Πολιτισμός

"εκδηλώσεις"

Ένας τόπος. ‘Ενας λόγος για την

Ζυράννα Ζατέλη.

 


 

     Κατ’ αρχήν, επιτρέψτε μου, να ευχαριστήσω από τα φύλλα της καρδιάς μου τους ιθύνοντες του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ιωαννιτών. Ξεκινώ από τον Προέδρο του Κέντρου, τον Κύριο Ελισάφ και την Διευθύντρια την Κυρία Στρατσιάνη που με ενθουσιασμό και με πείσμα δέχθηκαν, αγκάλιασαν και υλοποίησαν την πρόταση του Συλλόγου μας για αυτή την λογοτεχνική βραδιά αφιερωμένη στην Κυρία Ζατέλη. Οφείλω να απευθύνω, ακόμη, ένα θερμό ευχαριστώ σ’ όλους εκείνους που βοήθησαν για να είμαστε εδώ, να οργανώσουμε αυτή την όμορφη πρωτοβουλία, τους τεχνικούς και τους υπαλλήλους του Πνευματικού Κέντρου.

     Για να είμαι ειλικρινής, απ’ αυτό το βήμα νιώθω να με διατρέχουν ρίγη αμηχανίας. Αμηχανία επειδή παρουσιάζω μία τόσο σημαντική προσωπικότητα, με εθνική και διεθνή εμβέλεια, όπως αυτή της Κυρίας Ζατέλη. Μία καλλιτέχνιδα γνωστή στη χώρα μου, στην Ιταλία όπου η πλειονότητα του έργου της, εικάζω,  μεταφράστηκε ή μεταφράζεται. Κι αυτό συνιστά καθοριστικό έναυσμα για τη σημερινή της παρουσία στην πόλη μας. Όμως, σε λίγο θα επιχειρήσω δειλά να εκφράσω την άποψή μου για τα κομψοτέχνηματά της. Αργότερα, όλοι οι παρεβρισκόμενοι σ’ αυτή την αίθουσα θα την κρίνετε, εύχομαι, με συγκατάνευση.

     Θα ξεκινήσω, σημειώνοντας ότι η απόψή μου για το έργο της συγγραφέα συσχετίζεται άμεσα και με τον τόπο στον οποίο ζω. Στην πόλη μας. Γενικά, στην Ήπειρο. Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα δακτυλικά αποτυπώματα του τόπου. Θα απιθώσω το πράο βλέμμα μου πάνω σε καίρια στοιχεία του τόπου που για μένα αποτελούν έναν “ακρογωνιαίο λίθο” για το βίο των ανθρώπων και, ιδιαίτερα, για την βιο-γραφία μου. Γνωρίσματα που διάστικτα διαβλέπω και, εν μέρει, διακρίνω και στο αναπεπταμένο έργο της Κυρίας Ζατέλη. Αλλά, παίρνω αμπάριζα (φόρα) και ξεκινώ.

     Κυρία Ζατέλη, Σας καλωσορίζω απόψε σ’ αυτόν τον τόπο. Ένας τόπος, όπως γνωρίζετε, που βρίθει πολυσχιδών πολιτιστικών πλευρών. Ένας τόπος που δίχως άλλο ορθώνει αμέτρητες και διάστικτες ιστορικές μνήμες. Ένας τόπος που αναμφισβήτητα σμιλεύεται. Ένας τόπος που λαξεύεται και αναμφίβολα σκαλίζεται από άπειρες βιωματικές προεκτάσεις. Εν συντομία, ένας τόπος - κουβάρι του οποίου τα νήματά του γνέθουν αναρίθμιτες ταυτότητες. Ένας τόπος που προσωπικά, αποκτά όμως και, διαμορφώνει ωστόσο, μία ξεχωριστή “ειδοποιό διαφορά”. Εντελώς ιδιάζουσα. Ένας τόπος προπάντων της πέτρας. Ένας τόπος, κυρίως, του ψωμιού.

Πέτρες.


 

     Δηλαδή, πέτρες ροκανισμένες. Πέτρες διάτορες. Πέτρες χαραγμένες από φλέβες, όπου οι ντόπιοι τις εμπότισαν με μιλιές, με νεύματα. Πέτρες πετροκαλαμήτρες. Πέτρες που ακολουθούν το γέρμα μιας ημέρας. Πέτρες που καρτερούν το μούχρωμα, το λυκαυγές της επομένης. Πέτρες σκαλισμένες. Πέτρες επιπλέον πονεμένες. Πέτρες διάτρητες από τον κόπο. Πέτρες δροσισμένες. Πέτρες απαγκιασμένες από τον ιδρώτα των χεριών. Πέτρες που το ψωμί μπορεί να τις μαλακώσει. Πέτρες.

Αλλά, και ψωμί.

     Τόπος του ψωμιού, είπαμε. Ψωμί: Συνώνυμο του άρτου. Τότε ο άρτος: καρπός του σταριού θρεμμένος από τις ριπές του ανέμου. Ο άρτος: πλασμένος από τη θωπεία των χεριών. Ο άρτος: ανθοσύνη των ευωδιών των όμορφων γυναικών και των ευειδίων κοριτσιών. Ο άρτος της γης. Ο άρτος. Απλώς: Το ψωμί. Το ψωμί που υφαίνει λέξεις. Το ψωμί που κεντά φράσεις. Το ψωμί που ξομπλιάζει ιστορίες. Και ακόμη σήμερα, σ’ ένα σπίτι, πέτρινο και τούτο, καθισμένοι όλοι γύρω από ένα αναμμένο παραγώνι, η πέτρα συνοδεύει τη σιωπή του κάματος. Το οποίο, ψελλίζει, ανεπαίσθητα, φωνές μίας κουβέντας. Σιγοκομπιάζει ένα φτενό λόγο. Μέχρι, κανείς, λάου λάου, να ξεκινήσει να πλάθει μία συρμή αφήγηση. Ζυμώνει ένα αυλάκι από ιστορίες. Ιστορίες που μετά φουσκώνουν. Ξεχειλίζουν. Έπειτα, κελαρίζουν δροσερά. Πράγματι, τόπος της πέτρας, τούτος. Και τόπος του ψωμιού. Αλήθεια: τούτος εδώ ο τόπος, κακοτράχαλος φαίνεται. Όμως, οι μαστοφόρες πλαγιές ενός βουνού τον συγκρατούν πρώτα. Στάζουν έπειτα τις μιλιές των βροτών (των θνητών), καθώς οι πόθοι τους, ανεξομολόγητα και ανεξιχνίαστα, τραγουδούν τις χρωματικές εναλλαγές των φυσικών στοιχείων. Αρμαθιάζουν και σαλαγούν τα βογγητά, τα λαχανιασμένα χνώτα των ντόπιων.

     Σκηνικά αυτά που, διάσπαρτα, εντοπίζω και στα βιβλία της Κυρίας Ζατέλη. Στοιχεία φυσικά. Ζώα λικνιστικά. Που παλινδρομούν άλαφρα: Αντίστιξη σκιόφου και ιρίδων άγγιγμα. Πρόσωπα του κάματος, όπου ο ιδρώτας τους αρταίνει την ζωή τους, ως αλειμμένη αλισάχνη στα ροζιάρικα χέρια τους. Ακόμη, στικτοί έρωτες: Οροσειρές δαντελλωτών βουνών. Ενορχηστρωτικοί έρωτες. Χορευτικοί έρωτες που ακολουθούν τους ρυθμούς του διαδοχικού κρεσέντο (crescendo) και του εναλλασσόμενου οστινάτο (ostinato), οι οποίες κορυφώνονται όπως οι δονητικές και οι παλμικές νότες της περιστροφικής μουσικής του Bolero του Maurice Ravel (1928). Έρωτες πινελιές. Στικτογραφίες, όπου το δάκρυ ράβει τον πόθο του αγαπημένου. Έως που, απροσδόκητα, ξάφνου, ο θάνατος χτυπά. Ναί: ο θάνατος! “Ο θάνατος γιορτινά ντυμένος(1), όπως τον κατανομάζει η συγγραφέας. Ο θάνατος που πλέκει. Ο θάνατος που τυλίγει. Ο θάνατος που πλάθει τις ζωές μας και στίζει τον βίο μας. Όλος αυτός ο περίγυρος ξεδιπλώνεται στα βιβλία της Κυρίας Ζατέλη. Ξετυλίγεται ένα σύμπαν, θαρρώ. Ξεθηλυκώνεται μία οικουμένη, η οποία, για να δανειστώ μία φράση του Ρώσου ποιητή Osip Maldestam που υπομνηματίζει γράφοντας ότι: «Ένα κείμενο αποτελείται από ένα μακρινό σμάρι αντηχήσεων»(2). Πάει να πεί, μία οικουμένη με αντίλαλους: Παλιούς και νέους. Μία οικουμένη, όπου κάθε λέξη κελαηδά. Ήχους του χθές. Ήχους του σήμερα. Ήχους που λαλούν σε κάθε πρόταση. Πράγματι, απόψε, θα μιλήσουμε για σμήνη τραγουδιστών λέξεων: Συγγραφική συμφωνία σε μείζονα συγχορδία βιβλίων.

     Και εδώ, σ’ αυτό το κομβικό σημείο, οφείλω να τονίσω, γενικά, ότι κάθε βιβλίο διαδραματίζει τον βίο του. Ενώ η απήχησή του, θα ομονοήσουμε, περιβάλλεται, αντίθετα, από την τύχη. Μία τύχη, προσέξτε, που κοσκινίζεται οπωσδήποτε από την κρησάρα της ανάγνωσης. Και προσωπικά, απόψε, Σας ομιλώ με αυτή την ιδιοσυστασία μου. Ως απλός αναγνώστης. Όμως, ας σταθούμε λίγο σ’αυτή την λέξη. Ανάγνωση : «ανά» συν «γνώση». Έτσι, προθυμοποιούμαι προς μία ανά-πλαση της πρωταρχικής γραφής. Φιλοτιμούμαι προς, μία ανα-σύνθεση του συγγραφικού κειμένου. Με αυτή την προσέγγιση, ο καθένας από έμας συναντά αμέσως την γραφή της συγγραφέα. Ταυτόχρονα, σιμοχνωτίζεται με το υπόστρωμα της γραφικής πλοκής. Μετά τα διυλίζει πάνω στις θωπείες των ματιών του, ώστε στο τέλος να καταγράψει τις δονήσεις, τις σεισμογραφικές συγκινήσεις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του. Τότε, εγώ, ως λιτός και πενιχρός αναγνώστης, διεισδύω στους μαιάνδρους της Ζατελικής γραφής, έχοντας μαζί μου προσωπικούς οδοδείκτες: Τα επίκτητα Ελληνικά μου, πρώτα απ’όλα, και κυρίως τα μητρικά μου Ιταλικά ανεμολόγια. Πιστέψτε με, ότι η ρότα μου τώρα, πλοηγώντας στα ελικοειδή κύματα της Ζατελικής θάλασσας, προκύπτει εντελώς συναρπαστική: Μία θάλασσα αποτελούμενη από τον ιδρώτα των σκέψεών της. Μία θάλασσα ρυτιδωμένη από τα δάκρια της χαράς της.  

     Μπορείτε, βεβαίως, να με ρωτήσετε, λέγοντάς μου: «Για ποιόν λόγο, όλα αυτά;». Θα Σας απαντούσα ότι η συγγραφική γεωδαισία της συγγραφέα ακολουθεί, κατά την γνώμη μου, μία αρχαιολογική συμπεριφορά. Εξηγούμαι. Αρχαιολογική στάση, όχι τόσο στην αναζήτηση αρχαίων ευρημάτων. Απεναντίας: Η συγγραφέας καταπιάνεται με τον ρόλο του ιχνηλάτη των στοιχείων, τα οποία συσσωρεύθηκαν στο χώρο και αποσιωπήθηκαν συγχρόνως στο χρόνο. Στοιχεία που έπεσαν σε μία παρατατημένη λήθη και η συγγραφέας αποπειράται, με τέχνη, μία διαδικαστική απεμπλοκή και ανασκόπηση, ψυχανεμίζοντας τα περιθώρια ενός άφατου λόγου. Δηλαδή, η συγγραφέας ως αρχαιολόγος δοκιμάζει, αφειδώς, ν’ αποσπά ρινίσματα από αυτό το λησμονημένο λόγο. Προσπαθεί, με κόπο, να γδάρει τα ξεχασμένα. Να ροκανίσει μέχρι τ’ αποκρυμμένα ψήγματα των αρχαιολογικών διαστρωμάτων ενός λόγου κρυμμένου σε μία ανείπωτη διάσταση. Με πείσμα, η καλλιτέχνιδα, ανελκύει, επίμονα, αργά, αλιεύοντας, προσεκτικά, με την γραφίδα της, σαν εμβρυουλκός, τα θραύσματα και τα θρύμματα από την πολυδιάστατη νήνεμο και ασπαίρουσα ύλη της, ώστε να την αναδείξει, ρανίδα – ρανίδα, και να την αραδιάσει, έπειτα, χάντρα χάντρα ως παλλόμενες λέξεις με ικμάδα, στη λευκή σελίδα.

     Εν συντομία, η Κύρια Ζατέλη προπορεύεται ως αρχαιολόγος του εσωτερικού σύμπαντός της. Όπου, βραδέως, “η αψικορία του θυμικού(3) (είναι λέξεις της συγγραφέα) των πρωταγωνιστών. Η παλινδρόμηση των συναισθηματών τους. Ακόμη, η μεταβλητικότητα. Γενικά, η προσωρινότητα του θνητού βίου από μία πλευρά φρύγεται. Φρύσσεται. Από την άλλη, όμως, αγωνιά. Μάλιστα, πηλαλεί. Ώστε ν’αχνοσχηματίζει μία φρυκτωρία σημάτων. Η οποία, με την γραφίδα – πυρσό της Ζατέλη, επελαύνουν πάνω στη σελίδα. Αργότερα, αγκαλιάζουν και συγκινούν τον σιωπηλό αναγνώστη, κατά τη διάρκεια της αναγνωσής του. Όλη αυτή η διαδικάσια ενθυμάται εκείνο “το σμάρι αντηχήσεων” του Osip Mandelstam που Σας ανέφερα προηγουμένως. Και, επειδή, μνημονεύω συχνά το θνητό βίο μας, Σας παραπέμπω τώρα σε μία φράση του Γάλλου λογοτέχνη, Daniel Pennac, ο οποίος στο βιβλίο, στα Ιταλικά, ονομάζεται “Come un romanzo” («Σαν ένα μυθιστόρημα») σημειώνει: «Ο άνθρωπος χτίζει σπίτια επειδή είναι ζωντανός, αντιθέτως γράφει βιβλία επειδή αντιλαμβάνει ότι είναι θνητός»(4). Άρα, είμαι σε θέση να συμπεράνω ότι η Κυρία Ζατέλη, ως νέα εάρινη και αείζωη Ελληνική Σεχραζάντ θωριά, συσχετίζεται με μία καλή παρέα. Θα έλεγα ότι επλέκεται σε μία κοινοκτημοσύνη ομοτέχνων και αναγνωστών, που, εν τέλει, ακολουθούν, συνειδητά ή ασυνείδητα, τα χνάρια ενός στίχου του Έλληνα ποιητή Νίκου Καρούζου ο οποίος ποιεί: «Η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη»(5). Όπου η σιωπή και η στάχτη σταθμίζουν. Όπου η σιωπή και η στάχτη υποτονθορύζουν την θνητή πορεία μας. Ή, ακόμη, πιάνοντας από το χέρι ενα Πορτογάλο, αυτή τη φορά, ποιητή τον Manuel Alegre από το ποίημά του “Azimut” όπου γράφει: “Να επιβιβαστώ πάνω στην ποίηση και να σαλπάρω/ ανεβαίνω πάνω σ’ένα στίχο σου βλέπω τη θάλασσα(6). Προσωπικά επιβιβάστηκα στις λέξεις της Κυρίας Ζατέλη και ποντοπόρησα στη δική της μπλάβα θάλασσα: Μεθυστικό ταξίδι!!!

     Τώρα, κλείνοντας, καλώ στο προσκήνιο τα πρόσωπα που κοσμούν τις αφηγήσεις της συγγραφέα. Θα καλέσω μερικούς απ’ αυτούς και ζητώ συγγνώμη για τους υπόλοιπους που θα αποσιωπήσω.

     Κατ’ αρχήν, έλα εσύ Λεύκα, που εν μέρει συνειρμικά νανουρίζεις και ηχείς το επίθετό μου: Bianco. Αμέσως, πάρε μία αμπούλα και γέμισέ την με τον όλιγο δρόσο της λίμνης Παμβώτιδας. Μετά, βάλε μέσα ένα βόστρυχο της Φροσύνης: Μύρο αιωνιότητας.

     Ενώ, εσύ Ζάφε, πιάσε ένα μπουκάλι και γέμιζέ το με τον αναστεναγμό και τον ολολυγμό εκείνου του Γιαννιώτη, Εβραϊόπουλου, όταν στην 25η Μαρτίου του 1944, αναζήτησε ολολύζοντας την μητέρα του, καθώς οι Ναζιστές αμπάρωναν τους Έλληνες Εβραίους στα φορτηγά για να τους πετσοκόψουν, αργότερα, στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων της Γερμανίας: Βδελυρές ανθρώπινες ενέργειες. Στυγερές ανθρώπινες πράξεις. Φρικιαστικά, ερεβώδη και κρεουργημένα ανθρώπινα καμώματα εις βάρος των άλλων ανθρώπινων υπάρξεων: Ακόμη, ματώνουν. Πονούν, ακόμη.

     Τώρα, έχει σειρά ο Enzo, ένας Ιταλός φοιτητής χημείας, που συνάντησε, σε νεαρή ηλικία, την συγγραφέα στο σηδηροδρομικό σταθμό της Φλωρεντίας, ο οποίος της έλεγε επίμονα “Mangia!”(7) (“Φάε!”), ενώ μία ομήγυρη ανδρών την αποκαλούσαν “Bella Ragazza(8) (“Όμορφο κορίτσι”): Ίσως, αναρωτιέμαι, αντικρούοντας τη συγγραφέα, την παρομοίαζαν, μάλλον την προσιδίαζαν μ’ εκείνη την εξαίσια γυναικεία μορφή του εικαστικού έργου του Botticelli «Η Άνοιξη», η οποία αποκαθηλώθηκε δίχως έκδηλες αντιστάσεις από τον πίνακα και επιχειρούσε ν’ανέβει γρήγορα σ’ένα τρένο κατευθυνόμενο προς την Ελλάδα.

     Κύριε Όσκαρ Ουάιλντ, ελάτε και Εσείς, που παραχωρήσατε μία κορυφαία ρήση στη συγγραφέα, σαν βροντή εν αιθρία, η οποία σφυροκοπεί ανένδοτα ως εξής: «Το χιούμορ είναι η ευγένεια του απελπισμένου»(9). Απλώστε μετά το χέρι Σας και κρατήστε και Εσείς ένα πολύχρωμο λιθάρι: Μία πετρόκοσμη ρωπογραφία αυτού του τόπου.

     Και τέλος, ανεβείτε και Εσείς, Κύριε Cesare Pavese, μαζί με το ποίημά Σας “Verrà la morte e avrà i tuoi occhi”, “Ο θάνατος θα ‘ρθει και θά έχει τα μάτια σου ”, επειδή η συγγραφέας Σας αφιέρωσε το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου της “Το πάθος χιλιάδες φορές”. Για μένα ανέκαθεν αποτελούσατε λυδία λίθος, από την νεότητά μου, για μύρια φλέγοντα ζωτικά, πολιτισμικά και λογοτεχνικά ζητήματα: Ανοίξτε όμως την παλάμη του χεριού Σας και υποδεχθείτε ένα κομματι ψωμί: Ευκολοσύντριφτο σημάδι και σεμνοχρωμία της ορογραφίας αυτού του τόπου. Λοιπόν, σ’ όλους Εσάς απευθύνω ένα θερμό καλωσόρισμα, με την ενθύμηση να παραδώσετε τούτα τα δώρα στην συγγραφέα, ώστε εκείνη πρώτα να τα χαϊδέψει και μετά να τα συλλογιστεί.

     Όμως, ήρθε η ώρα να κλείσω τα βιβλία της Κυρίας Ζατέλη. Ψυχανεμίζομαι ότι έχω διαπράξει ίσως το αδίκημα της αμετροέπειας: Και γι’αυτό συγχωρέστε με. Το εξομολογούμαι, ο αχαλίνωτος και διακαής ίμερός μου για την ανάγνωση μπορεί να μ΄ έχει παραστρατήσει. Αλλά, αυτή τη στιγμή, σβήνω το φως: Αναμένω υπομονετικά το πέπλο της νύχτας ν’ άπλώσει ολούθε τα στητά άστρα και να ράνει τα σφριγηλά αστέρια στον ουράνιο μανδύα. Εναστροσύνη. Αιωνιότητα: Άοκνο κάλλος!!!... Αίφνης... Απρόσμενα, κελαρίζω τους στίχους του Giuseppe Ungaretti:  Millumino dimmenso” («Φωτίζομαι απ’ το απέραντο»(10)) ..…

     Εντωμεταξύ, περιμένω. Ζαλίστηκα, λίγο: Αμυδρά, μήπως, μπαΐλντισα; Απενταντίας, ίσα που μειδιώ. Μετά σιωπώ. Αναπνέω. Επανέρχομαι σιγά σιγά, ώστε να πώ: Παιδιά: “Ελάτε εδώ”. Ας καθήσουμε όλοι μαζί: Σύμφωνοι;

      Αχ!!!!…Για λίγο, θα το λησμονούσα: Εσείς Κυρία Ζατέλη, Σας παρακαλώ κρατήστε ανοιχτό το φως: Σας καλέσαμε απόψε εδώ για να μας αχτινοβολήσετε με μία πρέσα μαρμαρυγή. Με μία αστραφτόβολη λέξη Σας. Καί να μας ροδοευωδιάσετε με μία τόση δά φράση, γοργή και σφιχτή, ώστε ν’απαλύνετε αυτή την διάχυτη ανομβρία που τακτικά συχνοβελονιάζει τις καθημερινές μας έγνοιες. Συνεπώς, για μία άλλη φορά, Κυρία Ζατέλη, Σας καλωσορίζω και Σας υπευθυμίζω ότι αυτός ο τόπος Σας ευγνωμονεί βαθειά. Από την μεριά μου, με γηθοσύνη, Σας απευθύνω έναν ακόμη θελξικάρδιο και ολόδροσο ευχαριστώ για την εκλεκτή παρουσία Σας απόψε εδώ, στην πόλη μας. Σε τούτο τον τόπο: Ένας τόπος: Μία πολιτεία της πέτρας και του ψωμιού.

 

Μπιάνκο Γουλιέμο (Bianco Guglielmo).

Ιωάννινα. Ιούλιος – Τετάρτη 09 Οκτώβριος 2013.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές.

1) Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο. Σελ. 80. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα. 2011.

2) Η φράση του Osip Mandelstam αναφέρεται στο βιβλίο του Ezio Raimondi Letteratura e identità nazionale. Σελ. 207. Εκδόσεις Bruno Mondadori. Μιλάνο. 1998.

3) Ζυράννα Ζατέλη, Μέ τό παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους. Ο θάνατος ήρθε τελευταίος. Σελ. 99. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα. 2001.

4) Η φράση αναφέρεται στο βιβλίο του Gian Luigi Beccaria, Il mare in un imbuto. Dove va la lingua italiana. Σελ. 221. Εκδόσεις Einaudi. Τορίνο. 2010.

5) Αρύομαι από το ποίημα «Αντί – Νεφέλωμα». Στίχος 6, από την συλλογή «Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα» 1980. Άπαντα. Β’ τόμος. Σελ. 51. Τα ποιήματα (1979 – 1991). Ικαρος Εκδοτική Εταιρία. Αθήνα. 1994.

6) Το ποίημα του Manuel Alegre αναφέρεται στο βιβλίο του Gian Luigi Beccaria, Il mare in un imbuto. Dove va la lingua italiana. Σελ. 211. Εκδόσεις Einaudi. Τορίνο. 2010.

7) Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο. Σελ. 66. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα. 2011.

8) Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο. Σελ. 49. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα. 2011.

9) Ζυράννα Ζατέλη, Ηδονή στον κρόταφο. Σελ. 76. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα. 2011.

10) Giuseppe Ungaretti, Ποιήματα Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Τίτλος του ποιήματος «Πρωινό». Σελ. 104-105. Αθήνα. 1990. Β’ ‘Εκδοση. Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Αναθεωρημένη και συμπληρωμένη. Σελ. 120 – 121. Εκδόσεις ‘Ικαρος.  Αθήνα. 2001.

   


 

 

   αριθμός επισκεπτών