Σχέση Νεοελληνικής και Βουλγαρικής Αναγέννησης

της Ελένης Κουρμαντζή    

Πραγματοποιήθηκε στην Εστία της Σόφιας και στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού της Βουλγαρίας, η ομιλία – διάλεξη της κας. Ελένης Κουρμαντζή, μέλους Δ.Ε.Π. της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με θέμα «Η Ελληνική Διασπορά κατά την προεπαναστατική περίοδο».


 Ελένη Κουρμαντζή

Μεταξύ του εκλεκτού ακροατηρίου υπήρχαν επίσης αρκετοί Βούλγαροι Καθηγητές του Πανεπιστημίου της Σόφιας, καθώς και της Ακαδημίας Επιστημών της Βουλγαρικής πρωτεύουσας, οι οποίοι, στη συνέχεια, ανέπτυξαν με την ομιλήτρια έναν ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο, για τη σχέση Νεοελληνικής και Βουλγαρικής Αναγέννησης. Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά τις Καθηγήτριες των Νεοελληνικών Σπουδών, κκ. Stoyna Poromanska, Καθηγήτρια της Νεοελληνικής φιλολογίας στο Νεοβουλγαρικό Πανεπιστήμιο, Nadia Danova, Ερευνήτρια – Ιστορικό, τον Ακαδημαϊκό, Vasil Giuzelev, και τον Καθηγητή, Dr. Kiril Topalov, Πρόεδρο του Συλλόγου «Φίλων του Ελληνικού Πολιτισμού», μέλος της Ακαδημίας Βουλγαρικού Πολιτισμού, θεατρικό συγγραφέα και τ. Πρέσβη της Βουλγαρίας στην Ελλάδα.

Την ομιλήτρια εισήγαγε στο βήμα, ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Βελίκο Τύρνοβο και Διευθυντής της Εστίας της Σόφιας, κ. Δημήτριος Ρούμπος, ο οποίος αναφέρθηκε, συν τοις άλλοις, στη δραστηριότητα του Ιδρύματος και στις ποικίλες πολιτιστικές και πνευματικές εκδηλώσεις. Από την πλευρά της η ομιλήτρια εγχείρησε για τη βιβλιοθήκη της Εστίας τον ογκώδη και άρτια επιμελημένο τόμο (600 σελίδων) ο οποίος περιέχει την περισπούδαστη «Συλλογή Βιβλίων του Κωνσταντίνου Σπ. Στάικου», η οποία πρόσφατα περιήλθε στη Βιβλιοθήκη του «Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» (έκδοση, Αθήνα 2011).

Δίδουμε εδώ περιληπτικά τον πρόλογο και τον επίλογο της διάλεξης της κ. Κουρμαντζή, μέρη που δεικνύουν το πνεύμα επί του περιεχομένου και τις ιδέες της ομιλίας:

«Οι «κομπανίες» των ελλήνων εμπόρων είχαν δημιουργήσει ανθηρότατες παροικίες σε όλη τη βόρεια Βαλκανική και την κεντρική Ευρώπη. Οι εστίες αυτές, διασπαρμένες σε όλο το μήκος των οδικών αρτηριών, που συνδέουν τη δυτική με την ανατολική Ευρώπη, το κέντρο της Ευρώπης με τη Μεσόγειο, τη Δύση με την Ανατολή, δημιουργούν ένα πυκνό δίκτυο ελληνικής επικοινωνίας, που αρχίζει από την Ιταλία, ανεβαίνει στη Βενετία και στα Δαλματικά παράλια, εισχωρεί βορειότερα, από τη Βιέννη ως τη Λειψία, ως το Άμστερνταμ, και νοτιότερα ως το Βελιγράδι, διατρέχει και διακλαδίζεται σε όλο το μήκος του Δούναβη, ώσπου βγαίνει στη Μαύρη Θάλασσα, για να συνδεθεί έπειτα με τη «Σκυθική Ελλάδα» της Κριμαίας και με τις πολυάριθμες παροικίες της Ρωσίας. Το κέντρο αυτού του δικτύου βρίσκεται αρχικά στη Βενετία και στη συνέχεια μετατοπίζεται στη Βιέννη, τη Μόσχα, τη Νίζνα, καθώς, συγχρόνως, και σε πόλεις των Βαλκανίων.

Στις ελληνικές αυτές παροικίες πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν τρία “πρόσωπα”, ο έμπορος, ο λόγιος και ο συνωμότης, ο οποίος τελευταίος θα πρωτοστατήσει στη δημιουργία των διάφορων εταιριών, με απόληξη τη Φιλική Εταιρεία και την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Παράλληλα, ο έμπορος της Διασποράς αποκτά πνευματικές ανησυχίες, ασχολείται με θέματα παιδείας, ιδρύοντας Σχολές, κατά το πρότυπο της Δύσης, δημιουργώντας μεγάλους εκδοτικούς οίκους για την τύπωση ελληνικών συγγραμμάτων, και κάνοντας αδρές χρηματοδοτήσεις για την εκτύπωση αυτών· από την άλλη, ο λόγιος, απομακρύνεται σταδιακά από την επήρεια της Εκκλησίας, και παρουσιάζεται ολοένα και περισσότερο ως ο κοσμικός πλέον λόγιος.

Μιλάμε εδώ για τον πεφωτισμένο έμπορο και λόγιο, τα δύο αυτά “πρόσωπα” που θα συμβάλουν μέσω της Παιδείας, στην καλλιέργεια και τη μόρφωση των Ελλήνων, βασικό θεμέλιο για την ανατίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας, κυρίως δε λόγω των νεωτεριστικών αντιλήψεων και ιδεών που θα εισχωρήσουν εδώ, στα πλαίσια ενός αναγεννητικού ευρύτερου κινήματος…»

«…Στις Σχολές των Ιωαννίνων θα διδάξουν δεκάδες διδάσκαλοι και υποδιδάσκαλοι, και θα φοιτήσουν εκατοντάδες μαθητές. Οι μαθητές αυτοί, στη συνέχεια, θα διασπαρούν στις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και των Βαλκανίων, γινόμενοι έτσι οι ίδιοι διδάσκαλοι στις σχολές των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Αναστάσιο Μοσπινιώτη, στην Ιταλία και στο Γκιένγκιες της Ουγγαρίας· τους Καλλίνικο Μπάρκοση και Κωνσταντίνο Καραϊωάννη, στο Ιάσιο· τους Δημήτριο και Κωνσταντίνο Μπαλάνο καθώς και Λάμπρο Φωτιάδη, Λάμπρο Δήμαρο, Χριστόφορο Εμποροκομίτη, Κωνσταντίνο Χρυσίδα και Αλέξανδρο Βηλαρά, στο Βουκουρέστι· τον Δοσίθεο Φιλίτη, στην Ουγγροβλαχία· τον Πολυζώη Κοντό, στη Βιέννη, την Ουγγαρία και τη Βλαχία· τους Αθανάσιο Ψαλίδα, Αλέξανδρο Βασιλείου, Δημήτριο Νικολίδη, Κυρίτζη Χατζή-Πολύζου (οι και σύντροφοι του Ρήγα), στη Βιέννη· τον Γεώργιο Κρομμύδη, στη Νίζνα και τη Μόσχα· τον Ιωάννη Στάνο και τον Ιωάννη Βηλαρά, στη Βενετία, και τους Χριστόφορο Φιλητά και Κωνσταντίνο Ασώπιο, στην Τεργέστη. (…)

Και εδώ, ας επικαλεστούμε το σχετικό εδάφιο του ψηφίσματος της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, το 1593, το οποίο αναφέρει ότι:

Τα γράμματα και τα όπλα… εθεωρήθησαν εν παντί καιρώ, ως έκαστος ομολογεί, πρώτιστον των ανθρώπων κόσμημα και περί τούτου το Έθνος ημών παρέχει τρανωτάτας αποδείξεις...»