Πολιτισμός

εκθέσεις

Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη

Έκθεση Παναγιώτη Τέτση

"Π. Τέτσης, η αποθέωση του τοπίου,
ζωγραφική 2010 – 2014"

της Λαμπρινής Μπενάτση

Η τελευταία δουλειά του Παναγιώτη Τέτση παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο Ίδρυμα Θεοχαράκη και φέρει τον τίτλο «Π. Τέτσης, η αποθέωση του τοπίου, ζωγραφική 2010 - 2014».

Ο θεατής στην έκθεση θα πρέπει να διαβάσει δύο φορές την έκθεση για να φτάσει στο βαθύτερο νόημά της. Η πρώτη ανάγνωση συνίσταται στο να ομαδοποιήσει ο θεατής τους πίνακες: μεγάλα πολύπτυχα με μελάνι, μακρόστενα οριζόντια τοπία που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, αυτά που διατάσσονται σε τρεις ζώνες: θάλασσα – γη – ουρανός και αυτά που διατάσσονται σε δύο ζώνες: θάλασσα ή γη – ουρανός και τέλος η ενότητα με τους βράχους Ζάστανι.

Η πρώτη αυτή ανάγνωση των έργων είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς αν ο θεατής σταματήσει εκεί αυτομάτως θα γεννηθούν μια σειρά ερωτημάτων· το πρώτο από αυτά είναι το ακόλουθο: δηλαδή ο Τέτσης με την τελευταία του δουλειά θέλει να υμνήσει τον γενέθλιο τόπο του με μια σειρά έργων; Η απάντηση δίνεται με τη δεύτερη ανάγνωση των έργων, η οποία απαντά σε περισσότερα από ένα ερωτήματα.

Μελετώντας τα έργα αυτά διαπιστώνουμε ότι ο Τέτσης μελετά τον όγκο, το χρώμα, το φως, την κίνηση και την ανθρώπινη απουσία, καθώς σε κανένα έργο του, ακόμα και εκεί που υπάρχουν κτίρια, δεν έχουμε ανθρώπινη παρουσία.

Η μελέτη του όγκου έρχεται με τη σειρά έργων με τίτλο Ζάστανι. Ο βράχος καλύπτει όλη τη ζωγραφική επιφάνεια και δίνεται με την προοπτική βατράχου, δηλαδή από κάτω προς τα πάνω· έτσι ο θεατής νιώθει την ανάγκη, παρά το γεγονός ότι ο πίνακας είναι τοποθετημένος στο ύψος της όρασής του, να στρέψει το βλέμμα του ψηλά για να δει τον πίνακα στην ολότητά του. Η απόδοση του όγκου επιτυγχάνεται και από τη χρήση του μαύρου και άσπρου χρώματος σε συνδυασμό με τις γρήγορες και κοφτές πινελιές που τονίζουν παράλληλα τις αιχμηρές απολήξεις του βράχου. Στα σημεία όπου διακρίνουμε βλάστηση αυτή δίνεται σχεδόν αφαιρετικά, χωρίς ο θεατής να μπορεί να προσδιορίσει αν πρόκειται για δέντρα ή μικρή θαμνώδη βλάστηση. Άλλωστε δεν είναι αυτή η πρόθεση του Τέτση∙ πρόθεσή του είναι η μελέτη και η καταγραφή του όγκου, την οποία αποδίδει μέσω των βράχων Ζάστανι. Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο το οποίο παρατηρεί ο θεατής, αυτό θα το δούμε και σε άλλα έργα της ίδιας έκθεσης, είναι ότι ο Τέτσης στα περισσότερα έργα του κινείται σε δύο διαστάσεις, χωρίς να γίνεται χρήση της προοπτικής. Τα έργα Ζάστανι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα της μη χρήσης της προοπτικής. Στο έργο Ζάστανι IV η απόδοση του βάθους γίνεται με τη χρήση του χρώματος και όχι με τη χρήση της γεωμετρίας. Παρατηρώντας το βράχο του δεύτερου, θα λέγαμε, επιπέδου, διαπιστώνουμε πως είναι στην ίδια ευθεία με το βράχο Ζάστανι και για να δηλωθεί η διαφορά του επιπέδου γίνεται χρήση πιο ανοιχτού χρώματος.  

Ένα ακόμα θέμα μελέτης του Τέτση στην παρούσα έκθεση είναι η κίνηση, η οποία μελετάται στα έργα Βράχια της Ύδρας Ι, Το παλιό δελφίνι, Κύματα, Ακρωτήριο Σκύλαιον ΙΙΙ. Στα έργα Το παλιό δελφίνι, Ακρωτήριο Σκύλαιον ΙΙΙ η κίνηση του νερού δεν είναι εύκολα ορατή· στο Παλιό δελφίνι ο θεατής πρέπει για ώρα να παρατηρήσει τα νερά για να διαπιστώσει πως οι άσπροι τόνοι που υπάρχουν στην επιφάνεια του νερού υποδηλώνουν την κίνηση αυτού προς τα αριστερά· άλλωστε το μάτι του θα σταθεί αρχικά πάνω στην μοναδική κίτρινη πινελιά που υπάρχει στην επιφάνεια της θάλασσας. Στο Ακρωτήριο Σκύλαιον ΙΙΙ η κίνηση του νερού είναι περισσότερο εμφανής. Αν και εδώ το μάτι του θεατή θα εστιάσει αρχικά πάνω στα βράχια του δευτέρου επιπέδου, εντούτοις οι άσπροι τόνοι στα όρια των βράχων, αλλά και οι άσπρες πινελιές πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας υποδηλώνουν την κίνηση του νερού. Πιο έντονη η κίνηση του νερού γίνεται στο έργο τα Βράχια της Ύδρας Ι για να γίνει πλέον ξεκάθαρη στο έργο Κύματα. Εδώ μόνο με το χρώμα ο Τέτσης σχεδιάζει την κίνηση του και τη δίνη του κύματος.  

Στα έργα Μπουαγιά IV, Τα βουνά της Ύδρας ΙΙ, Μπουαγιά Ι, Παρακάμπτοντας τα Τσελεβίνια, Μπουαγιά ΙΙ, ουσιαστικά ο Τέτσης θα λέγαμε πως μελετά το χρώμα και τη φωτεινότητά του. Η Μπουαγιά IV, και Τα βουνά της Ύδρας ΙΙ είναι δύο έργα λουσμένα στο φως· η ώχρα στο έργο Μπουαγιά IV, ουσιαστικά πλάθει τον όγκο του βουνού, ενώ οι πράσινοι τόνοι δημιουργούν την αίσθηση των εσοχών του βράχου. Το πολύ ανοιχτό γαλάζιο του ουρανού ισοζυγίζει το έντονο χρώμα του βράχου και ταυτόχρονα διαχωρίζει το πρώτο επίπεδο του βράχου από το δεύτερο που είναι ο ουρανός. Ο διαχωρισμός των επιπέδων γίνεται ουσιαστικά με το χρώμα καθώς το έργο είναι δομημένο σε δύο διαστάσεις. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και το έργο Τα βουνά της Ύδρας ΙΙ με τη διαφορά ότι εδώ δεν έχουμε την απόλυτη κυριαρχία της ώχρας πάνω στην επιφάνεια του βράχου, καθώς καφέ και σκούροι πράσινοι τόνοι τονίζουν ορισμένα μέρη του. Το έργο Μπουαγιά Ι, κινείται σε εντελώς διαφορετικό ύφος από τα δύο προηγούμενα έργα. Εδώ η ώχρα εξαφανίζεται εντελώς και τη θέση της καταλαμβάνει το κίτρινο χρώμα με το οποίο πλάθεται η πλαγιά, ο περιβάλλων χώρος τονίζεται με σκούρο καφέ χρώμα, ενώ ο ουρανός αποδίδεται με ένα συνδυασμό σκούρων μωβ και γκρι τόνων.

Το έργο Παρακάμπτοντας τα Τσελεβίνια δεν διαφέρει σε πολλά από τα προηγούμενα έργα, η διαφορά του έγκειται στο γεγονός ότι εδώ έχουμε μια περιγραφή και του περιβάλλοντος χώρου. Στα δεξιά του πίνακα παρουσιάζονται ορισμένα σπίτια από τα Τσελεβίνια. Η χρήση του χρώματος και η εναλλαγή ανοιχτού και σκούρου, βοηθάει στην οριοθέτηση του ενός σπιτιού από το άλλο καθώς και  στη δημιουργία βάθους, παρά το γεγονός ότι και αυτό το έργο είναι δομημένο σε δύο διαστάσεις. Το έργο Μπουαγιά ΙΙ αποδίδεται με τη χρήση πράσινων τόνων, ενώ οι πινελιές μαύρου χρώματος στην επιφάνεια της πλαγιάς δημιουργούν την αίσθηση των αιχμηρών απολήξεών της. Παράλληλα στο έργο Μπουαγιά ΙΙ η αίσθηση του βάθους επιτυγχάνεται τόσο με τη χρήση του άσπρου χρώματος, με το οποίο αποδίδεται το κτίριο στα δεξιά του πίνακα όσο και με την απόδοσή του σε μικρότερη κλίμακα, από ό,τι είναι αποδοσμένη η πλαγιά. Βέβαια και το έργο αυτό ουσιαστικά κινείται σε δύο διαστάσεις.

Η τελευταία μεγάλη ενότητα της έκθεσης είναι η ενότητα με τα μελάνια. Εδώ τα κυρίαρχα στοιχεία είναι τα εξής: η χρήση του μαύρου και άσπρου χρώματος, το οποίο δεν λειτουργεί συμπληρωματικά αλλά ουσιαστικά καθώς έρχεται να συμπληρώσει το τοπίο, το οποίο δίνεται με αυτά τα δύο χρώματα. Άξιο προσοχής είναι και το γεγονός πως, αν και ζωγράφος ο ίδιος, επιλέγει τη χρήση του άσπρου και του μαύρου, δύο τόνων δηλαδή που για τους ζωγράφους δεν εντάσσονται στην γκάμα των χρωμάτων. Και εγείρεται αμέσως το ερώτημα γιατί να χρησιμοποιήσει αυτά τα δύο χρώματα. Θεωρούμε ότι  στα έργα αυτά πρόθεση του Τέτση δεν είναι μόνο η απόδοση του τοπίου, ενός τοπίου που ουσιαστικά χάνεται από την έντονη χρήση του μαύρου, αλλά είναι η ανάγκη της αρχής ενός διαλόγου. Το άσπρο πια και το μαύρο αποκτούν άλλη σημασία· το άσπρο σηματοδοτεί τη ζωή, ενώ το μαύρο σηματοδοτεί το θάνατο. Άσπρο και μαύρο σε μια διαρκή πάλη. Κατά τον Τέτση υπάρχει μια αλληλενέργεια ανάμεσα στα δυο, καθώς το ένα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του άλλου. Είναι το τέλος που σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένας αέναος κύκλος.

Αφήσαμε για το τέλος τα έργα Μπουαγιά ΙΙΙ και Σαντορίνη. Παρατηρώντας τα ο θεατής σκέφτεται πως ο Τέτσης κινείται στα όρια του Σουρεαλισμού. Στο έργο Μπουαγιά ΙΙΙ  υπάρχει το εξής παράδοξο, ενώ όλο το τοπίο προδίδει πως εικονίζεται μια βραδινή ώρα, ο ουρανός είναι μαύρος, η πλαγιά αποδίδεται με σκούρα χρώματα που και αυτά παραπέμπουν σε βραδινή ώρα και όχι μέρα, εντούτοις στον ουρανό υπάρχει ένα διπλό ουράνιο τόξο. Εδώ έγκειται και η σουρεαλιστική προσέγγιση του Τέτση, καθώς στον πίνακα δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να υπονοεί μια βροχερή μέρα που απόρροιά της είναι το ουράνιο τόξο, αλλά και σε κάθε περίπτωση νυχτερινή ώρα δε θα γινόταν ορατό ένα ουράνιο τόξο. Σε δεύτερη ανάγνωση το ουράνιο τόξο σηματοδοτεί κάτι άλλο πέρα από το προφανές, σηματοδοτεί την ελπίδα για κάτι νέο που γεννιέται.

Στο ίδιο πλαίσιο του σουρεαλισμού κινείται και το έργο Σαντορίνη. Εδώ στα αριστερά του πίνακα πάνω στο βράχο της Σαντορίνης υπάρχει μια μεγάλη κίτρινη κηλίδα. Η κηλίδα αυτή είναι με τέτοιο τρόπο  σχεδιασμένη και τοποθετημένη στον πίνακα, που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για τον ήλιο. Για να γίνει κατανοητό το νόημα του έργο πρέπει ο θεατής να ξεκινήσει από το επίπεδο επιφάνειας και να αναχθεί σε επίπεδο βάθους όπου υπάρχουν οι κοσμοαντιλήψεις του δημιουργού. Έτσι θα διαπιστώσει ότι το κίτρινο έντονο φως πάνω στο μαύρο βράχο σημασιοδοτεί την έκφραση της ελπίδας ότι κάτι νέο θα έρθει. Αυτό το νέο – ελπίδα δίνεται μέσω του χρώματος, το οποίο αναδύεται μέσα από το μαύρο χρώμα του βράχου. Πρόκειται τελικά για μια διαδικασία που κάνει το θεατή συμμέτοχο στην πρόσληψη, την κατανόηση και εν τέλει την απόλαυση του έργου.

Κάνοντας τέλος μια συνολική αποτίμηση διαπιστώνουμε πως τα έργα αυτά έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: μελετούν τον όγκο και την κίνηση, κινούνται όλα σε δύο διαστάσεις, κάθετος και οριζόντιος άξονας, ενώ όπου θέλει να δηλωθεί η τρίτη διάσταση, το βάθος δηλαδή, αυτό γίνεται με τη χρήση του χρώματος και με την απόδοση σε μικρότερη κλίμακα των συμπληρωματικών θεμάτων. Δεν γίνεται χρήση δηλαδή της αποκαλούμενης αναγεννησιακής προοπτικής.

Τέλος, ο Τέτσης επιλέγει να αποδώσει τα τοπία του σε όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου, μέρα, απομεσήμερο και νύχτα, εκφράζοντας αυτό που ίσως είναι και ο βαθύτερος στόχος του, ότι όλα τα πράγματα είναι φθαρτά, όλα έχουν αρχή και τέλος. Η αντίληψη αυτή θα γίνει πιο φανερή με τη χρήση του μαύρου και άσπρου χρώματος, τα οποία αποκτούν συμβολικό χαρακτήρα. Όλα έχουν μια αρχή και ένα τέλος. Πρόκειται για έναν αέναο κύκλο που με μια λέξη μπορεί να ονομαστεί Ζωή.

Λαμπρινή Μπενάτση

Ιστορικός Τέχνης

MA of Arts University of Essex

Υπ. Διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης

 


 

 

 

 

 

 

  

   

αριθμός επισκεπτών