Η ιστορία δυο εγκλημάτων από τα χρόνια της Κατοχής

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο

[Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» του Πύργου Ηλείας,  από 28.10.2012]


 Ο Άρτουρ Γκρίμερ 
το έτος 1960

Το καλοκαίρι του 1944, μια ομάδα 15 περίπου γερμανών στρατιωτών υπό την διοίκηση ενός υπαξιωματικού περνούσε συντεταγμένα μέσα από την πόλη του Πύργου, πηγαίνοντας σε μια υπαίθρια άσκηση. Οι κάτοικοι κοιτούσαν τρομαγμένοι την πορεία, φοβούμενοι τυχόν συλλήψεις,  εμπρησμούς ή εκτελέσεις. Στην άκρη ενός δρόμου είχαν μαζευτεί μερικές γυναίκες από τη γειτονιά και στη θέα τους άρχισαν να κλαίνε γοερά, πιστεύοντας ότι θα τους συμβεί κάποιο μεγάλο κακό. Μία γυναίκα από το πλήθος, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα τρίχρονο παιδάκι πλησίασε τον επικεφαλής, εκλιπαρώντας τον να λυπηθεί τους κατοίκους. Και τότε εκείνος, με μια απότομη κίνηση άρπαξε το μωρό από το σβέρκο και απωθώντας προηγουμένως τη μητέρα του, το εκσφενδόνισε με δύναμη στον τοίχο ενός διπλανού σπιτιού. Το παιδάκι έπεσε μετά τη σφοδρή σύγκρουση στο έδαφος και  έμεινε ασάλευτο. Η μητέρα του και άλλες γυναίκες με ουρλιαχτά πόνου και απόγνωσης περικύκλωσαν το μικρό κορμάκι, προσπαθώντας όσο ήταν δυνατόν, να το φροντίσουν. Ο επικεφαλής και το στρατιωτικό σώμα συνέχισαν την πορεία τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Η παραπάνω σκηνή που διαδραματίστηκε στα μαύρα χρόνια της Κατοχής στην Πελοπόννησο, δείχνει για άλλη μια φορά την κτηνωδία και απανθρωπιά των γερμανών κατακτητών απέναντι στον ελληνικό λαό. Μια απανθρωπιά που επισφράγισαν με εκατοντάδες άλλα, μικρά και μεγάλα, εγκλήματα σε διάφορες περιοχές της Πατρίδας μας και τα οποία στην πλειοψηφία τους έμειναν αργότερα ατιμώρητα. Το συγκεκριμένο περιστατικό όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια,  αποτελεί μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις.

Η περίπτωση Άρτουρ Γκρίμερ


Απόσπασμα από το ένταλμα σύλληψης

Ψάχνοντας στα αρχεία της Κρατικής Ασφάλειας της πρώην Λ.Δ. Γερμανίας στοιχεία για μια  έρευνά μου από την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα έπεσε στα χέρια μου ο δικαστικός φάκελος με την καταδίκη ενός γερμανού, ο οποίος είχε υπηρετήσει στη ναζιστική Βέρμαχτ για ένα διάστημα και στην Πελοπόννησο (κωδικός: BStU - MfS HA IX/11 ZUV 33 Bd1,2). Επρόκειτο για τον δεκανέα Άρτουρ Άντολφ Γκρίμερ, γεννημένο στις 24.3.1916 στη Λειψία, τον οποίο οι θύελλες του πολέμου, τον έφεραν στο διάστημα 1943/44  στο 4οΤάγμα της Μεραρχίας Ανεπιθυμήτων  999 (IV. Strafbatallion 999) που ήταν στρατοπεδευμένο στην Αμαλιάδα. Στη Μεραρχία αυτή υπηρετούσαν κυρίως κομμουνιστές και άλλοι αντιναζιστές Γερμανοί, μαζί με διάφορους κατάδικους ποινικών αδικημάτων. Η ιστορία του σώματος αυτού είναι γνωστή, αφού από τις γραμμές του, αρκετοί αριστεροί γερμανοί στρατιώτες λιποτάκτησαν, για να ενταχτούν στις γραμμές του ΕΛΑΣ, ενώ άλλοι επίσης πλήρωσαν με τη ζωή τους τη συνεργασία αυτή με την ελληνική Αντίσταση.

Παρότι ο Γκρίμερ στα νεανικά του χρόνια ήταν μέλος σε διάφορες σοσιαλιστικές οργανώσεις,  αργότερα, σαν υπαξιωματικός της Βέρμαχτ υπήρξε σαδιστικά αυστηρός με τους απλούς στρατιώτες, ειδικότερα δε τους κομμουνιστές. Δύο από αυτούς τους στρατιώτες, που υπήρξαν οι ίδιοι θύματα της ανελέητης συμπεριφοράς του καθώς και μάρτυρες των εγκλημάτων του,  συγκεκριμένα οι Άρτουρ Μιρς και Βάλντεμαρ Μπόιτε,  τον αναγνώρισαν αργότερα, μετά τον πόλεμο στη Λειψία και τον κατήγγειλαν στις αρχές, με αποτέλεσμα να δρομολογηθεί η δικαστική καταδίκη του. Εκτός από το τραγικό περιστατικό στον Πύργο οι καταγγελίες τους αναφέρονταν και σε άλλο ένα φονικό γεγονός σε μια κοντινή περιοχή.

 Το έγκλημα στη Άνω Μανωλάδα

Την Άνοιξη του 1944 κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής  περιπολίας της διμοιρίας του Γκρίμερ, λίγο έξω από την Άνω Μανωλάδα, συνάντησαν στο δρόμο έναν νεαρό, 16 μέχρι 18 χρονών,  πάνω στο γαϊδουράκι του, που κατευθύνονταν προς τον οικισμό. Η προχωρημένη ώρα (γύρω στις 11.00 τη νύχτα) ήταν βέβαια απαγορευτική για οποιονδήποτε Έλληνα και έτσι οι Γερμανοί διέταξαν τον άτυχο νεαρό να κατεβεί και τον ανέκριναν για λίγα λεπτά επιτόπου. Λίγο μετά, ο Γκρίμερ οδήγησε τον νεαρό λίγο πιο πέρα, και πίσω από μερικούς θάμνους τον εκτέλεσε εν ψυχρώ με το αυτόματό του. Η όλη σκηνή δεν κράτησε πάνω από πέντε λεπτά, η στρατιωτική ομάδα εγκατέλειψε τον νεκρό, μαζί με το γαϊδουράκι του που στέκονταν υπομονετικά δίπλα του, σε κείνο το σημείο. Έτσι ακριβώς περιέγραψε το συμβάν στις ανακριτικές αρχές και στο δικαστήριο ο πρώην στρατιώτης Άρτουρ Μιρς, που συμμετείχε στην περίπολο αυτή εκείνη τη νύχτα.

Με τη ίδια ψυχρότητα ο Γκρίμερ είχε εκτελέσει  με το όπλο του, στα τέλη του 1943, σε κοντινή περιοχή και ένα γερμανό αντιναζιστή, ο οποίος είχε λιποτακτήσει και είχε προσχωρήσει στις γραμμές του ΕΛΑΣ, μετά από προδοσία και ενέδρα που του είχαν στήσει.

Η τιμωρία


Η δικαστική απόφαση του δικαστηρίου της Λειψίας

Το τέλος του πολέμου βρήκε τον Γκρίμερ  σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο κοντά στην πόλη Τρίερ, όπου αιχμαλωτίστηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την πόλη Σμελν της Θουριγγίας. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού βέβαια απέκρυψε την συγκεκριμένη δράση του κατά τη θητεία του στη Βέρμαχτ, φρόντισε να δημιουργήσει ένα προφίλ καλού κομμουνιστή και μάλιστα να αναρριχηθεί τοπικά σε σχετικά υπεύθυνες κομματικές θέσεις. Εργάζονταν ως τυπογράφος, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε απογόνους. Ώσπου την άνοιξη του 1960, αναγνωρίστηκε από πρώην συναδέλφους και καταγγέλθηκε στις Αρχές της Κρατικής Ασφάλειας , την περιβόητη Στάζι, η οποία ανέλαβε το ανακριτικό έργο, τη σύσταση του κατηγορητήριου και τη σύλληψή του.

Το δικαστήριο της Λειψίας, στις 5 Σεπτεμβρίου 1960, με βάση τις παραπάνω αλλά και μια σειρά από άλλες κατηγορίες,  καταδίκασε τον Γκρίμερ σε ισόβια δεσμά. Η έφεσή του απορρίφτηκε και ο καταδικασθείς εγκλείστηκε στις φυλακές της Λειψίας. Δέκα χρόνια σχεδόν αργότερα, την πρωτομαγιά του 1970, ο κρατούμενος άφησε εκεί την τελευταία του πνοή, εξ αιτίας ενός πνευμονικού οιδήματος. Ο Άρτουρ Γκρίμερ, ως ένα μικρό και ασήμαντο γρανάζι στην ναζιστική δολοφονική μηχανή πλήρωσε, κατά κάποιο τρόπο, για τα προσωπικά του εγκλήματα στον Πόλεμο. Πολλοί άλλοι όμως, που είχαν βουτηγμένα τα χέρια τους στο αίμα εκατοντάδων ή και χιλιάδων ακόμη αθώων θυμάτων, έμειναν στο απυρόβλητο ή ακόμη κατόρθωσαν να κάνουν εκπληκτικές καριέρες στην μεταπολεμική Γερμανία.

 

 

 

.