ΣΤΗ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών – 28 Σεπτεμβρίου 2011)    

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο

 
 Η πολυκατοικία στην οποία έζησε ο Χατζής τα τελευταία
χρόνια της προσφυγιάς (οδός
Váci út 132A/ΙΙ6)



Η αναμνηστική πλακέτα που τοποθέτησαν οι Έλληνες
της Βουδαπέστης πριν δυο χρόνια

Σε ένα ολιγοήμερο ταξίδι που έκανα στις αρχές του Σεπτέμβρη στην πανέμορφη ουγγρική πρωτεύουσα, είχα την ευκαιρία, μεταξύ των άλλων, να αναζητήσω και τα μέρη, που είναι συνδεδεμένα με τη ζωή του συγγραφέα Δημήτρη Χατζή στα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς του. Με τη βοήθεια ορισμένων Ελλήνων πρώην πολιτικών προσφύγων*, που έχουν παραμείνει στη φιλόξενη αυτή χώρα, μπόρεσα να εντοπίσω και να επισκεφτώ μερικά από τα κτίρια στα οποία έζησε, εργάστηκε, δίδαξε ή δραστηριοποιήθηκε κοινωνικά ο εκλεκτός συμπατριώτης μας. Λίγες από τις εντυπώσεις και συγκινήσεις αυτού του ταξιδιού επιχειρώ να μεταφέρω με το αφιέρωμα αυτό, κυρίως μέσα από μερικές σύγχρονες και ιστορικές φωτογραφίες.

Το κομμάτι της πολυτάραχης βιογραφίας του Χατζή που είναι συνδεδεμένο με την ουγγρική πρωτεύουσα, ξεκινάει χρονικά τον Μάιο του 1950. Προηγούμενα δούλευε  μαζί με άλλους δημοσιογράφους στον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό της Ελεύθερης Ελλάδας στο Βουκουρέστι, στο οποίο είχε εγκατασταθεί την άνοιξη του 1949, έχοντας εγκαταλείψει πριν τα φλεγόμενα υψώματα του Γράμμου. Η πρώτη περίοδος της ζωής στην Ουγγαρία διήρκησε έως την άνοιξη του 1957, εποχή που μετοίκησε στο Ανατολικό Βερολίνο για να εργαστεί στην εκεί Ακαδημία των Επιστημών, και η δεύτερη, από την άνοιξη του 1963 έως το καλοκαίρι του 1975, οπότε επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, μετά από είκοσι έξι χρόνια εξορίας.

Η εφημερίδα και ο ραδιοφωνικός σταθμός

Στη Βουδαπέστη ο Χατζής εργάζονταν ως δημοσιογράφος στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα του ραδιοφωνικού σταθμού της πόλης καθώς και στην εφημερίδα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων «Λαϊκός Αγώνας». Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του σταθμού αυτού είχαν αρχίσει το 1949 και σταμάτησαν οριστικά το 1983. Το πρόγραμμα εκπέμπονταν στα βραχέα, δυο φορές καθημερινά και με την πάροδο του χρόνου είχε αποκτήσει ακροατές τόσο στην Ελλάδα όσο και στους μετανάστες στη δυτική Ευρώπη. Συνεργάτες του Χατζή στο σταθμό, κατά την πρώτη κυρίως περίοδο στην Ουγγαρία, υπήρξαν, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Δελαγραμμάτικας, ο Μιλτιάδης Κρητικός και ο Γεώργιος Γεωργαλάς (ο μετέπειτα υφυπουργός της δικτατορίας), με τους οποίους μάλιστα για ένα διάστημα στην αρχή συγκατοικούσε προσωρινά.


Το λογότυπο της εφημερίδας
«Λαϊκός Αγώνας»

Η εφημερίδα «Λαϊκός Αγώνας» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1950 και εκδίδονταν τακτικά, επί 27 χρόνια, στην αρχή ημερήσια και αργότερα δυο φορές τη βδομάδα. Ένα τμήμα της εφημερίδας τυπώνονταν και στα σλαβομακεδονικά, για τους πολυάριθμους σλαβόφωνους μεταξύ των πολιτικών προσφύγων. Τα θέματα της εφημερίδας κάλυπταν ειδήσεις από την Ελλάδα, την Ουγγαρία αλλά και από τη ζωή και δραστηριότητα της προσφυγικής κοινότητας. Οι πρώτοι συντάκτες της εφημερίδας μαζί με τον Δημήτρη Χατζή υπήρξαν οι Θωμάς Δρίτσιος, Λάζος Μάλιος, Μαρίνος Μαρινέλης και Αργύρης Αργυριάδης. Μεταξύ των μετέπειτα συντακτών της εφημερίδας αξίζει να αναφερθούν εδώ και οι Ηπειρώτες Γιώργος Οικονόμου, (καθηγητής φυσικομαθηματικός, από τον Πωγωνίσκο του Ν. Ιωαννίνων), ο Αποστόλης Πολύζος (νομικός, από την Άρτα) και ο Χριστόφορος Αθανασίου (ιστορικός, από τον Πολύγυρο Ν. Ιωαννίνων). 

Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες


Στο κτίριο αυτό στεγάζονταν μαζί με άλλους δημοσιογραφικούς οργανισμούς και τα γραφεία του «Λαϊκού Αγώνα» (σήμερα ξενοδοχείο Boscolo - New York Pallace, οδός Erzsébet körút 9-11)

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στη Βουδαπέστη, (ο αριθμός των οποίων το 1952 ανέρχονταν σε 3.252 άτομα), διέμενε τότε σε ένα ειδικά μετασκευασμένο και ανακαινισμένο συγκρότημα αποθηκών ενός καπνεργοστασίου, με την ονομασία «Ντόχανγκιαρ» (Dohánygyár). Το συγκρότημα αποτελούνταν από έξι κτίρια, εκ των οποίων το μεγαλύτερο (επί της οδού Köbányai út) προορίζονταν για αντρόγυνα ή οικογένειες. Για τους εργένηδες προβλέπονταν ξεχωριστό κτίριο, ενώ στα άλλα κτίρια στεγάζονταν η αίθουσα παραστάσεων και το εστιατόριο, μια σχολή θηλέων και τα γραφεία του Συλλόγου των προσφύγων και αργότερα, σε ένα άλλο κτίριο, δημοτικό σχολείο και βρεφονηπιακοί σταθμοί. Οι χώροι διέθεταν ηλεκτρικό ρεύμα, κεντρική θέρμανση και ζεστό νερό – πράγμα όχι αυτονόητο εκείνη την εποχή - και παρά την σχετική στενότητά τους και διάφορους άλλους περιορισμούς, αποτελούσαν είδος πολυτελείας για τους επί χρόνια κυνηγημένους μαχητές και πρόσφυγες, οι περισσότεροι από τους οποίους, προέρχονταν από καθυστερημένες αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Το συγκρότημα αυτό στέγασε μέχρι το 1966 Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, οι οποίοι στο μεταξύ διάστημα είχαν μετακομίσει σταδιακά σε νεότερες κατοικίες ή σε άλλες περιοχές της Ουγγαρίας.


Το κτίριο που στεγάζονταν εκείνη την εποχή η έδρα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Παν/μίου της Βουδαπέστης

Ο Χατζής δεν χρειάστηκε να κατοικήσει στο «Ντόχανγκιαρ», αφού με τον ερχομό του στη Βουδαπέστη συνδέθηκε με την Ουγγαρέζα Ελισάβετ Βίτκο, στενοδακτυλογράφο, γόνο μιας πρώην αστικής  οικογένειας. Έζησαν μαζί για ένα μεγάλο διάστημα σε κεντρική περιοχή της πόλης, στην πλατεία Kossuth Lajos tér 16, ενώ παντρεύτηκαν, μετά από πολλές γραφειοκρατικές δυσκολίες, μόλις στις αρχές του 1957, λίγους μήνες πριν αναχωρήσουν για το Ανατολικό Βερολίνο.

Στο μεταξύ, το 1950, του αφαιρέθηκε από το ελληνικό κράτος η ελληνική ιθαγένεια «ως βουλγαρόφρονα» ενώ το 1952, καταδικάστηκε ερήμην στο Διαρκές Στρατοδικείο Ιωαννίνων για λιποταξία και του επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου. Την ίδια χρονιά διαγράφηκε από το ΚΚΕ, χωρίς, μετά από αυτό, να απαρνηθεί τα αριστερά του ιδεώδη, ώστε στους ουγγρικούς (αλλά και ανατολικογερμανικούς) ακαδημαϊκούς κύκλους να θεωρείται, παρά τις κατά καιρούς αποστασιοποιήσεις του, ως ένας «καλός» κομμουνιστής.

Στο Πανεπιστήμιο


Στο κτίριο της ισπανικής πρεσβείας (οδός Eötvös utca 11) στεγάζονταν τότε για ένα διάστημα ο Σύλλογος των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Ουγγαρία

Στην πρώτη περίοδο της Βουδαπέστης ο Χατζής, πέρα από τις υποχρεώσεις του στην εφημερίδα και στο ραδιοφωνικό σταθμό, αφοσιώθηκε στη μελέτη και παρακολούθηση μαθημάτων του γνωστού ελληνιστή καθηγητή Gyula Moravcsik, στο τμήμα Κλασσικών και Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου. Είναι το διάστημα που θα δημιουργήσει τα γνωστικά θεμέλια για τη μετέπειτα φιλολογική του δραστηριότητα. Τα γεγονότα της εξέγερσης του 1956 στην Ουγγαρία, (για τα οποία η εμπλοκή και ο ρόλος των Ελλήνων προσφύγων δεν έχει ακόμη διερευνηθεί διεξοδικά), τον οδήγησαν, λόγω του βεβαρυμμένου κλίματος που επικρατούσε, να πάρει την απόφαση να μετοικίσει με τη σύζυγό του στο Ανατολικό Βερολίνο. Εκεί ο επίσης φημισμένος νεοελληνιστής καθηγητής Johannes Irmscher, του εξασφάλισε μια θέση ερευνητή στο Ινστιτούτο του (Ελληνορωμαϊκών Σπουδών) στην Ακαδημία  Επιστημών, ενώ παράλληλα ανέλαβε και την επίβλεψη της διδακτορικής του διατριβής.


Ο Δημήτρης Χατζής με τον Αποστόλη Πολύζο στα γραφεία της εφημερίδας

Η δεύτερη περίοδος της ζωής του στη Βουδαπέστη (1963-1975) συνέπεσε με την ίσως πιο λαμπρή περίοδο των Νεοελληνικών Γραμμάτων στην Ουγγαρία. Σ' αυτό συνετέλεσαν και οι πολυάριθμες επαφές που είχαν ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του '60, με τις ολοένα συχνότερες επισκέψεις από την Ελλάδα και τη Κύπρο. Ιδιαίτερη αύξηση του ενδιαφέροντος για τα ελληνικά πολιτικά και πολιτιστικά πράγματα εμφανίστηκε στη χώρα με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή οι Ούγγροι θα γνωρίσουν τον Καζαντζάκη, τον Καβάφη, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο και τον Σεφέρη.

Ο Χατζής έγινε τότε γνωστός στην Ουγγαρία όχι τόσο ως συγγραφέας (αν και έργα του είχαν ήδη μεταφραστεί στα Ουγγρικά) αλλά κυρίως ως επιμελητής διαφόρων ανθολογιών νεώτερης και μεσαιωνικής ελληνικής λογοτεχνίας, για την έκδοση των οποίων είχε κερδίσει τη συνεργασία των καλύτερων μεταφραστών ποίησης και λογοτεχνίας της Ουγγαρίας.  Στη περίοδο αυτή αρθρογραφούσε και πάλι στον «Λαϊκό Αγώνα», ενώ προσελήφθη στο Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd της Βουδαπέστης, στην αρχή ως βοηθός και μετά την απόκτηση του διδακτορικού του (1969), ως επιμελητής (ανάλογο του επίκουρου καθηγητή) μέχρι την οριστική επιστροφή του στην Ελλάδα. Το διάστημα αυτό έμενε με την τότε σύζυγό του στη νεόκτιστη, την εποχή εκείνη, πολυκατοικία στην οδό Váci út 132A.


Ο Δημήτρης Χατζής διδάσκοντας σε υποψήφιες δασκάλες και δασκάλους των ελληνικών σχολείων της Ουγγαρίας

Πολλοί από τους ηλικιωμένους Έλληνες που συνάντησα στη Βουδαπέστη, και οι οποίοι μοιραστήκαν μαζί του εκείνα τα χρόνια στην προσφυγιά, τις πίκρες και τις χαρές, τις ανησυχίες και προπάντων, τον διακαή πόθο του επαναπατρισμού, είχαν να μου διηγηθούν διάφορες ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές ιστορίες από την προσωπική τους γνωριμία με τον συγγραφέα της Μικρής μας Πόλης. Εκείνο που έχει μείνει αξέχαστο στους περισσότερους, είναι ο ενθουσιασμός και το πάθος που συνέπαιρναν τον Χατζή όταν μιλούσε, ειδικότερα στους νέους, για τα Ελληνικά Γράμματα, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία της πατρίδας του, η οποία, σαν σκληρή μητριά, τον είχε τότε απαρνηθεί, μαζί με χιλιάδες άλλα παιδιά της.


Ο Δημήτρης Χατζής σε χαιρετισμό κατά την διάρκεια εκδήλωσης συμπαράστασης στον λαό του Βιετνάμ,  τον Απρίλιο του 1967 στη Βουδαπέστη

 

Το μεγαλύτερο κτίριο του συγκροτήματος «Ντόχανγκιαρ» που φιλοξενούσε τους  Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στη Βουδαπέστη

     

   

    

[* Αισθάνομαι υποχρεωμένος να εκφράσω εδώ τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μου για την φιλικότατη υποδοχή και βοήθεια, στους κ. Λαοκράτη Κοράνη (Πρόεδρο της Αυτοδιοίκησης των Ελλήνων Ουγγαρίας), κα. Ευαγγελία Τσαρούχα Σαμπό (Διευθύντρια του Ελληνικού Σχολείου στη Βουδαπέστη),  τον Ηπειρώτη τουριστικό επιχειρηματία και φιλόλογο κ. Θεόδωρο Σκεύη, όπως και στον Ούγγρο Νεοελληνιστή κ. András Mohay.

Θερμές ευχαριστίες επίσης, προς τους ακούραστους πατριώτες κ. Γιάννη Ράπτη και κ. Χαράλαμπο Βλάχο για την ευγενική παραχώρηση των τριών ιστορικών φωτογραφιών με τον Δ. Χατζή, από το ανεκτίμητης αξίας αρχείο τους.]

Γ. Μ. Βραζιτούλης