Το πραξικόπημα του Ιωαννίδη και οι εκτιμήσεις της ΣΤΑΖΙ

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο     

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών – 25 Νοεμβρίου 2011)     


Ο Δημήτριος Ιωαννίδης

Στις 25 Νοεμβρίου 1973, ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, ένα σκληροπυρηνικό και αδιάλλακτο στέλεχος της χούντας, χρησιμοποιώντας τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ως πρόφαση για την αποκατάσταση τη δημόσιας τάξης, ανέτρεψε με πραξικόπημα τον μέχρι τότε δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Πριν πέντε περίπου μήνες και συγκεκριμένα στις 1 Ιουνίου 1973, ο Παπαδόπουλος είχε καταργήσει την Βασιλεία και άρχισε να δείχνει ότι επιθυμεί μια φιλελευθεροποίηση του δικτατορικού καθεστώτος. Στα πλαίσια αυτά, στις 8 Οκτωβρίου 1973, ως «Πρόεδρος της Δημοκρατίας», έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Σπύρο Μαρκεζίνη, με σκοπό να «εκδημοκρατικοποιήσει» το καθεστώς και να διεξάγει βουλευτικές εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974.

Η νέα χούντα του Ιωαννίδη διόρισε τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη ως «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» και τον οικονομολόγο Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο ως «Πρωθυπουργό». Παρά τους διορισμούς ο Ιωαννίδης παρέμεινε ο ισχυρός άνδρας, που κινούσε τα νήματα από τα παρασκήνια. Το νέο καθεστώς κατηγόρησε το προηγούμενο για παρέκκλιση από τις «Αρχές της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου» και διακήρυξε ότι έσωσε την «Επανάσταση» από τη φατρία Παπαδόπουλου, επιβάλλοντας στη συνέχεια μια σκληρότερη δικτατορία, με πληθώρα νέων διώξεων προς δημοκράτες και αντιστασιακούς πολίτες, για να καταλήξει τον Ιούλιο 1974 στην εθνική τραγωδία της Κύπρου και στην πτώση του.

Η αναφορά της ΣΤΑΖΙ

Δυο περίπου μήνες μετά το πραξικόπημα Ιωαννίδη, η Κεντρική Υπηρεσία Κατασκοπείας του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας της Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας (Ministerium für Staatssicherheit Hauptverwaltung Aufklärung), στην οποία προΐστατο ο γνωστός Μάρκους Βολφ, προετοίμασε μια ειδική αναφορά, βασισμένη σε πληροφορίες και εκτιμήσεις που είχε συλλέξει από διάφορες πηγές, από ΗΠΑ, Δυτική Γερμανία και Ελλάδα (πηγή: BStU MfS HVA 104, DB, 72-75). Το 4σέλιδο αυτό έγγραφο, με ημερομηνία 7.2.1974 και με την επισήμανση του αυστηρώς απόρρητου, προορίζονταν για πληροφόρηση επτά ηγετικών στελεχών της ανατολικογερμανικής κυβέρνησης, με πρώτους τους Χέρμαν Άξεν (Διευθυντή της Επιτροπής Εξωτερικών του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του Κόμματος SED) και Όσκαρ Φίσερ (Υπουργού Εξωτερικών) και έφερε τον τίτλο  „Πληροφόρηση για ορισμένα προβλήματα της επίκαιρης εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας“. Το ενδιαφέρον των ανατολικογερμανικών για τις εξελίξεις στην Ελλάδα ίσως να εντάσσονταν στο γενικότερο κλίμα μετά τη Συμφωνία σύναψης διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών, που είχε υπογραφεί μερικούς μήνες πριν, στις 25 Μαΐου1973, μια ενέργεια που εξέπληξε τότε τόσο αρκετές δυτικές κυβερνήσεις όσο και πολλούς διωκόμενους Έλληνες κομμουνιστές.

Στην εισαγωγή οι συντάκτες της αναφοράς, βασιζόμενοι σε εκτιμήσεις αμερικανικών διπλωματικών κύκλων σημειώνουν για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, ότι λόγω των κινδύνων εξ αιτίας της «δημοκρατικής χαλάρωσης» αναμένονταν „είτε ένας νέος κυβερνητικός ανασχηματισμός είτε ένα πραξικόπημα“. Τα αίτια του πραξικοπήματος, που προέκυψε τελικά την 25η Νοεμβρίου1973, φέρονται να συνδέονται - κατά τους αμερικανούς διπλωμάτες - με την πολιτική και οικονομική κρίση της χώρας. Κατά την άποψη δυτικογερμανικών κυβερνητικών κύκλων, που επικαλείται η αναφορά, το «Πείραμα Μαρκεζίνη» δεν οδήγησε στην αναμενόμενη εξισορρόπηση αλλά σε „μια αυξανόμενη πόλωση των πολιτικών δυνάμεων“. Ήδη πριν τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη - εκτιμούν οι παραπάνω κύκλοι - ότι μερικά εξέχοντα μέλη της χούντας δεν είχαν καμία διάθεση να αποχωρήσουν από το πολιτικό προσκήνιο. Στον οικονομικό τομέα η κυβέρνηση δεν είχε κατορθώσει να φρενάρει τον πληθωρισμό και την καλπάζουσα αύξηση των τιμών, πράγμα που οδήγησε σε ανησυχία και δυσαρέσκεια σε ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού. „Οι φοιτητικές ταραχές τον Νοέμβριο του 1973 και οι ενέργειες της κυβέρνησης Μαρκεζίνη αποτέλεσαν την αφορμή για την επέμβαση των στρατιωτικών“ τονίζεται αμέσως μετά.

Για τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος, αναφέρεται, ότι προέρχονται από „τη λεγόμενη δεξιά σκληρή πτέρυγα της χούντας του 1967, σε συνεργασία με μερικούς φιλοαμερικανούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατεύματος“ για να προσθέσει στη συνέχεια ότι „σύμφωνα με υπάρχουσες πληροφορίες η αμερικανική μυστική υπηρεσία CIA θα πρέπει επίσης να συμμετείχε στην οργάνωση του πραξικοπήματος“.

Με βάση πληροφορίες από δυτικογερμανικούς κυβερνητικούς κύκλους, σημειώνει ότι „η άνευ εμποδίων διαδικασία αλλαγής ηγεσίας και ο ταχύς σχηματισμός κυβέρνησης οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η ενέργεια αυτή προετοιμάζονταν πολύ καιρό. Από την άλλη πλευρά, η ξαφνική διενέργεια του πραξικοπήματος δεν επέτρεψε στους πραξικοπηματίες έναν έγκαιρο καθορισμό συγκεκριμένων στόχων και την ιεράρχησή τους, καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης των άμεσων προβλημάτων“. Στη συνέχεια προβάλλεται η εκτίμηση ότι „η παρούσα κυβέρνηση θα έχει μόνον μεταβατικό χαρακτήρα, με αποστολή, μακροπρόθεσμα, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιστροφή από την εξορία του πρώην Έλληνα πρωθυπουργού Καραμανλή και την πραγματοποίηση βουλευτικών εκλογών“.

Τα εσωτερικά οικονομικά προβλήματα

Σύμφωνα με την εκτίμηση ηγετικών κύκλων της αστικής αντιπολίτευσης της Ελλάδας, η νέα κυβέρνηση φέρεται να βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά εσωπολιτικά προβλήματα. „Η παθητική αντίσταση του ελληνικού κοινού (sic) στο σύνολό του συνεχίζεται. Το γεγονός, ότι οι πραγματικοί αυτουργοί του πραξικοπήματος εξακολουθούν να βρίσκονται στο παρασκήνιο, προκαλεί δυσπιστία και οδηγεί σε μια στάση αναμονής απέναντι στην πολιτική του νέου καθεστώτος. Γι αυτό ο πρόεδρος Γκιζίκης και η νέα ηγεσία συνολικά βλέπουν ως κύριο έργο τους την επίτευξη πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας στη χώρα και πιστεύουν ότι η σχετικά ταχεία οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας στα τελευταία χρόνια, θα συμβάλει σε αυτό“.

Μέχρι τώρα όμως  – συνεχίζει η αναφορά, περιγράφοντας την κατάσταση στην Ελλάδα - η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν βελτιώθηκε. Εξαγγελθέντες οικονομικοί έλεγχοι δεν πραγματοποιήθηκαν για να μην αποκαλυφτεί η διαφθορά πρώην υψηλόβαθμων στρατιωτικών. Δεν ελήφθησαν συγκεκριμένα μέτρα για την συγκράτηση των τιμών. Για το 1974 εξαγγέλθηκαν νέοι φόροι. Σε ηγετικούς οικονομικούς κύκλους της Ελλάδας εκφράζεται η αμφιβολία, για το εάν η τωρινή κυβέρνηση, λόγω της σύνθεσής της, είναι σε θέση να επεξεργαστεί ένα οικονομικοπολιτικό σχέδιο. Από πολλούς αναμένεται μια σημαντική αύξηση της ανεργίας“.

Ως προς τις σχέσεις με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΚ)  αναφέρεται ότι αποτελούν, όπως και πριν, ένα σημαντικό θέμα της οικονομικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης. Εκτιμάται ότι το καθεστώς δεν υπολογίζει βέβαια σε μια πλήρη ένταξη της χώρας, θεωρεί όμως εφικτή μια παράταση και βελτίωση προς όφελος της Ελλάδας, της υπάρχουσας Συμφωνίας Σύνδεσης.

Οι ανησυχίες των ΗΠΑ

Αναφορικά με την εξωτερική της πολιτική η νέα κυβέρνηση χαρακτηρίζεται (βέβαια) ως πιστή στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ και ότι πρόκειται να ανταποκριθεί σε όλες τις υποχρεώσεις της απέναντί τους. „Ο 6ος Στόλος των ΗΠΑ μπορεί να χρησιμοποιεί τις βάσεις του στη χώρα δίχως περιορισμούς. Εκτός αυτού η χούντα προτίθεται μετά από τη σταθεροποίηση της κατάστασης να ξεκινήσει συνομιλίες για ανανέωση και επέκταση της ελληνο-αμερικανικής στρατιωτικής συμφωνίας“.

Παρόλα αυτά η αναφορά, βάσει πληροφοριών από ελληνικούς και αμερικανικούς κύκλους, εντοπίζει ορισμένες διαφορές σε μεμονωμένα ζητήματα μεταξύ της Ελλάδας και των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτές οι ΗΠΑ φέρονται να ανησυχούν για την επιχειρησιακή ικανότητα του ελληνικού στρατού λόγω „της ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων από υψηλά ιστάμενους στρατιωτικούς και των με αυτό συνδεδεμένων, επανειλημμένων ανασχηματισμών στα υψηλόβαθμα κλιμάκια“ γεγονός που επιφέρει „μεταξύ των μεσαίων βαθμοφόρων σύγχυση και ανησυχία “.  Επίσης οι ΗΠΑ φέρονται να είναι „δυσαρεστημένες με την στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Μεσανατολικό. Η Ελλάδα είναι με το μέρος των αραβικών χωρών και ζητεί μια λύση της διαμάχης στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ. Κατά τα υπάρχοντα στοιχεία, οι διαφορές σ' αυτό το ζήτημα υπήρξαν ένας λόγος για την αμερικανική συγκατάθεση στην πτώση της κυβέρνησης Παπαδόπουλου“.

Ως προς τις σχέσεις τότε της Ελλάδας με τις αραβικές χώρες στην αναφορά γίνεται λόγος για „σημαντικές προόδους“ και υπογραμμίζεται εδώ η συμφωνία με τη Λιβύη για την εκπαίδευση ανώτερων στρατιωτικών στελεχών, που υπογράφτηκε το Νοέμβριο 1973, όπως και διάφορες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δυο χωρών για την αύξηση των οικονομικών τους επαφών. Αναφέρονται επίσης οι συνομιλίες με το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και το Κατάρ για κοινά οικονομικά και εμπορικά προγράμματα με την Ελλάδα.

Για τις σχέσεις της Ελλάδας με τις σοσιαλιστικές χώρες εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να βελτιωθούν με τη νέα κυβέρνηση, „αναμένεται όμως μια μεγαλύτερη διαφοροποίηση της ελληνικής στάσης απέναντι στα σοσιαλιστικά κράτη“.

Ερωτήματα

Το περιεχόμενο του παραπάνω ντοκουμέντου, το οποίο, σημειωτέον, προέρχεται από μια από τις καλύτερα οργανωμένες και επιτυχημένες υπηρεσίες κατασκοπείας εκείνη την εποχή, θέτει ορισμένα νέα ερωτήματα σχετικά με εκείνη τη σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, όπως: Ποια στρατηγικά παιγνίδια παίζονταν άραγε τότε στην ανατολική περιοχή της Μεσογείου και ποιόν ρόλο καλούνταν να παίξει μέσα σε αυτά η νέα χούντα; Επίσης, από πότε είχε αρχίσει να κυκλοφορεί στα διάφορα κέντρα αποφάσεων το σενάριο επιστροφής Καραμανλή στη χώρα, για τη μετά την χούντα περίοδο; Ίσως χρειαστεί να περάσουν ακόμα μερικές δεκαετίες για να το μάθουμε, όπως και για την προδοσία, που λίγους μήνες αργότερα, οδήγησε στην εθνική μας τραγωδία στη Κύπρο.

Το απόρρητο έγγραφο της ΣΤΑΖΙ για τις τότε εξελίξεις στην Ελλάδα (πηγή: BStU MfS HVA 104, DB, 72-75)