ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΝΟΥΤΣΟΣ

Καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 

ΝΕΑ  ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ

Η   ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ   ΚΑΙ   ΠΟΛΙΤΙΚΗ   ΔΙΑΣΤΑΣΗ   ΤΗΣ   ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ

ΤΩΝ   ΜΕΛΩΝ   ΤΗΣ

 

      Ποιοί είναι οι καταγραφείς της "φαντασιακής κοινότητας" που διαμορφώνουν τη λόγια και νομιμοποιούν την "εθνική" παράδοση; Στην καμπή του 18ου αιώνα όσοι μετέχουν της ριζοσπαστικής γαλλικής παιδείας (αυτοκαθοριζόμενοι με τα συνώνυμα πια: "homme de lettre", "philosophe", "patriote" και "citoyen"· Gusdorf 1971: 494) διευρύνουν τα όρια της ανεξαρτησίας τους, αφού στοιχειοθετείται ένα ολοένα πλατύτερο κοινό για να διαθέσουν αρκετά ανεμπόδιστα την πνευματική τους δημιουργία ή να προσφέρουν συναφείς "υπηρεσίες" στην ανασυντασσόμενη αστική κοινωνία της εποχής τους. Το επίκεντρο σ’ αυτή τη διεργασία είναι οι πολιτικοί θεσμοί και το έμβλημά της η ταύτιση της "τρίτης τάξης" με το "έθνος" και με το σύνολο των επιτευγμάτων του "πολιτισμού" του ("civilisation", κατά το νεολογισμό της ίδιας περιόδου- Gusdorf 1971: 333-348).

      Οι "διανοούμενοι" (σύμφωνα με τον μεταγενέστερο όρο "intellectuels" που διασώζει μέσα στις κοινωνικές συνθήκες του ύστερου 19ου αιώνα τη βεβαιότητα του Διαφωτισμού για την παντοδυναμία του Λόγουֹ Noutsos 1989: 83-84) πλαισίωναν σχεδόν στο σύνολο τους τις διεκδικήσεις της "τρίτης τάξης" και την αντιπροσώπευαν - με επιμέρους εσωτερικές διαφοροποιήσεις - στην επανάσταση του 1789 που φαινόταν να επιβεβαιώνει την άποψη του Rousseau ότι το κράτος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά "έργο τέχνης". Ήδη από τους πρωταγωνιστές της, όπως ο δημοσιολόγος C. Desmoulins, ο συγκλονισμός αυτός αποδόθηκε στη "φιλοσοφία, στην ελευθερία και τον πατριωτισμό" (Roche 1969: 17), ενώ για τον Κοραή υπήρξε η πρώτη φορά που "έδειξεν όλην αυτής την δύναμιν η φιλοσοφία" (1805: 19). Ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτών των διατυπώσεων και από την εγγύτητα με τη "δημοκρατία των γραμμάτων" (η "φιλοσοφία" πάντως εκφράζει τη δύναμη και την αιχμή της πνευματικής παραγωγής που αναγορεύεται σε αίτιο της ιστορικής μεταβολής), επιβάλλεται να υπογραμμισθεί η υποδήλωση για τη συμβολή των "διανοουμένων" στην ανάδυση μιας νέας εποχής που θα ερμηνεύεται με γνώμονα την "πολιτική λογική" ("politischer Verstand"): "το κράτος οικοδομεί την αστική κοινωνία και όχι το αντίστροφο" (Marx 1844: 402).

     Η "φαντασιακή κοινότητα" των Ελλήνων λογίων της προεπαναστατικής περιόδου, που έχουν επίγνωση ότι ανήκουν στους "νθρώπους το πολιτικο κόμματος" (Μοισιόδαξ 1780: 81/82), προβάλλεται τόσο ως εγχείρημα αυτοκαθορισμού όσο ιδίως και ετεροκαθορισμού. Και στην περίπτωση τους οι "μορφές ζωής" εσωτερικεύονται ως γνώμονας αυτοαναγνώρισης των υποκειμένων με την οικείωση γνώσεων, συμβόλων, μηνυμάτων, ταξινομιών και σχέσεων που έχουν ως όριο αναφοράς την "ετερότητα".

     Σε κάθε περίπτωση η διεργασία εκδίπλωσης του αυτοκαθορισμού, σύμφωνα με την υπογράμμιση του Καταρτζή, κινείται στο πεδίο διαμόρφωσης συμβολικών διαφορών μιας ξεχωριστής "πολιτικής κοινωνίας" μέσω της "λικς γωγής το θνους" και ιδιαίτερα μέσω της "κουλτούρας της γλώσσας". Κατά τη διατύπωση του: "ντας λοιπόν κ' μες πωσον να θνος, κ' χωντας πατρίδα φίλον δαφον, πρέπει νά 'χουμε οκείαις δέαις πού μς τεριάζουν, ποίαις κ' εν' λλαις κ' λλοιώτικαις πό τς τούρκικαις, ταλικας φραντζέζικαις, καί γιά τοτο χαρακτηριζωντας τό θνος μας πρέπει νά σπουδάζ' νας Ρωμός χριστιανός νά τς ποχτ". Ο Ρωμιός σφυρηλατεί τη βεβαιότητα ότι κατάγεται από τους "θαυμάσιους "Ελληνες" (από τον "Περικλέα, Θεμιστοκλέα καί άλλους παρόμοιους "Ελληνες, ή απτούς συγγενείς τοΰ Θεοδόσιου, τοϋ Βελισάριου") και συνάμα το αίσθημα της αυθυπαρξίας του: "δέν χει τίποτε κοινό μαζί τους" και συνεπώς ότι τα "λληνικά καί τά ρωμαίικα εναι δύο γλώσσαις καί χι μία" (1783: 6, 21, 23· c 1783: 43/44, 46, 45· 1787: 106· 1788: 217). Η αποτύπωση βέβαια της εθνικής ταυτότητας δεν παρωθεί μόνον σ’ αυτήν τη διαφορετικότητα ως προς τους "προγόνους", αλλά και προς την ανάδειξη της ισότιμης συμπαρουσίας των λαών της Ευρώπης, χωρίς την εγκαθίδρυση σινικών τειχών ανάμεσά τους λόγω της αυθύπαρκτης κρατικής τους οντότητας.

     Σε τί συνίσταται, περισσότερο από δυο δεκαετίες νωρίτερα, η συμβολή του "γραμματικού" ή "γραφέα" Ρήγα στην αποτύπωση της "φαντασιακής κοινότητας" των Ελλήνων; Βρίσκεται πράγματι στην απαρχή αυτής της παράδοσης, τουλάχιστον στην τροχιά που καθόρισε ο Καταρτζής; Επιπλέον, υπήρξε ο "πρόδρομος μις ταχέας λευθερώσεως τς κοινς Πατρίδος μας λλάδος", κατά την αφιέρωση της Ελληνικής Νομαρχίας, ή ο "principal moteur de la premiere insurrection" που προετοίμασε την "επανάσταση και τον πόλεμο της ανεξαρτησίας των Ελλήνων" (Nicolo-poulo 1824: 275); Η απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα επιβάλλεται να λάβει κυρίως υπόψη τα κείμενα της ύστερης περιόδου του Βελεστινλή που συναποτέλεσαν, τον Οκτώβριο του 1797, τη Νέαν Πολιτικήν Διοίκησιν, χωρίς βέβαια να αγνοηθούν οι προγενέστεροι σταθμοί της συγγραφικής του παραγωγής (πρωτότυπης ή μεταφραστικής) που νοούνται προφανώς με τον ιδιαίτερο εκθέτη ο καθένας ξεχωριστά και όχι με τον ενιαίο πέπλο μιας πιθανολογούμενης τελεολογίας που θα αποσκοπούσε στη μαρτυρική θυσία.

     Την άνοιξη του 1796 ο Ναπολέων εισβάλλει στην Ιταλία και τον Ιούνιο του επομένου έτους εμφανίζονται στην Κέρκυρα τα στρατεύματα της "Ρεπούβλικας των Φραντζέζων" που αναγγέλλεται στην τοπική κοινωνία ως η "φυσική σύμμαχος καί βοηθός λωνν τν λευθέρων λαν" (από την προκήρυξη του στρατηγού Gentily Βρανούσης 1954: 76). Ο Ρήγας ήδη από τον Αύγουστο του 1796 έφτασε (για δεύτερη φορά τώρα) στη Βιέννη, όπου την έκδοση των λογοτεχνικών του έργων θα διαδεχθεί η εκτύπωση της μετάφρασης του Νέου ναχάρσιδος και των χαρτών (μαζί με τη Χάρτα της Ελλάδος, ν περιέχονται ο νσοι ατς καί μέρος τν ες τήν Ερώπην καί μικράν Άσίαν πολυαρίθμων ποικιν ατς, τυπώνεται η "Εικών" του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ενώ τον Οκτώβριο του 1797 είναι έτοιμο το πυκνοτυπωμένο τετρασέλιδο ή απλώς μονόφυλλο με το σύνολο των κειμένων της Νέας Πολιτικής Διοικήσεως. Νωρίτερα, τον Ιούλιο του ιδίου έτους, προσπαθεί να έλθει σε επαφή με τον Βοναπάρτη και τον Δεκέμβριο κατέρχεται στην Τεργέστη, όπου συσπειρώνεται ο κύκλος των συντρόφων του με προβλέψιμη και προφανώς ευκταία τη γαλλική επέμβαση στη βαλκανική περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

     Η Νέα Πολιτική Διοίκησις, ως προς τη σύνθεση και την προσδοκώμενη πρακτική της λειτουργία, σφραγίζεται καθοριστικά από τη διαφαινόμενη επαναστατική συγκυρία της περιόδου και την ταχύτητα προσαρμογής σ’ αυτήν, όπως άλλωστε την αντιλαμβάνεται και ο συμμάρτυρας του Ρήγα Αντ. Κορωνιός που συμβάλλει στη μετάφραση μεγάλου μέρους της "Declaration" και του σύστοιχου γαλλικού συντάγματος του 1793 (Λεγράνδ-Λάμπρου 1891: 69, 97). Το διακηρυκτικό αυτό έντυπο (Εισαγωγή, "Τά δίκαια το νθρώπου", το σύνταγμα της "λληνικς Δημοκρατίας", "Θούριος"), που μόνον μέσω χειρογράφων ή μεταφράσεων διασώθηκε, ακολουθεί ως προς το κύριο τμήμα του σχεδόν αυτολεξεί το γαλλικό πρότυπο, παρά την πρόθεση του Ρήγα να "παραλάβ ξ ατο" μόνον τον "τύπον" και επομένως να "συντάξ λλο κατά τό λληνικόν πνεμα" (Λεγράνδ-Λάμπρου 1891: 68).

     Ο κομβικός όρος του κειμένου "λαός" αποδίδει στη γλώσσα της συνταγματικής κανονιστικότητας ό,τι θα συνιστούσε το υπόβαθρο της "νέας", στη θέση της υπάρχουσας, "πολιτικής διοικήσεως". Ακριβέστερα, ο "δυστυχής λαός" αντιπαρατίθεται προς την "κακήν καί χρειεστάτην διοίκησιν" που επέβαλε η "πάνθρωπος τυραννία". Σχεδιάζοντας τα "θεμέλια τς λευθερίας, τς σιγουρότητος καί τς ετυχίας" των υποδούλων ο Ρήγας αναγνωρίζει στο νόμο την πηγή διασφάλισης των "δικαίων το λαο", με την οικεία υπόμνηση ότι ο "ατοκράτωρ λαός" ("peuple souveraine") είναι "λοι ο κάτοικοι το βασιλείου τούτου χωρίς ξαίρεσιν θρησκείας διαλέκτου". Συνακόλουθα, η "θνική παράστησις" (Representation nationale") αντιπροσωπεύει το "πλθος το λαο" και δεν περιορίζεται στους στυλοβάτες του παλαιού καθεστώτος, τους "πλουσίους" ή τους "προεστούς (Τουρκ. κοτζιαμπασίδες)".

     Η ιθαγένεια των πολιτών της "νέας πολιτικς διοικήσεως" δεν εδράζεται στην κοινή θρησκεία και γλώσσα που μέσω του "γένους" συμπυκνώνουν την αίσθηση της κοινής εθνικής καταγωγής: θα συνυπάρξουν Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και "κάθε λλο εδος γενες". Επομένως ως πολίτες του νέου καθεστώτος πολιτογραφούνται από τη μια πλευρά ο "λαός πόγονος τν λλήνων, πο κατοικε τήν 'Ρούμελην, τήν μικράν σίαν, τάς Μεσογείους νήσους, τήν Βλαχομπογδανίαν" και από την άλλη "λοι σοι στενάζουν πό τήν δυσφορωτάτην τυραννίαν το θωμανικο βδελυρωτάτου δεσποτισμο, βιάσθησαν νά φύγουν ες ξένα βασίλεια διά νά γλυτώσουν πό τόν δυσβάστακτον καί βαρύν ατο ζυγόν". Τούτο σημαίνει ότι η "λληνική Δημοκρατία" είναι "μία, μέ λον πο συμπεριλαμβάνει ες τόν κόλπον της διάφορα γένη καί θρησκείας".

     Στο κείμενο του Ρήγα ο όρος του γαλλικού συντάγματος "peuple" σπάνια μεταφράζεται ως "γένος" και εφτά φορές ως "έθνος". Η ίδια ακριβώς συχνότητα παρατηρείται και ως προς την απόδοση των όρων "societé", "publique" και "nation". Επομένως στον σχεδιασμό του Ρήγα συντελείται η υπαγωγή στο σχήμα ενός ενιαίου και αδιαίρετου μορφώματος εθνικού κράτους, όπως συνέβαινε με το υπόδειγμα του τη Γαλλία που τίθεται ως "μία καί διαίρετος Δημοκρατία", μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που καθίσταται "βασίλειον", η επικράτεια του οποίου ενοποιείται με τη συνεργεία θεσμών που εμψυχώνει ο "Ελληνισμός" (για παράδειγμα με την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική της διδασκαλία στην εκπαίδευση και συνάμα με τη διαρκή αναφορά στον "έλληνικόν τόπον" και την "λληνικήν γ").

     Σ’ αυτήν ακριβώς τη διεργασία "ελληνοποίησης" της "λληνικής Δημοκρατίας" μόνον πολιτικά και κοινωνικά γνωρίσματα προσιδιάζουν στην ταυτότητα των υπηκόων της και όχι "χαρακτηρολογικά" με βάση ταξινομίες εθνικών (στερεο)τύπων. Δε χρειάζεται να επαναλάβω εδώ τα επιμέρους άρθρα της "νέας πολιτικς διοικήσεως". Αρκεί μάλλον να υπενθυμίσω το άρθρο 122 της "Νομοθετημένης Πράξεως" ("Acte constitionnel"), στο οποίο συμπυκνώνονται τα δικαιώματα που εξασφαλίζει η κοινωνική και πολιτική διάσταση της ιθαγένειας των μελών της: " νομοθετική διοίκησις βεβαιο ες λους τούς λληνας, Τούρκους, 'Αρμένιους, ουδαίους καί παντός θνους (πο ερίσκονται κάτοικοι ες ατήν τήν Δημοκρατίαν), τήν σοτιμίαν, τήν σιγουρότητα τν ποστατικν κάστου, τά δημόσια χρέη, πο θελε γένουν διά τήν λευθερίαν, τήν λευθερίαν λων τν θρησκειν, μίαν κοινήν νατροφήν, δημοσίους συνδρομάς κε πο νήκουν, τήν περιόριστον λευθερίαν τς τυπογραφίας, τό δίκαιον το νά δίδ καστος ναφοράν καί νά προσκλαυθ, τό δίκαιον το συναθροίζεσθαι ες δημοσίους συντροφιάς, καί τελευταον τήν πόλαυσιν λων τν δικαίων το νθρώπου". Και ως επεξηγηματική προσθήκη του Ρήγα στο άρθρο 34 των "Δικαίων το νθρώπου" όταν " τάδε χώρα πάσχ ς μέρος το λου πο εμαι": ο "Βούλγαρος πρέπει νά κινται, ταν πάσχει λλην καί τοτος πάλιν δι' κενον καί μφότεροι διά τόν λβανόν καί τόν Βλάχον".

      Με δεδομένη τη διασπορά των Ελλήνων, στους συμπαγείς αστικούς θύλακες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η προσφυγή στα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά (και όχι στα χαρακτηρολογικά γνωρίσματα που συνάγονται μέσω εθνικών στερεοτύπων καταγραφής διαφορετικών "φαντασιακών κοινοτήτων") όσων θα αποτινάξουν την "τυραννίαν το βδελυρωτάτου δεσποτισμο" για να συναποτελέσουν τον "ατοκράτορα λαόν" ωθεί τον Ρήγα στην ταύτιση "λαού" και "έθνους" και συναφώς στην παράκαμψη του σχεδιασμού ενός εθνικού κράτους αμιγώς ελληνικού. Δηλαδή, αυτό που μπορούσε να αντιτάξει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μόνον η συγκρότηση μιας "νέας πολιτικς διοικήσεως" των κατοίκων της "Ρούμελης, τς μ. 'Ασίας, τν Μεσογείων νήσων και τς Βλαχομπογδανίας" που θα έπρεπε να επιβληθεί ως "νέα" και ως "πολιτική" τάξη πραγμάτων και θα αντλούσε την αξιοπιστία της από τα προωθημένα συντάγματα της γαλλικής επανάστασης. Απ’ αυτήν την άποψη έλαβε υπόψη του τόσο το status quo στη σύνθεση και τη διάχυση των εθνοτήτων σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία όσο και τον τρόπο οριοθέτησης και στερέωσης της "ατοκρατορίας το λαο". Ο Βελεστινλής διήνυσε, μαζί με τους λιγοστούς συντρόφους του, μια σύντομη μοναχική πορεία, στη συγκυρία της ναπολεόντειας διεμβολής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως προς τον τρόπο κατανόησης των μέσων ανόρθωσης του "πεπτωκότος λληνικού γένους". Ακόμη και στον "Θούριο", που μέσω διαδοχικών μεταποιήσεων και μεθερμηνειών είχε προβληθεί μια ριζικά διαφορετική εικόνα, η καίρια αποστροφή στοιχεί αβίαστα προς το πνεύμα της "νέας πολιτικς διοικήσεως":

"Σ’  νατολή και Δύσι καί Νότον και Βοριά

γιά την Πατρίδα λοι νχωμεν μιά καρδιάֹ

στήν πίστιν του καθ’  νας λεύθερος νά ζ,

στήν δόξαν το πολέμου νά τρέξωμεν μαζί.

Βούλγαροι κι ρβαντες, ρμένοι καί Ρωμιοί

ράπιδες καί σπροι, μέ μιά κοινή ρμή,

γιά τήν λευθερίαν νά ζώσωμεν σπαθί..."

     Tα ερμηνευτικά όμως προβλήματα του σχεδιασμού του Ρήγα, ιδίως κατά τη διαπλοκή εθνικού και κοινωνικού ζητήματος και την ανάδυση των συναφών αδιεξόδων κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, εμφανίσθηκαν μαζί με την πρώτη δημοσιοποίηση του κειμένου του. Ο Π. Χιώτης είναι ο πρώτος που αντιλαμβάνεται την αναντιστοιχία πολιτικού-κοινωνικού σχεδίου και ιστορικής πραγματικότητας: "Παράξενον σως θελε φαν ες μς τούς μεταγενεστέρους το πολιτικο μεταμορφωτο κείνου, πς θελε δυνηθ ατός νά συμπεριλάβ ες δημοκρατικήν νότητα τοσούτους λαούς 'Ανατολικής Ερώπης καί Μικρς σίας, ος μελλε νά πελευθερώς κ δεινς δουλείας, ν εναι διαχωρισμένοι π' λλήλων κατά μεγάλας διαστάσεις περιχώρων, καί διάφοροι κατά γλσσαν, θη, κλίσεις, θρησκείαν, καί ατήν τήν φύσιν τς χώρας". Σ' αυτήν ακριβώς την εντοπιζόμενη διαφορά αρχικού επαναστατικού σχεδίου και κατοπινής πρόσληψης εμφιλοχωρούσε ο "Ρήγας" μετά τον Ρήγα.

Νούτσος Παναγιώτης  Καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων