Το μνημείο του Νίκου Μπελογιάννη στο Βερολίνο

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό Εξάντας του Βερολίνου  
(τεύχος 12, Μάιος 2010)]   

 

στον Γιάννη Μούσιο - «Κεμάλη»   

 


Το φημισμένο σκίτσο του
Pablo Picasso

Πόσοι κινήσαν, πόσοι χάθηκαν

πόσοι μια μέρα θα ’ρθούν ξανά

πού πήγε αυτή η γενιά, πού σκόρπισε;

Βαδίζουμε όλοι

τώρα όμως με χωριστή περπατησιά.

Άραγε σε ποια μέρη θα συναντηθούμε

σε ποια γλώσσα θα μιλήσουμε

πώς πάλι θα γίνει η γνωριμιά μας;

Τίτος Πατρίκιος, Τα κοιτάσματα του χρόνου, 1954

 


Πίνακας: Η εκτέλεση του Μπελογιάννη του Peter de Francia
  

Νεκρική σιγή επικρατούσε εκείνη τη νύχτα, στις 30 Μαρτίου 1952, στις φυλακές της Καλλιθέας, όταν γύρω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, βαριά βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο. Ο δεσμοφύλακας ξεκλείδωσε το κελί και ξύπνησε τους κρατούμενους ενώ ο υψηλόβαθμος αξιωματικός που τον συνόδευε διάβασε την απόφαση των Ανακτόρων να οδηγηθούν για εκτέλεση οι τέσσερεις κρατούμενοι. Έξω περίμεναν στρατιωτικά αυτοκίνητα με χωροφύλακες, αξιωματικούς και στρατιώτες. Στις 3 και 20 η φάλαγγα των αυτοκινήτων έβγαινε από τις φυλακές κατευθυνόμενη με μεγάλη ταχύτητα προς το Γουδί, τον τόπο των εκτελέσεων.  Ήταν ακόμη σκοτάδι, όταν  το 24μελές απόσπασμα, κάτω από το φως των προβολέων των σταθμευμένων αυτοκινήτων, έλαβε θέση απέναντι από τους μελλοθάνατους: τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Δημήτρη Μπάτση, τον Νίκο Καλούμενο και τον Ηλία Αργυριάδη. Στις 4 και 12 λεπτά ο αττικός αέρας σείστηκε από τη φονική ομοβροντία των όπλων…  Αργότερα, από διάφορες μαρτυρίες θα γίνει γνωστό, ότι ο Μπελογιάννης είχε ακούσει στο κελί του ήρεμος, με ένα πικρό χαμόγελο την καταδίκη του σε θάνατο και ότι αποχαιρέτησε, βγαίνοντας, τους συγκρατούμενους. Επίσης,  μέσα από το μικρό παραθυράκι της πόρτας του κελιού της αντάλλαξε μερικά λόγια και ένα στερνό φιλί με τη σύντροφό του και μητέρα του παιδιού τους Έλλη Παππά. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα αρνήθηκε να του κλείσουν τα μάτια και λίγο πριν τον θανατώσουν οι σφαίρες του αποσπάσματος, ζητωκραύγασε για το ΚΚΕ. Η πολυτάραχη ζωή του έσβηνε στα 37 μόλις χρόνια, το όνομά του όμως γινόταν θρύλος, έχοντας περάσει στην αγκαλιά της ιστορίας.

 


 

Σε κάποια αναζήτηση στο διαδίκτυο, σχετική με το θέμα των πολιτικών προσφύγων στην πρώην ΛΔ Γερμανίας έπεσα, εντελώς τυχαία, πάνω στην φωτογραφία ενός ανδριάντα του Νίκου Μπελογιάννη, που βρίσκεται στο ανατολικό διαμέρισμα Karlshorst του Βερολίνου. Η αναπάντεχη έκπληξη για τη ύπαρξη ενός τέτοιου μνημείου στη γερμανική πρωτεύουσα, κέντρισε το ενδιαφέρον μου για την ιστορία του. Ποιοι να ήταν άραγε οι πρωτεργάτες του έργου, ποιος ο γλύπτης και ποια η σχέση του με το απεικονιζόμενο πρόσωπο, πώς προσλαμβάνονταν τα γεγονότα της δίκης και της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη στη σχετικά νεογέννητη ακόμη αυτή χώρα; Η πρώτη επίσκεψη στο μνημείο έγινε λίγες μόνον ημέρες μετά, ενώ μια πρώτη ανιχνευτική αναζήτηση πληροφοριών γι αυτό στο διαδίκτυο απέφερε φτωχά αποτελέσματα.

 

Ερχόμενος κανείς οδικά από νότια κατεύθυνση και ακολουθώντας την Treskowallee,  προσπερνώντας τον φημισμένο ιππόδρομο Trabrennbahn Karlshorst και πριν συναντήσει τον ζωολογικό κήπο Tierpark, στο σημείο περίπου που αρχίζει η αρίθμηση της ευρύχωρης αυτής λεωφόρου, αντικρίζει προς τη δυτική πλευρά, ένα σύμπλεγμα κτιρίων, που η όψη τους και η γενικότερη σημερινή κατάστασή τους παραπέμπουν, εν μέρει, σε μιαν άλλη εποχή. Πρόκειται για τις κτιριακές εγκαταστάσεις σήμερα, μιας ανώτερης τεχνικής και οικονομικής σχολής (Fachhochschule für Technik und Wirtschaft), οι οποίες πριν την επανένωση των δυο γερμανικών κρατών, στεγάζανε την Ανωτέρα Σχολή Οικονομικών της ΛΔ Γερμανίας (Hochschule für Ökonomie). Στο προαύλιο της σχολής, μπροστά από το κτίριο της διοίκησης, στέκεται επιβλητικά ο μπρούτζινος ανδριάντας. Ο μισός και πλέον αιώνας έχει αφήσει έντονα τα σημάδια του στη επιφάνεια του γλυπτού, χωρίς όμως να αφαιρεί το παραμικρό από τη μεγαλοπρέπειά του. Ο γύρω χώρος δείχνει περιποιημένος και καθαρός αλλά ταυτόχρονα ερημικός, σαν να πατάει σπάνια κάποιο ανθρώπινο πόδι τις στοιχισμένες παλιές τσιμεντένιες πλάκες μπροστά του.

 

Στο λίθινο βάθρο αναγράφεται με μπρούτζινα κεφαλαία γράμματα: Νίκος Μπελογιάννης / Γεννημένος το 1915 / στην Αμαλιάδα της Πελοποννήσου / εκτελέστηκε στις 30.3.1952 / στο Γουδί της Αθήνας. Και από κάτω, η παράθεση: „Αγωνιζόμαστε για να έρθουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Για αυτό το σκοπό αγωνιζόμαστε και αν χρειαστεί, θα θυσιάσουμε ακόμη και τη ζωή μας.“  Φοιτητές περνούν μπροστά από το χώρο βιαστικά, αυτοσυγκεντρωμένοι στους ρυθμούς του ημερήσιου σπουδαστικού τους ωραρίου. Να γνωρίζουν άραγε κάτι, να τους ερέθισε ποτέ την περιέργειά τους να μάθουν την ιστορία του άνδρα του μνημείου αυτού, που τους κληρονομήθηκε από το πρόσφατο παρελθόν τους;

 

Die Weine der zärtlichen Mosel, die Weine von Samos, /sie sind in der einen brodelnden Sonne gekocht. /  Die Fischer, die keuchend ihr Netz in der Nordsee auswerfen: / atmen sie andere Luft als die Brüder auf Kreta? / O Nikos, wie sind wir bei dir! Wir sehen den Abschaum / Athens sich gespensterhaft hin auf den Richterstuhl lümmeln. / Wir sehen den boshaften Alten zum Petersberg fahren … / Wie sind wir dir nah, du Gefährte der großen Empörung!

 

Ο ήρωας


 Στιγμιότυπα από τη δίκη

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από μικρή ηλικία εντάχθηκε στο ΚΚΕ και στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία. Εκεί, το 1941, οι ελληνικές αρχές μαζί με άλλους αριστερούς κρατουμένους τον παρέδωσαν στους Γερμανούς που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει τη χώρα. Το 1943 κατάφερε να δραπετεύσει και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, στο πλευρό του Άρη Βελουχιώτη. Κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου που επακολούθησε, ήταν Πολιτικός Επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, ενώ μετά την ήττα, το1949, εγκατέλειψε τη χώρα ακλουθώντας μαζί με τους χιλιάδες άλλους μαχητές, το δρόμο της προσφυγιάς στις τότε σοσιαλιστικές χώρες. Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε σε μυστική αποστολή στην Ελλάδα, με σκοπό να ξαναφτιάξει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, οι οποίες είχαν διαλυθεί μετά από τις συλλήψεις πολλών στελεχών του. Μερικούς μήνες αργότερα, στις 20 Δεκεμβρίου 1950, συνελήφθη και δικάστηκε με βάση το Ν. 509/1947, που θεωρούσε εγκληματική οργάνωση το ΚΚΕ και το είχε κηρύξει παράνομο. Κατηγορήθηκε επίσης ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.


 Στιγμιότυπα από τη δίκη

Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951, με 94 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα δικτάτορας της χούντας της 21ης  Απριλίου 1967, ως έκτακτος στρατοδίκης. Μετά την πίεση της διεθνούς κατακραυγής που ακολούθησε, ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Πλαστήρας δήλωνε, ότι η απόφαση δε θα εκτελεστεί. Στη δίκη αυτή όμως αποφασίστηκε ο Μπελογιάννης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη, με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η αμνηστία που υποχρεώθηκε να του δώσει. Στο ενδιάμεσο διάστημα, και συγκεκριμένα στις 14 Νοεμβρίου 1951, το γεγονός της ανακάλυψης παράνομων ασυρμάτων στις περιοχές Καλλιθέας και Φαλήρου, έδωσε την ευκαιρία στους στρατοδίκες για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας και προσαγωγή του Μπελογιάννη και των άλλων συγκατηγορούμενων σε νέα δίκη. Η δεύτερη αυτή δίκη άρχισε στις 15 Φεβρουαρίου 1952, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.


 Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

 Στιγμιότυπα από τη δίκη

Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες ενώ παράλληλα προέβαλε την αντιστασιακή και πατριωτική του δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η δίκη του έλαβε για την εποχή εκείνη τεράστια δημοσιότητα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη. Έμεινε γνωστός ως «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», από τη γνωστή φωτογραφία, που είχε κάνει τότε το γύρο του κόσμου και από την οποία ο Πάμπλο Πικάσο εμπνεύστηκε το επίσης διάσημο σκίτσο του. Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση το δικαστήριο, αποτελούμενο αυτήν την φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε τον Μπελογιάννη και τρεις ακόμα συντρόφους του, ομόφωνα σε θάνατο.

Κάποιες ελπίδες για τη σωτηρία του Μπελογιάννη προέκυψαν, όταν λίγο αργότερα ήρθε απρόοπτα στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο αναλάμβανε κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχονταν να παρουσιαστεί στις αρχές, υπό τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολούθησε η διάψευση από το ΚΚΕ που χαρακτήριζε την επιστολή «μύθευμα της αστυνομίας» και διέδιδε ότι ο Πλουμπίδης ήταν «χαφιές», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών είχε ανακοινώσει τη γνησιότητα του γραφικού χαρακτήρα της επιστολής και της υπογραφής. Η επιστολή Πλουμπίδη, τελικά, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα αφού η κυβέρνηση δήλωνε ότι δεν θα συναλλαγεί με έναν καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση.


Ο Νίκος Μπελογιάννης και η σύντροφός του Έλλη Παππά
στη δίκη

Η θανατική καταδίκη παρέμεινε σε ισχύ και παρά τις διεθνείς εκκλήσεις δεν δόθηκε χάρη. Η εκτέλεση των τεσσάρων μελλοθανάτων έγινε στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4.12΄. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις, ακόμη και στην Κατοχή, γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή) και πιθανότατα έγινε τότε, για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος ή άλλες αυθόρμητες λαϊκές αντιδράσεις διαμαρτυρίας και παρεμπόδισης.

Για την δίκη και την εκτέλεση του Μπελογιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες σελίδες ιστορικών αναλύσεων και πολιτικών εκτιμήσεων, για τους στόχους και τα αίτια, για λάθη και για προδοσίες, και αναμένεται να γραφτούν περισσότερες στο εγγύς μέλλον. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν την περίοδο κατά την οποία, ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας έδειχνε ότι επιχειρούσε να προωθήσει μια πολιτική εθνικής συμφιλίωσης. Στο πρόγραμμά του ήταν η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατουμένων και ενδεχομένως ακόμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η ενεργοποίηση όμως του νόμου περί κατασκοπείας και η καταδίκη του Μπελογιάννη ώθησαν τα πράγματα στα άκρα, δημιουργώντας την βάσιμη υπόνοια, ότι η όλη υπόθεση υποκινήθηκε από ανώτερους αξιωματικούς και με τη στήριξη των Ανακτόρων - δύο παράγοντες μέσω των οποίων οι ΗΠΑ τότε επενέβαιναν στα πολιτικά πράγματα της χώρας - ώστε να τορπιλιστεί η πολιτική Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας, λέγεται ότι, ήταν αντίθετος στις εκτελέσεις, όμως ήταν μόνος (οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί του Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που στήριζε την κυβέρνηση Πλαστήρα, και ο Γεώργιος Παπανδρέου - παππούς του σημερινού πρωθυπουργού - ήταν υπέρ των εκτελέσεων) και επιπλέον άρρωστος. Η ιστοριογραφία του ΚΚΕ θεωρεί, ότι η κυβέρνηση Πλαστήρα δεν αντιτάχθηκε στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, για να διατηρήσει την εύνοια των ΗΠΑ και των Ανακτόρων, των οποίων για κάποιο διάστημα υπήρξε ευνοούμενη και να παραμείνει στην εξουσία, μιας και οι πολιτικοί προσανατολισμοί των τελευταίων έγερναν, με τον καιρό, προς τον Παπάγο. Η εκτέλεση Μπελογιάννη, σε κάθε περίπτωση, κατέφερε πλήγμα στην αξιοπιστία της κεντρώας κυβέρνησης, η οποία σε ένα από τα βασικά της συνθήματα, την ειρήνευση, φάνηκε ανακόλουθη.

Die Erde besinnt sich. Die Firmamente der Völker  / erhellen sich, da sie dein Atemzug, Nikos, berührte! / Es kommt, aus den Klüften des Grauens, ein Neger aus Frisco, / er schreitet, umwogt von dem donnernden Beifall der  Menschheit, / die Henker schon nicht mehr beachtend, herauf den Gerichtssaal. / Er löst von dem blutverkrusteten Rock eine Nelke / und reicht sie dir dar. Und ein Schwarm von Tauben, die Flügel / wie Verse ausspannend, erhebt sich zum Flug in den Äther.

 

Ο αντίκτυπος 

Τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, με τη δίκη και εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του δεν είχαν αφήσει αδιάφορη τη διεθνή κοινότητα. Ειδικότερα στο διάστημα μετά την καταδίκη και ενώ είχε κινηθεί η διαδικασία παραπομπής των θανατικών ποινών στο Συμβούλιο Χαρίτων, που στη συνέχεια η γνωμάτευσή του θα αποστέλλονταν στον βασιλιά Παύλο για την τελική απόφαση, η διεθνής αντίδραση για τη ματαίωση των εκτελέσεων, με  διαμαρτυρίες και τηλεγραφήματα προς την κυβέρνηση και τον βασιλιά, έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Στο πρωθυπουργικό γραφείο και στα Ανάκτορα έφταναν καθημερινά εκατοντάδες  γράμματα και τηλεγραφήματα απ’ όλες τις γωνιές της γης.  Μεταξύ των αποστολέων βρίσκονταν και τα ονόματα του De Gaulle, δυο γάλλων υπουργών, του Προέδρου του Ερυθρού Σταυρού και  του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου της Γαλλίας, των Πρυτάνεων Πανεπιστημίων και Ακαδημιών απ’ όλο τον κόσμο, 56 άγγλων βουλευτών, 290 ιταλών γερουσιαστών, αλλά και καλλιτεχνών και διανοουμένων, όπως ο Charlie Chaplin, ο Louis Aragon, ο Paul Éluard, ο Jean-Paul Sartre, ο Jean Cocteau και πολλών άλλων.


 Το ημικατεστραμμένο  Haus Vaterland
μετά τον πόλεμο

 Η μόλις δίχρονη τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην οποία, επί πλέον, φιλοξενούνταν ήδη μερικές εκατοντάδες πολιτικών προσφύγων, από τον πρόσφατα τερματισμένο ελληνικό Εμφύλιο, πρωτοστατούσε διεθνώς στις διάφορες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και συμπαράστασης. Η χώρα προσπαθούσε τότε να ορθοποδήσει επουλώνοντας από τη μια τις βαθιές πληγές του καταστροφικού πολέμου και παλεύοντας από την άλλη να οικοδομήσει κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες ένα νέο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, με την υποστήριξη, προστασία και επίβλεψη πάντα, της Σοβιετικής Ένωσης. Μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, η Σοβιετική Ένωση με τον ηγέτη της Στάλιν, προβάλλονταν ως οι εγγυητές της παγκόσμιας ειρήνης ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της σαν η πολεμοχαρής παγκόσμια δύναμη, τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της οποίας, οπουδήποτε επί της γης, έπρεπε πάση θυσία να ακυρωθούν.  Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι εκείνο το διάστημα και συγκεκριμένα στις 10 Μαρτίου 1952, ο Στάλιν θα προτείνει στους δυτικούς Συμμάχους την  επανένωση της Γερμανίας και την ουδετεροποίησή της ( „Stalin-Note“ ), πρόταση που τελικά απορρίφτηκε. Έτσι και ο Μπελογιάννης προβάλλεται δημόσια στη χώρα, κυρίως ως ένας αγωνιστής της παγκόσμιας ειρήνης και της ελευθερίας και μόνον έμμεσα ως επαναστάτης κομμουνιστής που αγωνίζεται ενάντια στο ισχύον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό καθεστώς στην πατρίδα του.

Ήδη από την πρώτη δίκη του Μπελογιάννη το φθινόπωρο του 1951 υπήρξαν τακτικές αναφορές στον τύπο της χώρας σχετικά με συμβάντα στην Ελλάδα. Οι αναφορές αυτές συνεχίστηκαν με τη δεύτερη δίκη, στα μέσα του Φεβρουαρίου του 1952 και άρχισαν να κορυφώνονται μετά την ανακοίνωση της θανατικής καταδίκης την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους. Έτσι, στις στήλες των εφημερίδων της χώρας συναντάει κανείς εκείνη την εποχή, σε τακτά διαστήματα, ανταποκρίσεις και σχετικά άρθρα συμπαράστασης ή αγανάκτησης για τη θανατική καταδίκη. Η Berliner Zeitung αναφέρει στις 7 Μαρτίου:  Ο Πλαστήρας αναγκάστηκε να υποχωρήσει  - Ελπίδα για τον Μπελογιάννη- Διχασμένη η κυβέρνηση της Αθήνας“ ενώ δυο μέρες αργότερα το επίσημο όργανο του κυβερνώντος κόμματος Neues Deutschland γράφει: „Ελληνίδες μητέρες κάνουν έκκληση για βοήθεια στον Στάλιν – Η Παγκόσμια Ένωση Συνδικάτων  απαιτεί την απελευθέρωση του Μπελογιάννη“.  Όσο περνούν οι μέρες η αγωνία μεγαλώνει και ο τόνος γίνεται οξύτερος. Στις 18 Μαρτίου στη Berliner Zeitung διαβάζει κανείς: „Σώστε τη ζωή του Μπελογιάννη – ΗΠΑ: Νεκροθάφτες της ελληνικής Ελευθερίας „, στις 20 Μαρτίου (στην πρώτη σελίδα):  Ο Μπελογιάννης σε ύψιστο κίνδυνο Ο Κεντρικός Σύνδεσμος των Θυμάτων και Διωχθέντων του Ναζιστικού καθεστώτος απαιτεί άμεση αποφυλάκιση“, στις  21 Μαρτίου (πάλι στην πρώτη σελίδα) : „Ελευθερία και ζωή για τον Μπελογιάννη! Θύελλα διαμαρτυριών ενάντια στην προσχεδιασμένη δολοφονία του Έλληνα πατριώτη“. Στο φύλλο αυτό προαναγγέλλεται μια μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την επόμενη Κυριακή 23 Μαρτίου, στο Haus Vaterland στην πλατεία Potsdamer Platz. Στις 22 Μαρτίου η εφημερίδα αναφέρει:  Μια πλημμύρα διαμαρτυριών  κατακλύζει την Αθήνα – Αγανάκτηση για την επικύρωση της  θανατικής ποινής ενάντια στον Μπελογιάννη“ ενώ στο φύλλο της 25ης Μαρτίου υπάρχει εκτενής αναφορά και για τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας: „Λευτεριά στον Νίκο Μπελογιάννη! Μεγάλη συγκέντρωση στο Haus Vaterland – με αίτημα την ακύρωση της δικαστικής απόφασης“.


 Ο δημοσιογράφος
Θανάσης Γεωργίου

Εκεί μέσα, μεταξύ των άλλων, συναντά κανείς και το όνομα του  Θανάση Γεωργίου, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας πολιτικός πρόσφυγας στη ΛΔ Γερμανία. Όπως περιέγραψε ο σήμερα 96χρονος Γεωργίου, επί δεκαετίες ανταποκριτής του Ριζοσπάστη στο ανατολικό Βερολίνο, στάλθηκε τον Ιανουάριο του 1949, ως δημοσιογράφος, με ειδική εντολή του Κόμματος, από τα χαρακώματα του Γράμμου στην ανατολικογερμανική πρωτεύουσα. Στην εν λόγω περίοδο, όπως και στην υπόλοιπη ζωή του, εργαζόταν στο ανατολικογερμανικό πρακτορείο ειδήσεων ADN, και λόγω της θέσης του αλλά και των στο μεταξύ, αποκτημένων γλωσσικών του γνώσεων αποτελούσε, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια, ένα είδος άτυπου εκπροσώπου των Ελλήνων προσφύγων στη χώρα. „Ως εκπρόσωπος της ελεύθερης Ελλάδας, ο Θανάσης Γεωργίου,“ αναφέρει η εφημερίδα για την εκδήλωση στο Haus Vaterland „καταχειροκροτούμενος, απεύθυνε προς  τον γερμανικό λαό την έκκλησή του, για την απελευθέρωση των  αγωνιστών της Ελευθερίας από τα νύχια των μοναρχοφασιστών της Αθήνας“.

Όταν στις 30 Μαρτίου η Berliner Zeitung έγραφε: “Η υφήλιος αγωνίζεται για τον Μπελογιάννη – Ο πρέσβης των ΗΠΑ υπέρ της θανατικής ποινής – Υπουργοί απειλούν με παραίτηση“ ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του ήταν ήδη νεκροί. Με την αναγγελία της θανάτωσης αρχίζει νέος κύκλος αναφορών, όπου ο τόνος τώρα  έχει μετατραπεί από διαμαρτυρία και αγανάκτηση σε οργή και αποτροπιασμό. Στο στόχαστρο των δημοσιευμάτων βρίσκονται πλέον ανοιχτά οι ΗΠΑ και δίπλα τους, σε δεύτερη μοίρα, η ελληνική κυβέρνηση.  Η Neues Deutschland  την 1 Απριλίου, στην πρώτη της σελίδα, δίπλα από μια φωτογραφία του Μπελογιάννη, φέρει τον τίτλο: „Ο φόνος του Μπελογιάννη εξεγείρει την υφήλιο.“  Μετά την αναφορά της εκτέλεσης του Μπελογιάννη και των συντρόφων του και το χαρακτηρισμό της ως „δειλή δολοφονία … κατόπιν διαταγής του αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα Peurifoy ακολουθεί σχετική ανάλυση:


Neues Deutschland την 1.4.1952 
Η είδηση της εκτέλεσης του Μπελογιάννη στην εφημερίδα  

„Με το τερατώδες αυτό έγκλημα οι αμερικάνοι πράκτορες, προετοιμάζοντας τον νέο παγκόσμιο πόλεμό τους, πίστευαν ότι θα μπορούσαν να σβήσουν τη φωνή της ειρήνης στην Ελλάδα. Είναι όμως αξιολύπητα γελασμένοι! Όχι μόνον οι αγωνιστές της Ελευθερίας στην Ελλάδα αλλά και όλοι οι ειρηνόφιλοι άνθρωποι του κόσμου θεωρούν τους πυροβολισμούς που ρίχτηκαν το πρωί της Κυριακής στον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του, σαν τέτοιους που στόχευαν αυτούς τους ίδιους, γι αυτό και θα αντιδράσουν ανάλογα. Αντιλήφτηκαν για άλλη μια φορά, ποιο καθεστώς απάνθρωπης αιματηρής καταπίεσης επικρατεί πάντοτε εκεί  όπου οι αμερικανοί υποκινητές του πολέμου σφετερίζονται ή προσπαθούν να σφετεριστούν την κυριαρχία επί των λαών.“

Στη συνέχεια γίνεται λόγος για ένα „τεράστιο κύμα διαμαρτυρίας  που ξέσπασε σε όλη την υφήλιο με την αναγγελία του θανάτου του Μπελογιάννη –  ένα κύμα μίσους ενάντια στους αμερικανούς εγκληματίες πολέμου “ ενώ αναφέρεται επίσης η είδηση, ότι στην τότε δυτικογερμανική πρωτεύουσα, „δυτικογερμανοί αγωνιστές της ειρήνης έγραψαν στο κτίριο της φασιστικής ελληνικής αντιπροσωπίας στη Βόννη το σύνθημα: Θάνατος στους δήμιους του Νίκου Μπελογιάννη – Ποτέ πια φασισμός!“  Ο Νίκος Μπελογιάννης χαρακτηρίζεται  ως “ο ήρωας που έπεσε για την υπόθεση της ειρήνης“ ενώ στο τέλος εκφράζεται η πεποίθηση ότι „χιλιάδες καινούργιοι συναγωνιστές θα πάρουν τη θέση του στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα, που θα τελειώσει μόνο με τη νίκη της υπόθεσης της ειρήνης – μιας υπόθεσης που αφορά το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας.“


 Άρθρο Θανάση Γεωργίου

Για μια βδομάδα το θέμα συντηρείται στον τύπο «ζεστό», με αποκορύφωμα ένα δίστηλο άρθρο του Θανάση Γεωργίου στη Neues Deutschland, την 6η  Απριλίου, με τίτλο: „Μπελογιάννης – ο αητός της Ελευθερίας και της εθνικής Ανεξαρτησίας“. Με παρόμοιο ύφος ο αρθρογράφος καταγγέλλει ότι „… ο αμερικανός γκάνγκστερ Peurifoy, πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, και οι πρόθυμοι έλληνες λακέδες του, εξόντωσαν τον Μπελογιάννη από μίσος και φόβο για την ανδρεία του και τις ειλικρινείς πεποιθήσεις του. Πίστεψαν ότι μαζί του θα μπορούσαν να εξοντώσουν και τις ιδέες που υπερασπίζονταν ο Μπελογιάννης σε όλη του τη ζωή και για τις οποίες θυσίασε την οικογενειακή του ζωή, την προσωπική του ελευθερία και στο τέλος ακόμη και τη νεανική του ζωή“.  Παρακάτω, προσδίδοντας ένα εθνικό χρώμα στα γραφόμενά του, υπογραμμίζει ότι  „…οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές έχουν λάθος αντίληψη για τον ελληνικό λαό, ένα λαό με τις παραδόσεις του από τις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, με τους ένδοξους αντάρτες που πάλεψαν ενάντια σε διάφορους κατακτητές και τυράννους. Ένας λαός από τον οποίο ξεπήδησε ο Γράμμος και το Βίτσι, και που στην αγκαλιά του αναθράφηκε ένας Μπελογιάννης, δεν φοβάται τους κατακτητές, που δεν έχουν καμιά δουλειά  στην Ελλάδα.“ Και ο αρθρογράφος καταλήγει: „Τιμώντας τον Μπελογιάννη οι έλληνες αγωνιστές της ελευθερίας μαζί με τους  φίλους της ειρήνης σε όλη τη γη, ύψωσαν πιο ψηλά το λάβαρο που κρατούσε, μέχρι την τελική νίκη της ανεξαρτησίας των λαών, η οποία θα πραγματοποιηθεί μόνον όταν εκδιωχτεί η αμερικανική πανούκλα (sic!).“


Bundesarchiv Bild 183-14852-0246,
Foto: Sturm, Horst, 30.5.1952

Από την 4η συνδιάσκεψη της νεολαίας FDJ στη Λειψία (30.5.1952). Ο γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου Heinz Lippmann διαβάζει μια επιστολή της μητέρας του Μπελογιάννη. Αριστερά η γαλλίδα ακτιβίστρια Raymonde Dien και δεξιά ο  Erich Honecker με τη φωτογραφία του Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά.

 Bundesarchiv Bild 183-14756-0006, Foto: Weiß, Günter, 18.5.1952
Στην πλατεία Leninplatz του Βερολίνου ( 18.5.1952). Σε μια πανηγυρική εκδήλωση, μεταξύ

των άλλων, δόθηκε και το όνομα Νίκος Μπελογιάννης σε έναν εκσκαφέα  

Από εκείνο το σημείο και μετά, οι αναφορές στην υπόθεση λιγοστεύουν και χάνονται από την επικαιρότητα. Μετά την παρουσίαση ενός ευχαριστηρίου της μητέρας του Μπελογιάννη στην πρώτη σελίδα της Berliner Zeitung της 23ης Απριλίου και μιας αναδημοσίευσης στις 6 Μαΐου από την L Humanité για τις τελευταίες ώρες του Μπελογιάννη πριν την εκτέλεση, το θέμα έδειχνε πλέον να έχει εξαντληθεί για τον τύπο. Όχι όμως και για την κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας, η οποία διψούσε για σύμβολα, τα οποία θα μπορούσαν να τονώσουν την ψυχολογία και το φρόνημα του λαού και να λειτουργήσουν συσπειρωτικά στις επίπονες ανοικοδομητικές προσπάθειές του. Έτσι, μετά από μια νέα καταιγίδα ψηφισμάτων και καταγγελιών για την θανάτωση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του, που προέρχονταν από κάθε γωνιά της χώρας και από κάθε βαθμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας , (από σχολεία και εργοστασιακές συνελεύσεις μέχρι ανώτατους επίσημους φορείς και συνδικαλιστικές ή νεολαΐστικες οργανώσεις), ακολούθησε στους επόμενους μήνες, μια περίοδος «ονοματοδοσίας», στα πλαίσια μιας διεθνιστικής απόδοσης τιμής στον Έλληνα μάρτυρα. Πλατείες, δρόμοι, σχολεία, ανώτερες σχολές, εργοστάσια, μπριγάδες εργατών ακόμη και μηχανήματα αποκτούν τιμητικά το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη. Το φαινόμενο δεν αποτέλεσε βέβαια αποκλειστικότητα της ΛΔ Γερμανίας, αφού με τη ίδια έμφαση παρόμοιες εκδηλώσεις ελάμβαναν χώρα σε όλες σχεδόν τις τότε σοσιαλιστικές χώρες, ειδικότερα σε κείνες που φιλοξενούσαν σχετικά μεγάλο ποσοστό Ελλήνων προσφύγων. Στην Ουγγαρία ένα νέο χωριό θα πάρει το όνομα του Μπελογιάννη. Μέσα στο πνεύμα αυτό λοιπόν, δεν ήταν δυνατόν στην πρωτεύουσα της χώρας να απουσιάζει, ένα κεντρικό αντιπροσωπευτικό μνημείο για τον λαϊκό αυτόν ήρωα. Προσδίδοντας ιδιαίτερο βάρος στο θέμα, την διεκπεραίωσή του ανέλαβε το γραφείο του πρωθυπουργού και ήρθε σε επαφή με τον καλλιτέχνη René Graetz, ο οποίος τότε βρίσκονταν στη φάση ενός καινούργιου ξεκινήματος στην καλλιτεχνική του καριέρα και σε αναζήτηση ενός προσωπικού προφίλ στη γλυπτική.

O Morgen der griechischen Erde! / Es geschah doch an einem Morgen? / In den Schoß der Morgenröte / sprangen vier Bäche Blutes. / Von den attischen Bergen fegte / ein Sturm in die Täler der Trauer: / ein Sturm von erhabenen Rosen, / ein Sturm von gewappneten Herzen.

 

Ο καλλιτέχνης


 O René Graetz

Ο René Graetz γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1908 στο Βερολίνο, κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού των γονέων του από το  Danzig στη Γενεύη. Ο πατέρας του, τυπογράφος στο επάγγελμα, είχε γερμανορωσική καταγωγή και η μητέρα του ιταλική. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε στη Γενεύη, όπου εκπαιδεύτηκε και αυτός ως τυπογράφος. Στην Ελβετία παρέμεινε ως το 1929, χρονιά που κέρδισε το πρώτο βραβείο της αγγλικής εφημερίδας Times, ως καλύτερος τυπογράφος και στη συνέχεια μετοίκησε στο Cape Town της Νότιας Αφρικής. Εκεί έζησε και εργάστηκε στο επάγγελμά του έως το 1938. Στο διάστημα αυτό άρχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά, ως μέλος του εκεί συνδικάτου τυπογράφων, ενώ το 1932 ξεκίνησε τις σπουδές του στη γλυπτική, στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1935 δημιουργήθηκαν τα πρώτα γλυπτά έργα του, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει, το μέχρι τότε επάγγελμά του. Το 1938, μετά από διώξεις για την πολιτική του δραστηριότητα, επέστεψε  στη Ευρώπη και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι – το κέντρο  τότε της ευρωπαϊκής κουλτούρας – αλλά η απειλητική ατμόσφαιρα του επερχόμενου πολέμου τον οδήγησε να μεταναστεύσει την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο.


 Ανάγλυφα στηλών του μνημείου
του Buchenwald, 1958

Με το ξέσπασμα του Πολέμου εγκλείστηκε, λόγω της γερμανικής του καταγωγής,  μαζί με εκατοντάδες άλλους γερμανούς που ζούσαν στη Μ. Βρετανία, σε ένα ειδικό στρατόπεδο περιορισμού στον Καναδά. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με γερμανούς κομμουνιστές και αντιφασίστες, με άλλους καλλιτέχνες,  όπως οι Theo Balden, Heinz Worner, κ.ά. και εισχώρησε στην παράνομη  ομάδα του Γερμανικού ΚΚ. Η περίοδος αυτή τον διαμόρφωσε σε έναν στρατευμένο καλλιτέχνη με καθαρούς πολιτικούς προσανατολισμούς. Το 1941, μετά την απόλυση όλων των αντιφασιστών κρατούμενων από το στρατόπεδο,  επέστρεψε στο Λονδίνο όπου συμμετείχε στον εκεί ενεργό σύνδεσμο γερμανών καλλιτεχνών και διανοουμένων Freier Deutscher Kulturbund. Την εποχή εκείνη γνώρισε και τον Henry Moore, τον οποίο επισκεπτόταν τακτικά στο ατελιέ του. Από το 1944 ήταν παντρεμένος με την Ιρλανδέζα Elizabeth Shaw, γραφίστρια και αργότερα διάσημη συγγραφέα παιδικών βιβλίων στη ΛΔΓ.


Upright Figur No 7, 1970, 86 cm, Gips

Stehende mit Blumen, 1957, 51 cm, Bronze

Μετά τον πόλεμο, το 1946, εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους εξόριστους στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, με σκοπό τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της χώρας.  Όμως, οι από την προοδευτική Τέχνη διαμορφωμένες αντιλήψεις του, του δημιουργούσαν συχνά προβλήματα με την επίσημη τεχνοτροπία, η οποία χαρακτηρίζονταν από ένα έντονα προβεβλημένο λαϊκοφανές πάθος. Έτσι, στην αρχή της δημιουργίας του είδε αρκετά έργα του να απορρίπτονται ή να δέχονται αυστηρή κριτική. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούσε, μαζί με άλλους συναδέλφους, με τους οποίους μοιράζονταν παρόμοιες αντιλήψεις, να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες. Στο ευρύτερο κοινό έγινε γνωστός με τη συμμετοχή του, στη δημιουργία των μνημείων του Buchenwald, το 1958, με τρία ανάγλυφα στηλών, και του Sachsenhausen, το 1959, με τη μεγαλόσωμη ομάδα γλυπτών με τίτλο „Απελευθέρωση „. Το 1970 εγκαταλείπει τις αναπαραστάσεις ανθρώπινων γλυπτών και ασχολείται πλέον με αφηρημένα μοτίβα. Κρίσιμο σημείο αυτής της καλλιτεχνικής μεταστροφής του αποτελεί η δημιουργία των έργων τουUpright Figures καιInborn Power.  Εκτός των διάφορων γλυπτών δημιούργησε επίσης πολλά έργα ζωγραφικής (ακουαρέλες) και κεραμικής.


 Stürzender Krieger II, 1968, 86 cm, Bronze

Upright Figur No 8,
 1971, 104 cm, Kunststein

Ο René Graetz βρισκόταν ως καλλιτέχνης σε διαρκή αναζήτηση. Η αντίληψή του για τη γλυπτική βασίζονταν στην ένταση της φόρμας, όχι μόνο σαν φυσική ιδιότητα αλλά και σε συσχέτιση με το νοητικό σημείο θεώρησής της. Η γλυπτική του René Graetz θεωρείται ως συνέχεια των δρόμων που προέρχονται από τη μεγάλη παράδοση της γερμανικής ρεαλιστικής γλυπτικής του πρώτου μισού του 20ου αιώνα και από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Τον ίδιο εξέφραζαν ιδιαίτερα τα έργα των Jakob Epstein, Henry Moore, Marino Marini, και Pablo Picasso, αλλά σε σημαντικό βαθμό εκτιμούσε και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό.

Το 1973 τιμήθηκε με το Βραβείο Käthe-Kollwitz της Ακαδημίας των Τεχνών και με το Αργυρούν Πατριωτικό Μετάλλιο Προσφοράς της ΛΔΓ, ενώ είχε επίσης βραβευτεί, το 1959,  για τη συμμετοχή του στο Μνημείο του Buchenwald, με το Εθνικό Βραβείο της χώρας. Ο René Graetz πέθανε απροσδόκητα στις 17 Σεπτεμβρίου 1974, στη μικρή κωμόπολη του Graal-Müritz της Ostsee, κατά τη διάρκεια αποθεραπευτικών διακοπών.

Es erschütterte die Gemäuer / aller Kerker, die Nikos durchmessen; / aller Kerker, in denen die Liebe, / die Kunst und die Weisheit noch schmachten. / So wie sich die großen Gewitter / im Fluge der Vögel ankünden, / so keimt hell seitdem in den Gräsern / der Tag der Gerechten und Rächer.

 

Tο γλυπτό

Πριν ξεκινήσουν οι υπεύθυνοι με τον καθορισμό των τεχνικών και καλλιτεχνικών προδιαγραφών του μνημείου ασχολήθηκαν με το ζήτημα της χωροθέτησής  του. Από τις διάφορες ιδέες και προτάσεις προτιμήθηκε τελικά η επιλογή της νεοϊδρυθείσας τότε Ανωτέρας Σχολής Οικονομικών στο Karlshorst, μιας περιοχής που είχε συνδεδεμένο το όνομά της με το εκεί εγκατεστημένο Αρχηγείο των Σοβιετικών στρατευμάτων. Στη σχολή αυτή εκπαιδεύονταν τα μελλοντικά στελέχη των διαφόρων κρατικών επιχειρήσεων της χώρας ενώ φιλοξενούνταν και πολλοί σπουδαστές αδελφών σοσιαλιστικών χωρών από όλη την υφήλιο. Το σκεπτικό της επιλογής ήταν, ότι σε ένα τέτοιο χώρο, το μνημείο θα συνείσφερε επιπλέον στη σφυρηλάτηση ενός πνεύματος διεθνισμού στις νεώτερες γενιές.


Bundesarchiv Bild 183-25192-0001,
Foto: Funck, Heinz, 22.6.1954

Στο Μουσείο της Περγάμου (22.6.1954): Επίσκεψη μιας αποστολής  Ούγγρων, Αυστριακών και Ελλήνων συνδικαλιστών με τον Graetz. Αριστερά ο Θανάσης Γεωργίου (ως διερμηνέας) και ο Νίκος Καλούδης, γραμματέας συνδικάτου Ελλήνων ναυτεργατών (και μετέπειτα βουλευτής
του ΚΚΕ).

 

Το συμβόλαιο για την κατασκευή του μνημείου υπογράφτηκε στις 21 Νοεμβρίου 1952 μεταξύ της Σχολής, εκπροσωπούμενη από το διευθυντή των τεχνικών της υπηρεσιών, ως εντολέα, και του καλλιτέχνη, ως εντολοδόχου. Στο συμβόλαιο καθορίζονταν το περιεχόμενο της εντολής: „στεκώμενη μορφή του Μπελογιάννη,  ύψους 2,50 μέτρων“, ενώ υπογραμμίζονταν ότι „το μοντέλο είναι δεδομένο“. Ως υλικό καθορίστηκε (αρχικά) ο σίδηρος, ενώ ο καλλιτέχνης δεσμεύονταν να παραδώσει το έργο έως την 1η Μαΐου 1953. Η κοστολόγηση του γλυπτού ορίστηκε σε 26.000 μάρκα, εκ των οποίων τελικά οι 15.000 αναλογούσαν στην αμοιβή του καλλιτέχνη και το υπόλοιπο στα έξοδα κατασκευής (υλικό, χυτήριο). Τα έξοδα μεταφοράς αναλάμβανε η Σχολή.

Ξεκινώντας τη δημιουργία του γλυπτού στο τότε ατελιέ του, στην Platanenstr. 9, στην περιοχή Niederschönhausen, ο Graetz βρισκόταν αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερη κατάσταση: καταρχήν η εντολή δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για μια δική του αισθητική ερμηνεία γύρω από το πρόσωπο και το θέμα. Η αναπαράσταση του ήρωα θα έπρεπε να είναι, όσο γινόταν περισσότερο ρεαλιστική, πράγμα όχι εύκολο, όταν στη διάθεση του καλλιτέχνη βρίσκονταν μόνον κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Μπελογιάννη, από το πρακτορείο ειδήσεων της χώρας ADN. Επιπλέον, το έργο θα έπρεπε στη τελική του μορφή να αρέσει όχι μόνον στους γερμανούς υπεύθυνους αλλά και στους εκπροσώπους των Ελλήνων προσφύγων, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχαν γνωρίσει προσωπικά τον ήρωα.

Από το ξεκίνημα λοιπόν της δουλειάς του ο Graetz αναζήτησε τη συμβουλή και τη γνώμη του Ελληνικού στοιχείου. Ο Θανάσης Γεωργίου θυμάται ότι ο καλλιτέχνης του ζήτησε τη γνώμη για μια πιθανή αναπαράσταση του Μπελογιάννη, κατά τη στιγμή της εκτέλεσης, με τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα. Η στάση αυτή δεν άρεσε στον ερωτώμενο, αφού τη θεώρησε κατά κάποιο τρόπο ηττοπαθή και μειωτική για τον ήρωα. Έτσι προτιμήθηκε η τωρινή, σαν μια πιο θαρραλέα στάση του σώματος, με τα χέρια σχεδόν απελευθερωμένα από τα δεσμά, γεμάτα αποφασιστικότητα και δύναμη.


Bundesarchiv Bild 183-25192-0002, Foto: Funck, Heinz, 22.6. 1954
Έκθεση του γύψινου πρωτοτύπου

στο Μουσείο της Περγάμου
(2 Ιουνίου έως 10 Ιουλίου 1954)

Η είδηση των αποκαλυπτηρίων του
μνημείου στη Neues Deutschland (1.5.1956)

Οι προθεσμίες που είχαν οριστεί στο συμβόλαιο για την περάτωση και παράδοση του γλυπτού μέσα σε έξι μήνες, δεν τηρήθηκαν. Δεν είναι γνωστό αν αυτό οφείλονταν σε καθυστέρηση του καλλιτέχνη, σε αδυναμία λόγω έλλειψης υλικού για τις ανάγκες του  χυτηρίου, σε γραφειοκρατικές κωλυσιεργίες ή σε πολιτικές σκοπιμότητες λόγω, ίσως, αλλαγής του κλίματος στη χώρα μετά τον θάνατο του Στάλιν (στις 5 Μαρτίου 1953).  Στο αρχείο του Graetz και σε άλλες πηγές, δεν βρέθηκε κάποιο σχετικό με τα παραπάνω στοιχείο, από εκείνη την εποχή, ούτε επίσης για τον λόγο και τον χρόνο της αλλαγής του υλικού κατασκευής του ανδριάντα. Η επόμενη αναφορά στο γλυπτό καταγράφεται τo καλοκαίρι του 1954, σε μια έκθεση βερολινέζων καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων και ο René Graetz (Frühjahrs-Ausstellung Berliner Künstler), στο πρόσφατα τότε επισκευασμένο και ανακαινισμένο Μουσείο της Περγάμου. Από τη έκθεση εκείνη υπάρχει μάλιστα και μια φωτογραφία, που αποθανατίζει μια επίσκεψη του Νίκου Καλούδη, με την ιδιότητα του γραμματέα του συνδικάτου ελλήνων ναυτεργατών (και μετέπειτα βουλευτή του ΚΚΕ), σε συζήτηση με τον Graetz, με τη συνοδεία του Θανάση Γεωργίου και άλλων επισκεπτών.


Archiv der Hochschule für Ökonomie,
Fotograf unbekannt

Το μνημείο με την αρχική διαμόρφωση

του περιβάλλοντα χώρου
   

Λίγους μήνες μετά, στα τέλη του Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το πρωτότυπο γύψινο μοντέλο του ανδριάντα έβρισκε το δρόμο του προς το χυτήριο. Αυτή την απαιτητική εργασία είχαν αναλάβει τα φημισμένα από την προπολεμική ακόμη περίοδο Χυτήρια Lauchhammer, της ομώνυμης πόλης στη Σαξονία. Εκτός από την κατασκευή βαρέων μηχανημάτων και μεταλλικών κατασκευών η επιχείρηση αυτή είχε μακρά παράδοση στην παρασκευή γλυπτών έργων τέχνης. Οι εργασίες κράτησαν οκτώ περίπου εβδομάδες και στις 29 Δεκεμβρίου 1954 ο μπρούτζινος ανδριάντας του Μπελογιάννη έφτανε πλέον με τρένο  στο σταθμό Ostbahnhof του Βερολίνου και από εκεί με φορτηγό στη Σχολή.  Έξι μήνες αργότερα, μετά από γραφειοκρατική ασυνεννοησία μεταξύ των υπευθύνων της Σχολής και του χυτηρίου, στάλθηκε και το γύψινο πρωτότυπο, και έτσι ο Graetz μπόρεσε να κάνει τις τελευταίες διορθώσεις και βελτιώσεις και να δώσει την τελική μορφή στην πατίνα του γλυπτού. Η οριστική διαμόρφωση του βάθρου και της επιγραφής έγινε επίσης σε συνεργασία με τους Έλληνες εκπροσώπους.


Archiv der Hochschule für Ökonomie, Fotograf unbekannt
  
Η πρώτη διευθύντρια της Σχολής Οικονομικών
Eva Altmann
  

Τα επίσημα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1956, χωρίς, όπως φαίνεται, ιδιαίτερη επισημότητα ή την παρουσία μεγάλων ονομάτων της κυβερνητικής σκηνής. Η ανατολικογερμανική πρωτεύουσα τις μέρες εκείνες, βρίσκονταν υπό τον πυρετό των τελευταίων προετοιμασιών για τη μεγάλη πρωτομαγιάτικη παρέλαση, στην οποία, εκείνη τη χρονιά, θα λάβαινε μέρος για πρώτη φορά και ο στρατός της χώρας (NVA). Έτσι, το γεγονός βρήκε μια σύντομη αναφορά στο πρωτομαγιάτικο φύλλο της εφημερίδας Neues Deutschland. Εκεί, στο κάτω μέρος της πέμπτης σελίδας, σε 24 σειρές, κάτω από τον  μικρογραμμένο τίτλο Αποκαλυπτήρια του Μνημείου-Μπελογιάννη στο Βερολίνο, αναφέρεται ότι τα αποκαλυπτήρια του μνημείου „του Έλληνα πατριώτη και προλεταριακού αγωνιστή Νίκου Μπελογιάννη“  έγιναν το προηγούμενο απόγευμα παρουσία αντιπροσωπείας του ΚΚΕ. Ο Μπελογιάννης, σημειώνεται στη συνέχεια, „δολοφονήθηκε στις 30 Μαρτίου 1952 από την αντίδραση λόγω του ατρόμητου αγώνα του για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του ελληνικού λαού“. H διευθύντρια της Σχολής Eva Altmann έκανε μια σύντομη ομιλία, ενώ „στο όνομα της ελληνικής εργατικής τάξης ο Καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης ευχαρίστησε τη Σχολή για την εκτίμηση της προσφοράς του Μπελογιάννη για την απελευθέρωση του Ελληνικού λαού“.


Ο γιατρός Καθηγητής
Πέτρος Κόκκαλης

 

Η αυλαία της δημοσιότητας του μνημείου θα πέσει τέσσερις εβδομάδες αργότερα, όταν στην εφημερίδα Sonntag της 27ης Μαΐου 1956, ένας αρθρογράφος με αρχικά Κ.Η. θα σχολιάσει για το μνημείο:

„Το μνημείο για τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Έλληνα αγωνιστή της Ελευθερίας, ένα μπρούτζινο γλυπτό του René Graetz, αποτελεί μια καλή και αισθησιακή παρουσία μέσα στο προαύλιο της  Ανωτέρας Σχολής Οικονομικών στο Karlshorst . Εκατοντάδες φοιτητές περνούν καθημερινά μπροστά από τον μπρούτζινο ανδριάντα του αλύγιστου, υπερήφανου ανθρώπου, που θυσίασε τη ζωή του για την ελευθερία του λαού του.

Τα χέρια του είναι δεμένα, όμως η σφιγμένη γροθιά του αριστερού του χεριού συγκρατεί την τεράστια ενέργεια αυτού του αγωνιστή, που ξέρει ότι δεν είναι μόνος, ενώ η ανοιχτή δεξιά παλάμη του ετοιμάζεται με βία και σιγουριά να εκδηλώσει την αντίστασή του ενάντια στους εχθρούς της ελευθερίας, τους εχθρούς της ειρήνης, τους εχθρούς της κοινωνικής προόδου. Ο άνδρας στέκεται λίγο πριν την εκτέλεσή του, με το δεξί του πόδι προτεταμένο, έχοντας συνείδηση των ορίων της  δράσης του τη στιγμή αυτή, δεν προχωρεί πλέον, παραμένει αλυσοδεμένος ακίνητος,  στέκεται με αισιοδοξία πάνω στο έδαφος που το  μοιράζεται με όλους τους ομοϊδεάτες του στον κόσμο, οι οποίοι θα συνεχίσουν τον αγώνα του.

Ο René Graetz, σε ένα ώριμο και δυνατό έργο τέχνης, μορφοποίησε αυτόν το μοναχικό ήρωα του ελληνικού λαού, όπως αυτός τιμάται εδώ, σε ένα σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία όλων των ανθρώπων και λαών που αγαπούν την ειρήνη,  σε μια ζωντανή, πειστική και  διαρκώς γόνιμη πραγματικότητα“.

Τέσσερα χρόνια περίπου αργότερα, τον Μάιο του 1960 η διεύθυνση μιας τεχνικής γεωργικής σχολής, από το Güstrow-Bockhorst, βόρεια του Βερολίνου, και η οποία έφερε την πρόσθετη τιμητική ονομασία „Νίκος Μπελογιάννης“, απευθύνθηκε στον Graetz διερευνώντας τη δυνατότητα απόκτησης ενός αντίγραφου του γλυπτού του Μπελογιάννη. Το αντίγραφο αυτό δεν κατασκευάστηκε ποτέ, αφού μετά την κοινοποίηση της κοστολόγησής του από τη μεριά του Graetz, η οποία μάλιστα δεν διέφερε από την πρώτη,  η χρηματοδότησή του δεν έλαβε την απαραίτητη έγκριση από τις ανώτερες οικονομικές υπηρεσίες.

Die Sonne bekränzte mit Frühlicht sein Haupt / und nichts war als Licht und als Aufbruch / und nichts als die Zukunft der Schönheit, / als Nikos mit seinen Gefährten / fiel, daß wir Künftigen atmen / des Lebens gereinigte Meerluft / und träumen können wie Kinder / in den taufrischen Hainen der Liebe, / auf den Bergen der ewigen Unrast, / im Frieden der jubelnden Blumen, / im Glück der Gedichte …

 

Επίλογος

Θα πρέπει να ήταν αργά το απόγευμα, κάποια μέρα του περασμένου Μάρτη, όταν επέστρεφα με τον υπόγειο σιδηρόδρομο προς το σπίτι μου, μετά από μια πολύωρη, κουραστική επίσκεψη στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες της πόλης. Η κίνηση εκείνη την ώρα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, το βαγόνι στο οποίο είχα επιβιβαστεί σχεδόν άδειο. Κουβαλώντας μαζί μου και ξεφυλλίζοντας τα τελευταία αντίγραφα των ντοκουμέντων, που είχα πρόσφατα συλλέξει για τον καλλιτέχνη René Graetz και το έργο του, προσπαθούσα με τις σκέψεις μου να συμπληρώσω τα τελευταία κενά του πάζλ της ιστορίας του μνημείου του Νίκου Μπελογιάννη. Ο χαρακτηριστικός ρυθμικός κτύπος των τροχών των βαγονιών στις ράγες λειτουργούσε κατά κάποιο τρόπο υπνωτιστικά, αναγκάζοντας το κεφάλι μου να γέρνει που και που, σχεδόν ρυθμικά, προς τη μεριά του παράθυρου.  Κάπου εκεί, κάποια στιγμή, διέκρινα από την αντανάκλαση μέσα στο τζάμι, τη φυσιογνωμία ενός γνωστού μου ανδρικού προσώπου, που καθόταν πέρα, στο βάθος του βαγονιού. Πριν κάνω οποιοδήποτε νεύμα για να τον χαιρετίσω, τον είδα να έρχεται με αποφασιστικά βήματα προς το μέρος μου, σαν να ήθελε να μου πει κάτι σοβαρό.


Στην 58η επέτειο της εκτέλεσης 
Έλληνες του Βερολίνου καταθέτουν
λίγα γαρύφαλλα στο μνημείο

Ήταν ένας γέρος, Έλληνας πρώην πολιτικός πρόσφυγας, από εκείνους που είχα επισκεφτεί με αφορμή την έρευνα αυτή και τον άκουσα, έκπληκτος και με χαρά, να μου λέει, ότι έμαθε τελικά, πού βρίσκεται το πρωτότυπο γύψινο μοντέλο του ανδριάντα του Νίκου Μπελογιάννη. Ο ενθουσιασμός μου είχε φτάσει στο ζενίθ, όταν με πληροφόρησε, ότι το μέρος δεν βρισκόταν μακριά από κάποια από τις επόμενες στάσεις, έτσι, που θα μπορούσαμε να πάμε αμέσως μαζί εκεί, εάν ήθελα. Τον ακολούθησα σαν μεθυσμένος και αφού διασχίσαμε διάφορους παράπλευρους δρόμους, στενά σοκάκια και σκοτεινές αυλές φτάσαμε σε ένα παλιό, παρατημένο κτίριο, από αυτά που δεν πρόλαβαν να αξιοποιηθούν μετά την Επανένωση της Γερμανίας από δραστήριους επενδυτές, και το οποίο έμοιαζε πολύ με αποθήκη εμπορευμάτων. Μας άνοιξαν την πόρτα και μπαίνοντας μέσα αντίκρισα ένα συγκλονιστικό θέαμα: σε μια μεγάλη αίθουσα βρίσκονταν, άλλα σκόρπια και άλλα παραταγμένα στη σειρά, δεκάδες αγάλματα, προτομές και ανδριάντες, άλλα γύψινα, άλλα πέτρινα ή μπρούτζινα, του Λένιν, του Στάλιν , του Ernst Thälmann, της Rosa Luxemburg, του Anton Saefkof, του Δημητρώφ και άλλων. Έχοντας τα απλανή βλέμματα όλων αυτών καρφωμένα επάνω μου, έψαξα και βρήκα, μετά από λίγη ώρα, το γύψινο μοντέλο του Μπελογιάννη, που αναζητούσα τόσους μήνες, σε μιαν άκρη, ξαπλωμένο ανάσκελα πάνω σ’ ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι. Βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση. Τα πόδια του ήταν σε πολλά σημεία κομματιασμένα και ξανακολλημένα πρόχειρα, ενώ έλειπε τελείως το κάτω άκρο του αριστερού του χεριού, εκείνο με τη σφιγμένη γροθιά. Στο πρόσωπο, ο γύψος είχε αρχίσει μετά τόσα χρόνια να σαθροποιείται, προσδίδοντας στην έκφρασή του έναν τόνο λυπητερό.

Παρατηρώντας τον για αρκετά λεπτά με ένα ανάμεικτο συναίσθημα συγκίνησης και δέους, άρχισε να με βασανίζει η υποθετική απορία: ποιον δρόμο θα είχε ακολουθήσει άραγε ο Νίκος Μπελογιάννης αν είχε ζήσει μέχρι σήμερα, βιώνοντας, όπως τόσοι άλλοι σύντροφοί του, καθαιρέσεις ηγεσιών, διασπάσεις και νομιμοποιήσεις, αλλά κυρίως, τη δραματική κατάρρευση του σοσιαλιστικού οικοδομήματος στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Θα είχε παραμείνει άραγε μέχρι σήμερα ο πειθαρχημένος και πιστός στρατιώτης του Κόμματος; Θα είχε, μήπως, ακολουθήσει την αποστασιοποιημένη πορεία τόσων άλλων χιλιάδων ενταγμένων και ανένταχτων αριστερών, στους λαβύρινθους αναζήτησης ενός άλλου δρόμου;  Άγνωστο… Αλλά και ποιο άραγε είναι το ιστορικό και ηθικό νόημα αυτού του θρύλου σήμερα,  58 χρόνια μετά, σε μια χώρα που βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με μια πιθανή οικονομική και κοινωνική χρεοκοπία, λίγα μόλις βήματα πριν την άβυσσο, όπως τονίζουν εμφατικά πολιτικοί της; 

Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα στριφογύριζαν στο μυαλό μου, όταν ξαφνικά μια παράξενη ανδρική φωνή, παραμορφωμένα βγαλμένη μέσα από μεγάφωνα, με ταρακούνησε στους συλλογισμούς μου: Endstation! Bitte aussteigen! Συνειδητοποιώντας ότι είχαμε φτάσει στο τέρμα της γραμμής του Υπόγειου, βγήκα από το βαγόνι και ανέβηκα βιαστικά τα σκαλοπάτια, κατευθυνόμενος προς την έξοδο. Προσπέρασα ένα περίπτερο, χωρίς το βλέμμα μου να μπορέσει να αποφύγει τους πηχυαίους τίτλους των γερμανικών εφημερίδων για την καταστροφική κατάσταση της Ελλάδας. Όταν έφτασα έξω στο δρόμο, ένα κρύο αεράκι δρόσισε το ξαναμμένο μου πρόσωπο και για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα από μακριά, σαν ψίθυρους, τους στίχους του Πατρίκιου: Άραγε σε ποια μέρη θα συναντηθούμε, σε ποια γλώσσα θα μιλήσουμε, πώς πάλι θα γίνει η γνωριμιά μας;

Γιώργος Μ. Βραζιτούλης, Βερολίνο

Δρ. Τοπογράφος Μηχανικός

* Τα ενδιάμεσα αποσπάσματα προέρχονται από την ποιητική συλλογή του Franz Fühmann, Die Nelke Nikos,  εμπνευσμένη από τον Νίκο Μπελογιάννη και τυπωμένη το 1953, από τις εκδόσεις Verlag der Nation. Ο Franz Fühmann (15.1.1922 - 8.7.1984) υπήρξε συγγραφέας της ΛΔΓ. Στα νεανικά του χρόνια επηρεασμένος από την ναζιστική ιδεολογία, μετεστράφη μετά τον πόλεμο σε ένθερμο υποστηρικτή του σοσιαλισμού, προς τον οποίο όμως κρατούσε κριτική στάση, έως ότου στα τελευταία του χρόνια απογοητεύτηκε πικρά από το εγχείρημα αυτό. Το 1976 ήταν από τους πρώτους που διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τις αρχές της ΛΔΓ για την απέλαση του Wolf Biermann από τη χώρα. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας των Τεχνών και για το έργο του έλαβε διάφορα εθνικά και διεθνή βραβεία.

** Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του René Graetz και των έργων του προέρχονται από το: René Graetz: Grafik und Plastik Gedenkausstellung zum 70. Geburtstag και οι έγχρωμες από το: René Graetz: Skulpturen Körper als Figur und Zeichen. Οι φωτογραφίες των τριών ανάγλυφων των στηλών του μνημείου του Buchenwald από το: Mahn- und Gedenkstätte Buchenwald, Bild- und Leseheft für die Kunstbetrachtung, Volk und Wissen Verlag Berlin,1962.

Πηγές

Πότης Παρασκευόπουλος: Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, Εκδόσεις Κάκτος, 1980.

Σπύρος Λιναρδάτος: Από τον Εμφύλιο στη Χούντα, Εκδόσεις Παπαζήση .

René Graetz: Skulpturen – Körper als Figur und Zeichen, Roese Edition, MCM ART Verlag Berlin.

René Graetz: Grafik und Plastik – Gedenkausstellung zum 70. Geburtstag, Herausg. Staatliche Museen zu Berlin, 1978.

Elizabeth Shaw: Wie ich nach Berlin kam, Aufbau Taschenbuch Verlag, Berlin 2000.

Αρχεία: Landesarchiv Berlin, Staatsbibliothek zu Berlin - Zeitungsabteilung, Archiv der Hochschule für Ökonomie, Archiv der Akademie der Künste, Bundesarchiv, Kunstarchiv Elizabeth Shaw & René Graetz, Archiv Kunstgussmuseum Lauchhammer.