνοείται) στο πεδίο της «Ηθικής Οικονομίας» (κατά τον όρο του E. Thompson), όπου το περιεχόμενο των κανόνων και των αμοιβαίων υποχρεώσεων καθορίζεται εθιμικά. Επιπλέον, υπονοείται η «μικροφυσική» της εξουσίας, δηλαδή ο τρόπος που η καθημερινότητα των υποκειμένων ρυθμίζεται ως συγκεκριμένη επικοινωνιακή δράση με βάση τις τοπικές συνθήκες της κοινωνικής τους ενσωμάτωσης.

     Η «εμπειρική» ιστορική Γεωγραφία της Ηπείρου, κατά τους τελευταίους αιώνες, έδωσε χρήσιμες μαρτυρίες καθώς επίσης η ανθρωπολογική έρευνα, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, που είχε ως επίκεντρο την αγροτική κοινότητα (τα στοιχεία άρθρωσης και τη συμβολική της υπόσταση). Ο τοπικός ορίζοντας της Ηπείρου παραπέμπει ήδη σε μιαν αξιοσημείωτη ιστοριογραφική συγκομιδή που έχει προσπελάσει επαρκώς τις επιμέρους ενότητές του στην ιστορική τους διαδρομή. Αυτή η διπλή κίνηση: από το όλο στο μέρος και από το μέρος στο όλο χαρακτηρίζει τις «ηπειρωτικές σπουδές» που ως τώρα βέβαια είχαν επικεντρώσει το ερευνητικό τους ενδιαφέρον σε ορισμένα θέματα που φαίνονταν να υπερβαίνουν το τοπικό πλαίσιο της γένεσής τους (Δεσποτάτο της Ηπείρου, η πνευματική ζωή στα Γιάννινα κατά τον 18ο αιώνα, Αλή-Πασάς κλπ.). Η «Ηπειρωτολογία», ερασιτεχνική περισσότερο και δεμένη με την πραγματολογική (realia) καταγραφή γεγονότων της πολιτικής και της πνευματικής ιστορίας του τόπου, σπάνια διαχύθηκε στη σφαίρα μιας “histoire totale”, η οποία θα ευνοούσε τη συναφή θεματολογική και μεθοδολογική ανανέωση. Πάντως ο ερασιτεχνισμός του «λαογραφισμού» και της «συμβαντολογικής» (“evenementielle”) εξιστόρησης έγινε αναστρέψιμο μέγεθος, χωρίς ωστόσο να εξουδετερωθεί πλήρως, με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τη βαθμιαία εκδίπλωση των ερευνητικών του δυνατοτήτων.

     Η Ήπειρος, ως σταυροδρόμι λαών, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνέθεσε δεδομένα από το ύστερο Βυζάντιο, από τις σχέσεις της με τη Δύση (σε μικρή απόσταση από την Ιταλία και γειτνιάζοντας με τα βενετοκρατούμενα Επτάνησα), από την αλληλοδιείσδυση με την Αλβανία και τις επαφές της με την ευρύτερη Βαλκανική (οι Ηπειρώτες σταδιοδρομούσαν σε κέντρα της κεντρικής και ιδίως της νοτιοανατολικής Ευρώπης). Ο βαθμός όμως της «περιφερειακότητας» της Ηπείρου, στους κόλπους της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συναρτήθηκε με τον τρόπο ανάδειξης μιας ακμαίας εμπορικής αστικής τάξης σε ελληνικούς θύλακες, όπως για παράδειγμα, ήταν τα Ιωάννινα, η «μητρόπολις πάσης μαθήσεως». Η πρωτεύουσα του πασαλικίου στο τέλος του 18ου αιώνα είχε 3.000 νοικοκυριά, από τα οποία τα 1700 «ρωμαίϊκα» και τα 300 «εβραίϊκα» και συνάμα σχολεία στα οποία «σπουδάζουν υπέρ τους 400 μαθητάς την ελληνικήν και λατινικήν γλώσσαν, την Ποιητικήν, την Ρητορικήν, την Γεωγραφίαν, την Μαθηματικήν, την Φιλοσοφίαν και Θεολογίαν» (Αθ. Ψαλίδας – Κοσμάς Θεσπρωτός, Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, επιμ. Αθ. Χ. Παπαχαρίση, Ιωάννινα 1964, 53). Εκτός από τη γιαννιώτικη κοινωνία, που ανασυντάσσεται με βάση την εμπορική και τη βιοτεχνική δραστηριότητα των αυτοδημιούργητων μελών της, αναπτύσσονται ευκρινώς επιμέρους ημιαστικά κέντρα, συμπαγείς αγροτοποιμενικές κοινότητες, συναφείς εστίες μεταναστευτικής ροής και παραθαλάσσια οικιστική ζώνη. Δηλαδή προέκυψε ένα ευρύ σύνολο φυγόκεντρων τάσεων που διατηρήθηκε, grosso modo, τόσο κατά τον 19ο αιώνα όσο και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου και την ένταξή της στους κόλπους του εθνικού κράτους.

     Σ' αυτήν τη γιαννιώτικη κοινωνία επιστρέφει ο Ψαλίδας το 1795 με την πρόθεση του διανοουμένου να αντισταθεί στην αυθεντία του «αυτός έφα», όπως σημείωσε στα Καλοκινήματα (1795: 21, 24, 25), να συλλογισθεί την ευτυχία του «κοινού», να επιτιμήσει τα «διδασκαλάκια» που καταφρονούν την απλή διάλεκτον», να ενθαρρύνει τη δημιουργική επαφή με τα «πεπολισμένα γένη» της Ευρώπης, να καταδείξει την αυτονομία του φιλοσοφικού λόγου και να καθιερώσει τη διδασκαλία των μαθηματικών και της φυσικής. Ως προς το τελευταίο σημείο, δηλαδή ως προς τα πειράματα για την επαλήθευση των πορισμάτων της φυσικής, είχε την προστασία του ίδιου του Αλή (Σ. Δ. Κρίνος, «Αθ. Ψαλίδας», Εστία, 1879, 148) που χρησιμοποίησε τον Ψαλίδα για την ευόδωση του χωριστικού του κινήματος, από το οποίο επωφελήθηκαν οι Έλληνες «μέσα από τον εταιρισμό και τη δική τους εθνική επανάσταση» (Β. Παναγιωτόπουλος, «Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη νεότερη Ελλάδα», Τα Ιστορικά, 10, Ιούν. 1989, 8). Τα διδακτικά καθήκοντα του Ψαλίδα, στη Μαρουτσαία και ιδίως στην Καπλάνειο Σχολή και η δημόσια παρουσία του – ως επικεφαλής επιτροπών «αιρετοκριτών» η ως μέλος διπλωματικών αποστολών – δεν άφησαν μεγάλα περιθώρια για την αναδιατύπωση η, πολύ περισσότερο, για την τελική επεξεργασία προσωπικών φιλοσοφικών συνθέσεων. Αρκετά νωρίς παράτησε την προσπάθεια να εκδώσει τα χειρόγραφα έργα του και αρκέστηκε στη σχολική τους αξιοποίηση, στο δεύτερο κύκλο των μαθημάτων του στην Καπλάνειο. Η νεανική δήλωση του Ψαλίδα (1795: 18) ότι δεν «κατασταίνουν αριπρεπέας τους άνδρας τα οικίδια και αι γωνίαι, αλλ' αι αγοραί, αλλά τα δημόσια, αλλά το κοινόν» θα πρέπει να συσχετισθεί όχι μόνο με το εκπαιδευτικό και το κοινοτικό έργο, στο πλαίσιο του αυτοδιοικούμενου θεσμού της «αιρετοκρισίας», αλλά και με τη συμβολή του στην απελευθέρωση του γένους, όπως την ανέδειξε με την προδρομική μονογραφία του για τον «αρχιδιδάσκαλο» των Ιωαννίνων ο Λέανδρος Βρανούσης, που κι αυτός – εδώ και χρόνια – δεν είναι κοντά μας.