Σύγχρονα θέματα
"περιβάλλον"


 

ΚΑΤΑΠΤΥΞΗ

Το χτίσιμο των κάμπων

Να απαγορευτεί στο Σύνταγμα της χώρας (καί της Ευρώπης)
Όσο ακόμα είναι καιρός!

 

  • από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της γενιάς μας εναντίον της γενιάς που θα μας διαδεχτεί

  • θρήνος γοερός και πένθιμος για την απώλεια μή ανανεώσιμου πεπερασμένου πόρου

 Στο τέλος του κειμένου γίνεται
συζήτηση για το θέμα αυτό.

Γιάνης Δημολιάτης [*]

Το φάγανε το βουνό

«Κοίτα, το φάγανε το βουνό...» «Ότι φάγανε τον κάμπο δεν το βλέπεις;» (Εικόνα 1). Μικρή σιωπή. Αιφνιδιάστηκε. Ύστερα «Όχι!» είπε. Και το αντανακλαστικό αναγνώρισης της αλήθειας που ήταν μπροστά στα μάτια του μα δεν την έβλεπε ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Νους ορά και νους ακούει... Και πώς να τη δει; Αφού αυτός ήταν μέσα στον κάμπο, μέσα στο πρόβλημα, μέρος του προβλήματος, ο ίδιος πια το πρόβλημα. Δεν ήταν στο βουνό να βλέπει τον κάμπο, ήταν στο κάμπο κι έβλεπε το βουνό. Το πρόβλημα το βλέπομ’ εκεί έξω, όχι εδώ μέσα... Προσοχή! “Φάγανε” είπε. Όχι “φάγαμε”. Οι άλλοι… Όχι εμείς. Ευτυχώς που υπάρχει ο αποδιοπομπαίος άλλος και του φορτώνομε τις ευθύνες μας. Καί τις ενοχές μας.

          «Το φάγανε το βουνό...» λέμε όταν ο οικισμός επεκτείνεται προς τις πλαγιές. Ότι φάγαμε ήδη τον κάμπο δεν το βλέπομε! Μωραίνει κύριος όν βούλεται απωλέσαι...

          Αν είναι κάτι που με πονάει, που με καταθλίβει, είναι όταν βλέπω να χτίζονται σπίτια στους κάμπους. Μέχρι και στους βάλτους...


 Εικόνα 1. «Κοίτα, το φάγανε το βουνό...». «Ότι φάγανε τον κάμπο δεν το βλέπεις;». Στιχομυθία με συνεπιβάτη, Σάββατο 18/12/1999, στη Λεωφόρο Καβάλας, βγαίνοντας από την Αθήνα προς Ελευσίνα, δείχνοντάς μου το φαγωμένο βουνό του Χαϊδαρίου. Η πόλη, αφού έφαγε τον κάμπο, ανηφορίζει κατά συνέχειαν ιστού και τρώει καί το βουνό. Φωτογραφία, Οκτώβρης 2004, από τη λεωφόρο Καβάλας (από τον τελείως φαγωμένο κάμπο… – μα είμαστε μέσα του, μέσα στο πρόβλημα, και δεν το βλέπομε!)

Κάμπος: ΜΗ ανανεώσιμος πεπερασμένος πόρος

Η κατασκευάστρια Φύση για να κατασκευάσει μια στιβάδα γόνιμου εδάφους πάχους ενός εκατοστού του μέτρου χρειάζεται 100-400 χρόνια. Αν για να σπείρομε στάρι χρειαζόμαστε μια στιβάδα πάχους, ας πούμε, 30 εκατοστών, ένα ελάχιστο, όσο σκάβει το γυνί του γεωργού, τότε πρέπει να περιμένομε 3.000-12.000 χρόνια για να πάρομε μια στιβάδα πάχους 30 εκατοστών, από την οποία να ελπίζομε ότι θα πάρομε γέννημα περισσότερο από το σπόρο που σπείραμε. Αν το τελειότερο εργοστάσιο του Κόσμου, η Φύση, χρειάζεται τρεις με δώδεκα χιλιάδες χρόνια για να φκιάσει τριάντα πόντους εύφορο έδαφος, φανταστείτε (ή μάλλον υπολογίστε) πόσα χρειάζεται για να φκιάσει ένα μέτρο· ή δύο...

          Και δέ χρειαζόμαστε μόνο χιλιάδες χρόνια. Χρειαζόμαστε καί επίπεδο έδαφος. Για δύο λόγους. Διότι στις κατηφόρες το νερό ξεπλένει το έδαφος προς τους κάμπους ή τη θάλασσα, τα οποία και (ευ)τρέφει· κάποτε το να πλημμυρίζουν τα ποτάμια ήταν ευτροφία των κάμπων για ευφορία των καρπών, ευλογία Κυρίου και έλεος· τώρα τα εγκιβωτίζομε για ευτροφία των θαλασσών και ασφυξία των ψαριών... πρόοδος! [1]  Και δεύτερον διότι δεν μπορούμε να καλλιεργήσομε τις κατηφόρες· δέ μπορούμε να οργώσομε τις πλαγιές: το αλέτρι, ακόμα και το πανάρχαιο το ξύλινο, και πολύ περισσότερο τα σημερινά γεωργικά μηχανήματα, προϋποθέτει έδαφος με ελάχιστη αν όχι μηδενική κλίση.

          Αυτά η Φύση. Εμείς τώρα...

Πολεοδομικός καρκίνος

Εμείς; Οι νεοχωριάτες; Χτίζομε τον κάμπο! Το εύφορο έδαφος. Το γόνιμο. Που μπορεί να στηρίζει καλλιέργειες. Οι οποίες μας θρέφουν. Μέσα σε μια γενιά χτίσαμε όλες τις πεδιάδες. Διαπράττοντας το μέγιστο των εγκλημάτων διαρκείας.

          “Επέκταση σχεδίου πόλεως”, τί εφεύρεση κι αυτή... Καρκίνος. Ο καρκίνος, λέμε στην Ιατρική, “επεκτείνεται κατά συνέχειαν ιστού”. Τρώει δηλαδή σιγά-σιγά τα γύρω-γύρω του. Που τον τρέφουν. Ώσπου, στο τέλος, πεθαίνουν κι οι δυό, καρκινοπαθής και καρκίνος. Ακριβώς όπως επεκτείνεται η πόλη (καί το χωριό). Και κατατρώει την πεδιάδα που την τρέφει. Ώσπου να πεθάνουν κι οι δυο, πεδιάδα και πόλη...  Ή το άλλο κόλπο: δε χτίζεις εκτός οικισμού εκτός κι αν έχεις τέσσερα στρέμματα. Μετάσταση το λέμε αυτό στην Ιατρική. Ο καρκίνος κάνει μετάσταση. Τέσσερα στρέμματα πιο πέρα! Αβίωτη ανάπτυξη. Κοιτάξτε τί κάνει η Άρτα. Τρώει τον κάμπο που ο Άραχθος χρειάστηκε χιλιάδες κι εκατομμύρια χρόνια για να τον ευτρέψει παχύ-παχύ· και αειφόρο. Κι αυτό το λέμε ανάπτυξη. Ενώ είναι κατάπτυξη. Καταφανής. Κι ο καρκίνος “αναπτύσσεται”· εκεί που δεν έπρεπε: τρώει τα γερά. Κι η Άρτα “αναπτύσσεται”· εκεί που δεν έπρεπε: τρώει τον κάμπο της. Είναι πια καρκίνος· πολεοδομικός.

          Οι παλαιοχωριάτες, οι παπούδες μας, έχτιζαν τα χωριά τους στις πλαγιές. Και φύλαγαν ως κόρην οφθαλμού την έστω και λίγη καλλιεργήσιμη γή. Την επόμενη φορά που ο δρόμος θα σας φέρει στους Κήπους Ζαγορίου στα Γιάννενα, ρωτείστε για τ’ όνομά τους. Το πήραν από τα κηπάρια. Είχαν τα σπίτια τους ψηλά, στην πλαγιά. Και τους κήπους τους, τα “κηπάρια”, χαμηλά· στο ίσιωμα –όσο ίσιο υπάρχει ή μπορεί να υπάρξει ή μπορεί η δουλιά του ανθρώπου να κάμει να υπάρξει στα βουνά της Πίνδου. Τυπική περίπτωση αυτοσυντηρούμενης ανάπτυξης. Βιώσιμης. ‘Αει’φόρου [2, 3]. Αξιοβίωτης [4].

 

Εμείς, λοιπόν, οι νεοχωριάτες χτίζομε τις βίλες μας στον κάμπο (Εικόνα 2). Ακόμα και στο βάλτο! Είναι κι ανθυγιεινό, σε τελευταία ανάλυση (Εικόνα 3). Αλήθεια, τί καλλιεργήσιμη γή θα κληρονομήσομε στα παιδιά μας, αφού τους κάμπους τους μετατρέπομε όλους σε τσιμέντο; Αλήθεια πού θα σπείρουν άν θελήσουν και όταν θελήσουν; Ή όταν το φέρει η ανάγκη; Ποιός μας είπε ότι τον κάμπο των Ιωαννίνων, για παράδειγμα, δεν θα χρειαστεί να τον ξανασπείρομε ποτέ πια στο μέλλον;

          Πριν 10-15 χρόνια, στην πλαγιά πάνω απ’ το σπίτι μου μια φεγγαροφώτιστη νύχτα, έχοντας στα πόδια μου απλωμένο το λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, είχα ευχηθεί: “Όταν καί το τελευταίο τετραγωνικό του λεκανοπεδίου χτιστεί και όταν καί το τελευταίο τετραγωνικό του λεκανοπεδίου ηλεκτροφωτιστεί, εγώ ελπίζω να έχω πεθάνει...”. Δέκα-δεκαπέντε μόλις χρόνια μετά, σήμερα, κάθε τετραγωνικό έχει χτιστεί! και κάθε τετραγωνικό έχει ηλεκτροφωτιστεί... Όχι τ’ αστέρια, μα ούτε το φεγγάρι δε μπορούμε πια να δούμε... πρόοδος! Αλλά εγώ δέν έχω πεθάνει. Ούτε κάν να γεράσω έχω προλάβει! Η ταχύτητα με την οποία καταστρέφομε η αφεντιά μας, η γενιά μας, μή ανανεώσιμους πόρους είναι να σε πιάνει σύγκρυο.

Εικόνα 2α. Από την τρέχουσα καταπτυξιακή δραστηριότητα στο λεκανοπέδιο Ιωαννίνων. Εκεί που καλλιέργειες έθρεψαν γενεές δεκατέσσερες, πανίσχυρα σκαπτικά μηχανήματα ξεκοιλιάζουν τους αιώνες για να σπιτώσουν τροφίμους της χημικής γεωργίας και των μεταλλαγμένων. Πίσω από το φωτογράφο η πλαγιά, ιδανικός τόπος κατοικίας ανθρώπων, εγκαταλείπεται στον κύκλο της φωτιάς… Πολεοδομικός καρκίνος. Πρόοδος!

 



Εικόνα 2β. Το χωράφι έγινε οικόπεδο, το οικόπεδο έφερε το νερό, το νερό έφερε το δρόμο, ο δρόμος το σπίτι, το σπίτι τις κολώνες, το ρεύμα τον οικισμό, ο οικισμός το τσιμέντο… Πού; Στο σιτοβολώνα της Λήμνου! (φωτογραφία) Πού το βρήκαμε αυτό το δικαίωμα; Ποιον ρωτήσαμε; Βγάλαμε άδεια από το πολεοδομικό γραφείο των γενεών του μέλλοντος; Εμείς είμαστε ο καρκίνος ο πολεοδομικός. Που τον είπαμε «πρόοδος»!...

Ο κύκλος της φωτιάς

Δεν είναι μόνον ότι χώνομε τα σπίτια μας στον ανθυγιεινό βάλτο. Δεν είναι ακόμα μόνον ότι στερούμε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας και όλες τις επερχόμενες γενιές από τον κάμπο τους, την καλλιεργήσιμη γή τους, όση έχει ακόμ’ απομείνει. Είναι και ότι παραδίνομε τις πλαγιές και τα βουνά στις φωτιές. Εξηγούμαι. Όταν οι πλαγιές εγκαταλείπονται, δασώνονται. Κι όταν δασώνονται, πιάνουν, αργά ή γρήγορα, φωτιά. Κάθε είκοσι, κάθε τριάντα, κάθε πενήντα χρόνια. Ιδίως αν δεν ξυλεύονται· όπως τώρα· χάρη στο πετρέλαιο. Στην πλαγιά που ανηφορίζει μπροστά στο σπίτι μου, όπου λογικά θάπρεπε ν’ απλωθεί το χωριό μου που αντίθετα έφαγε σαν ο καρκίνος τον εύφορο κάμπο εντάσσοντας τον στο “σχέδιο πόλης”, αργά ή γρήγορα, όταν οι σκάρπες πυκνώσουν και γίνουν πουρνάρια, θα πάρει φωτιά... –αυτός είναι ο κύκλος της φωτιάς. Αποτέλεσμα; Απώλεια μή επανανακτώμενου πόρου. Πόρων, ακριβέστερα. Καί της πλαγιάς, ως τόπου κατοικίας που δεν θα κατοικηθεί κι ως δάσους που θα καεί. Καί της πεδιάδας, ως γεωργικής γης που θα χτιστεί και θα χαθεί δια παντός και δεν θα καλλιεργηθεί, μα ούτε και θα είναι διαθέσιμη για καλλιέργεια στο μέλλον. Αβίωτη ανάπτυξη. Κατάπτυξη [5].


 

Εικόνα 3. Η κοιλάδα του Αράχθου, φωτογραφημένη μια ηλιόλουστη Κυριακή του Οκτώβρη του 2003 από το βουνό Γκουράσα πάνω από το χωριό Γότιστα, καλύπτεται από πυκνό πέπλο ομίχλης. Την ίδια στιγμή πηχτό άσπρο σκοτάδι σκέπαζε τα Γιάννενα κι ολόκληρο το λεκανοπέδιο, μα δε μπορείς να τα χωρέσεις όλα σε μια φωτογραφία. Στα σύνορα της ομίχλης με το φως είναι χτισμένη η Γότιστα. Εκεί χτίζανε παλιότερα τα σπίτια τους οι άνθρωποι, πάνω από την ομίχλη. Κι εκεί που απλώνεται η ομίχλη ήταν τα χωράφια τους. Σήμερα μαζεύονται γύρω από τη γέφυρα της Μπαλντούμας, μέσα στην υγρασία, χτίζοντας το λίγο εύφορο χώμα της κοιλάδας… Από δε το λεκανοπέδιο, σχεδόν δεν έμεινε πια τίποτα όρθιο. Πάν τα μποστάνια (οι νεότεροι δεν έχουν ακουστά ίσως ούτε το όνομά τους…), πάν τα καλαμπόκια, πάν και τα καπνοχώραφα. Η γενιά μας τα ξεπούλησε όλα για ένα κομμάτι τσιμέντο.

Γενεαλογική κερδοσκοπία

Τί φανερώνουν αυτά; Μα, την απύθμενη ηλιθιότητά μας φυσικά. Τον έσχατο κι απόλυτο παραλογισμό. Κόβομε το κλαδί του δέντρου πάνω στο οποίο καθόμαστε. Αυτοκτονία του είδους (του ανθρώπινου). Το οποίο μεγεθύνεται και πληθύνεται (σε αριθμό· όχι και σε μυαλό...). Κι ενώ θα περίμενε κανείς, αν ίσως όχι να εξευρίσκει, τουλάχιστον να εξοικονομεί κάθε πιθαμή πεδινής γης για καλλιέργεια, ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς τουλάχιστον να μήν καταστρέφομε τις υπάρχουσες πεδιάδες, εμείς κάνομε το ακριβώς αντίθετο. Αφαιρούμε μή ανανεώσιμο πόρο από τα παιδιά μας. Γενεαλογική κερδοσκοπία. Ιταμή. Η τωρινή γενιά, η αφεντιά μας, κερδοσκοπεί σε βάρος της αυριανής και μεθαυριανής και μεταμεθαυριανής. Γενεά εναντίον γενεάς και γενεάς. Ο άνθρωπος εναντίον της ανθρωπότητας. Αυτοκτονία του είδους... Που μεγεθύνεται και πληθύνεται. Σε αριθμό. Όχι καί σε μυαλό. Ακριβώς όπως τα μικρόβια: όταν βρουν τροφή πολλαπλασιάζονται εκθετικά (ασυλλόγιστα) και ύστερα πεθαίνουν (εξίσου εκθετικά). Έχομε όσο μυαλό τα μικρόβια; Σύ είπας… Κάθε ποσότητα τροφής είναι πεπερασμένη, οι πεδιάδες είναι η τροφή μας, οι πεδιάδες είναι πεπερασμένες, κάθε πεπερασμένος πόρος είναι μή ανανεώσιμος. Σωστά είπας.

          Κατά τα λοιπά... κορδωνόμαστε κι από πάνω! Σαν τους παπαγάλους παπαγαλίζοντας «Βιώσιμη ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να βάζει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους» [6]. Μα, αυτό το “χωρίς” είναι που κάνει τη διαφορά. Αν αυτό λείψει, καταρρέουν τα πάντα.

 

          Χρειαζόμαστε το γόνιμο χώμα και για έναν ακόμα λόγο, όχι λιγότερο σημαντικό. Κάθε μέρα, κάθε νέα έρευνα που προστίθεται, για την ποιοτική, θρεπτική, υγιεινή διατροφή, λέει πως μία είναι η λύση: βιολογικές καλλιέργειες. Που όμως απαιτούν εκτάσεις. Χρειαζόμαστε τις πεδιάδες όχι μόνο γιατί χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο φαΐ καθώς γινόμαστε όλο και περισσότεροι, μα και γιατί χρειαζόμαστε και καλύτερο φαΐ.

Ούτε ένα σπίτι στον κάμπο!

Ούτε ένα σπίτι στον κάμπο! Τον κάμπο τον χρειαζόμαστε. Για καλλιέργειες. Και για τα ζώα. Για να γίνει ο κάμπος έχουν εργαστεί οι αιώνες. Μια στιβάδα πάχους ενός εκατοστού του μέτρου γόνιμου εδάφους, ικανού να στηρίξει καλλιέργειες, χρειάζεται μέχρι και τέσσερις αιώνες για να γίνει. Εμείς μπορούμε να τον χτίσομε μέσα σε μια νύχτα. Τη νύχτα του μυαλού μας. Τα μεσάνυχτα της άγνοιάς μας. Το σκοτάδι του ατομισμού μας. Ακόμα και στα παιδιά μας τα ίδια ενάντια. Ο κάμπος είναι μή ανανεώσιμος φυσικός πλούτος. Αλίμονό μας (δηλαδή όχι ακριβώς ‘μας’, των παιδιών μας αλίμονο· εμείς αυτοπροσώπως μάλλον θα προλάβομε να πεθάνομε ευτυχισμένοι... ότι αναπτυχθήκαμε!), αλίμονό μας αν τον καταστρέψομε και τον μετατρέψομε σε μπετόν. Τ’ αμπέλια του Διονύσου στα Μεσόγεια γίναν αεροδρόμιο και πολυκατοικίες. Ο Διόνυσος δέν θα ξαναπατήσει ποτέ το πόδι του στην Αττική... Όχι! Αυτό δέν μπορεί να επιτρέψομε να γίνει στον κάμπο της Κόνιτσας (ξεκίνησε). Στον κάμπο του Αχέροντα (αργούμε). Στον κάμπο της Άρτας (έχομε κιόλας αργήσει). Στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων (εδώ πια κι αν έχομε αργήσει...). Ούτε ένα σπίτι στον κάμπο! Έξω τα σπίτια από τον κάμπο. Επιτέλους όχι οι άνθρωποι στο βάλτο. Οι πλαγιές είναι για να κοιμούνται οι άνθρωποι. Γύρω απ’ τις πεδιάδες, έξω από τις πεδιάδες, πάνω απ’ τις πεδιάδες, πάνω απ’ την ομίχλη που τις σκεπάζει, που παλεύει ο ήλιος ως το μεσημέρι και τ’ απομεσήμερο για να την πάρει και καμιά φορά δεν το καταφέρνει κιόλας (Εικόνα 3). Πάρε με πάνω σταυραϊτέ, τι θα με φάει ο κάμπος (Κρυστάλης).

          Ούτε ένα σπίτι κάτω απ’ το δρόμο! Παλιά οι δρόμοι χαράζονταν στο σύνορο της πλαγιάς με τον κάμπο. Χώριζαν του ενός το κράτος από του άλλου. Ούτε ένα σπίτι κάτω απ’ το σύνορο! Εκεί ήταν το κράτος του κάμπου. Σήμερα χαράζομε τους δρόμους μές στον κάμπο. Χωρίς περίσκεψιν χωρίς αιδώ. Χωρίς τύψεις. Μπαζώνομε, υπερυψώνομε, τρώμε. Το εύφορο έδαφος. Το φαΐ μας. Των παιδιών μας για την ακρίβεια. Των γενεών που θα μας αντικαταστήσουν. Μετά ’πο μάς, γαία πυρί μιχθείτω! Για χάρη της ρόδας (ή, μήπως, της αυτοκινητοβιομηχανίας; [7]). Κι ο δρόμος τραβάει τη ρόδα. Κι η ρόδα τα σπίτια. Στον κάμπο. Χάνεται ο κάμπος των Ασπραγγέλλων Ζαγορίου μπροστά στα μάτια μας. Αυτός που ήταν. Όσος ήταν. “Αναπτύσσεται”… Ούτε ένας δρόμος μέσα στον κάμπο. Παρά μόνον για τρακτέρ. Και, κυρίως, χωρίς άσφαλτο.

          Ένα μπορεί να είναι το συμπέρασμα· μόνο. Ν’ απαγορευτεί με νόμο, ή καλύτερα με το Σύνταγμα το ίδιο, το χτίσιμο οποιουδήποτε είδους χτίσματος σε κάθε πεδινό μέρος της επικράτειας, οσοδήποτε μικρό. Με αφορμή την πρώτη επόμενη τροποποίησή του. Όσο ακόμα είναι καιρός! Έστω και την τελευταία στιγμή... Να σταματήσει το χτίσιμο των κάμπων, έν’ από τα μεγαλύτερα (μή ανατάξιμα) εγκλήματα (διαρκείας) της γενιάς μας εναντίον των γενεών που θα μας διαδεχτούν. Και, θα ήταν μια ισχυρή ένδειξη ότι η Ευρώπη βαδίζει το σωστό δρόμο, αν από το πρώτο της κιόλας Σύνταγμα  περιλάμβανε στις αναλλοίωτες διατάξεις του την προστασία των κάμπων. Η επικείμενη ψήφισή του αποτελεί θαυμάσια ευκαιρία. Οι επόμενες γενεές θα μας ευγνωμονούν. Η αθανασία μας θα είναι εξασφαλισμένη.



Εικόνα 4α (πάνω). Πού αλλού, αν όχι ότι είναι χτισμένος στην (απότομη) πλαγιά, χρωστάει ο Μόλυβος της Μυτιλήνης την ομορφιά του; Ποιο καμποχώρι, όσο όμορφα κι αν είναι τα σπίτια του, είναι όμορφο;

 

Εικόνα 4β (κάτω). Ο φωτογράφος πήρε επί τόπου στροφή 180 μοιρών, και, από το ίδιο σημείο, φωτογράφισε αυτό που απλώνεται στα πόδια του τού όμορφου Μόλυβου. Ο ελαιώνας του που τον έτρεφε, σιγά-σιγά, χρόνο με το χρόνο, ολίγον κατ’ ολίγον και ανεπαισθήτως, ξεριζώνεται από ενοικιαζόμενα, δοχεία για ξένους που τα λένε χοτέλ, και πισίνες. Αρκετοί θα βρίσκουν κιόλας έξυπνο ντεκόρ την πανύψηλη καμινάδα του ξενοδοχείου στα δεξιά –και κάποιοι, λίγοι ίσως, κι ίσως όλο και λιγότεροι,  θα ξέρουν πως είναι ό,τι απόμεινε από το ελαιοτριβείο που έχτισαν οι Ηπειρώτες μαστόροι στην Αναλαμπή του Νίκου Θέμελη… Στο μεταξύ, οι λόφοι στο βάθος μάταια θα περιμένουν να γίνουν Μόλυβοι!

 Φτάνουν τα λόγια!

Αν είναι το ιδιοχτησιακό καθεστώς που μας ωθεί σ’ αυτή την αυτοκτονία, ν’ αλλάξομε το καθεστώς. Αλλ’ όχι να χτίσομε τους κάμπους. Αν είναι το νομικό, που μας εξωθεί σ’ αυτό τον παραλογισμό, ν’ αλλάξομε το νομικό. Αλλ’ όχι να χτίσομε τους κάμπους. Αν είναι το δασικό, που μας απαγορεύει να “φάμε το βουνό” για κατοικίες (και μας υποχρεώνει να τρώμε τον κάμπο και το βάλτο), ν’ αλλάξομε το δασικό. Αλλ’ όχι να χτίσομε τους κάμπους. Εν ονόματι των παιδιών μας, έλεος!

          Αν το θέμα ιδωθεί μονόπλευρα, μόνον δασικά, ή μόνον οικιστικά, ή μόνον καλλιεργητικά, ή μόνον νομικά, ή μόνον ως ατομική ιδιοχτησία, ή μόνον ως συλλογική ιδιοχτησία, ή μόνον ως προς το τώρα, ή μόνον ως προς το χθες, ή μόνον ως προς το αύριο, ή μόνον ως προς ένα κάτι μεμονωμένο αποκομμένο και ξεκομμένο, η ζημιά της απόφασης που θα πάρομε θα είναι μάλλον μεγαλύτερη από το όφελος που θ’ αποκομίσομε. Βλέποντάς το μόνον δασικά, δεν επιτρέπομε την επέκταση της πόλης προς την πλαγιά· αποτέλεσμα; χτίσαμε τους κάμπους. Βλέποντάς το μόνον ιδιοκτησιακά, η πλαγιά δεν είναι ιδιοχτησία μου και πού να χτίσω το σπίτι μου; αποτέλεσμα; χτίσαμε τους κάμπους. Βλέποντάς το μόνον σήμερα, δε μας νιάζει πού θα σπείρουν να φάνε αύριο· αποτέλεσμα; χτίσαμε τους κάμπους...

          Να δούμε συνολικά τη χρήση γης στην επικράτεια. Τσακίζοντας αν χρειάζεται νομικές, οικονομικές, δασικές, ιδιοχτησιακές ή όποιες άλλες αγκυλώσεις. Του μυαλού μας για παράδειγμα· ή μάλλον κυρίως αυτές. Όπου άρθρο πρώτο: Απαγορεύεται ρητά, κατηγορηματικά και δια παντός, το χτίσιμο οποιασδήποτε οριζόντιας έκτασης. Άρθρο δεύτερο: Τράβηγμα της κατοικίας –πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά– στις πλαγιές. Πέρα που είναι υγιεινότερο, είναι κι αισθητικά ωραιότερο. Το ίδιο είναι ένα χωριό στην πλαγιά, με θέα και θέαση, το ίδιο ένα χωριό στον κάμπο; Οι παλιότεροι από μας έχουν ακουστά το υποτιμητικό “καμποχώρι”...  Άρθρο τρίτο: Εξαγωγή δευτερογενούς τομέα (μεταποίηση) και φυσικά του τριτογενούς (υπηρεσίες) από τα πεδινά. Σιγά-σιγά, με τα χρόνια, να γκρεμιστούν όλα τα χτίσματα στα πεδινά, και ν’ ανακτηθεί κάθε οριζόντιο κομμάτι εδάφους. Το χρειαζόμαστε για εκτατικές βιολογικές καλλιέργειες υγιεινών τροφίμων. Για αμειψισπορά. Για βοσκοτόπια. Για φαΐ.

          Ας αρχίσομε διορθώνοντας το πρώτο άρθρο του καταστατικού του Υπουργείου Γεωργίας και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και του Υπουργείου Τροφίμων και του Υπουργείου των Μελλοντικών Γενεών: “Πρώτη και κύρια και βασική αποστολή του Υπουργείου, και του Υπουργού προσωπικά πριν απ’ όλους τους άλλους, είναι η προστασία των κάμπων.” Αυτή είναι η δουλιά του υπουργείου παραγωγής (υγιεινών) τροφίμων. Όχι ο τζίρος, και άλλα φαιδρά.

 

 

Εικόνα 5. Ισπανία, ο πύργος της Σεγκόβια.
Γιατί μας εντυπωσιάζουν οι πύργοι;
Μόνο για την αρχιτεκτονική τους;
Η τοποθεσία τους; όχι;
Συνήθως στην κορφή κάποιου λόφου ή ενός βράχου…

Βουνό - Πλαγιά - Κάμπος - Θάλασσα

Οφείλομε να δούμε συνολικά τα τέσσερα μεγάλα συστήματα: Βουνό = δάση, άγρια φύση, χλωρίδα και πανίδα, κτηνοτροφία (ελευθέρας βοσκής, φυσικά). Πλαγιά = κατοικία, υπηρεσίες, μεταποίηση, κτηνοτροφία. Κάμπος = γεωργία, κτηνοτροφία. Θάλασσα = αλιεία. Τα χρειαζόμαστε καί τα τέσσερα. Μα, μιας και κάπου πρέπει να χτίσομε και τα σπίτια μας, αν δεν τα χτίσομε στην πλαγιά, θα τα χτίσομε στον κάμπο. Αν δεν φάμε την πλαγιά, θα φάμε την πεδιάδα. Δέ γίνεται δυστυχώς χωρίς να φάμε. Τη φάγαμε ήδη. Την πεδιάδα. Επειδή, δήθεν, η πλαγιά είναι “δασική”, ή επειδή είναι “κοινοτική”, ή επειδή είναι “δημόσιο”, ή επειδή “η ρόδα πηγαίνει τον κατήφορο” (το αυτοκίνητο είναι που τράβηξε τα σπίτια στον υγρό κάμπο), ή επειδή “πήρε ο κουτσός (το μυαλό μας) κατήφορο”...  Ενώ, υποτίθεται, ο κάμπος είναι “ατομική ιδιοχτησία, ό,τι θέλω τον κάνω”! τον χτίζω. Τσιμέντο να γίνει...

          Πρέπει να δούμε μακριά. Βαθιά. Και δραστικά. Και πρέπει να το κάνομε τώρα. Για την ακρίβεια έχομε αργήσει πολύ. Πάρα πολύ. Ας περισώσομε ό,τι δεν έχει οριστικά απωλεστεί. Κι ας ευχηθούμε ν’ ανακτήσομε ό,τι χάσαμε.

 

Επίλογος

Η κραυγή μου ετούτη με πνίγει εδώ και χρόνια. Γύρω μου απ’ το κακό στο χειρότερο… Ξαφνικά μια αύρα ελπίδας! Θα ήθελα πάρα πολύ να συναντήσω τον ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ Γιάννη Μαρίνο. Για να τον ευχαριστήσω. Διπλά και τρίδιπλα. Γιατί, καθώς διάβαζα τις αιρετικές του σκέψεις [8], η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Στη μαύρη απαισιοδοξία μου, απρόσμενα ένας από μηχανής συνοδοιπόρος! Και τί σύμμαχος... Διαβάστε! (Εικόνα 6) Καλύτερον επίλογο δεν θα μπορούσα να βρώ:

          Νά που μπορεί να ελπίζει κανείς...

          Ας πάψουν οι θρήνοι.

 



Εικόνα 6. Η εκπληκτική μαρτυρία του Γιάννη Μαρίνου από τη Νορβηγία [8] μάς δείχνει το δρόμο: Να απαγορευτεί η αλλαγή χρήσης κάθε πεδινής έκτασης στο ίδιο το Σύνταγμα της χώρας και ίσως, ή μάλλον σίγουρα, καί της Ευρώπης. Όσο ακόμα είναι καιρός.

 

Σύλλογος Προστασίας των Κάμπων

Τι ευτυχής που θα ήμουν! Πολύ μεγάλο για νάναι αληθινό; Ποιος είπε πως είμαστε για μικρά πράγματα;

Βιβλιογραφία

[1] Δημολιάτης Γιάνης. Η ευλογία των πλημμυρών. Νέα Οικολογία, Μάρτιος 1999,: 54-55.

[2] Καλοπίσης Γιάννης. Στοχαστική ανάπτυξη: αδόκιμη, άστοχη και παραπλανητική η χρησιμοποίηση των όρων αειφόρος, αειφορικός, αειφορία για χαρακτηρισμό της ανάπτυξης. Νέα Οικολογία, Απρίλιος 1999, 173: 48-49.

[3] Δημολιάτης Γιάνης. Αεικίνητη ανάπτυξη. Οικοτοπία, Απρίλιος-Ιούνιος 2004, 29: 17.

[4] Ρόκος Δημήτρης. Από την “βιώσιμη” ή “αειφόρο” ανάπτυξη στην αξιοβίωτη ολοκληρωμένη ανάπτυξη. Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2003.

[5] Δημολιάτης Γιάνης. Ήπειρος: η πλουσιότερη περιοχή της Ευρώπης - τι είν’ εκείνο που το λένε “ανάπτυξη” κι εγώ το λέω “κατάπτυξη”; 6ο Παγκόσμιο Πανηπειρωτικό Συνέδριο, Ηγουμενίτσα 26-30/8/1999, θεματική ενότητα “Ποιότητα Ζωής και Περιβάλλον”.

[6] World Commission on Environment and Development. Our Common Future. Oxford University Press 1987. Η μετάφραση από το: Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, Γραφείο Περιοχής Ευρώπης. Υγεία 21 - υγεία για όλους τον 21ο αιώνα. Εκδόσεις Τυπωθείτω - Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2002: 364.

[7] Roberts Ian. The second gasoline war and how we can prevent the third. BMJ 2003; 326: 171 http://bmj.bmjjournals.com/cgi/content/full/326/7381/171

[8] Μαρίνος Γιάννης. Αιρετικές σκέψεις και μνήμες λόγω επικαιρότητας. Το Βήμα 26/10/03, Νέες Εποχές 85/Α45.  http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14000&m=B45&aa=3 



[*] Ο Γιάνης Δημολιάτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. E-mail: idimoliatis@gmail.com  Βάση του κειμένου τούτου αποτέλεσε η εισήγηση στο 4ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο που οργάνωσαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ο Δήμος Μετσόβου και η Νομαρχία Ιωαννίνων, στο Μέτσοβο, 23-26 Σεπτέμβρη 2004, με θέμα «Η Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη της Ηπείρου». Έχει δημοσιευτεί στα πρακτικά του συνεδρίου (Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας του ΕΜΠ, Η Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη της Ηπείρου, επιμέλεια Δ Ρόκος, Αθήνα 2007, τόμος Β, σσ 47-57), και προδημοσιευτεί στο περιοδικό Οικοτοπία 2005, τχ 32, σσ 46-49. Εδώ δημοσιεύεται με μικρές βελτιώσεις στο κείμενο και χρωματιστές τις φωτογραφίες.

Καλοκαίρι ποίημα του Γιάνη Δημολιάτη (για το περιβάλλον) 

Διάλογος στην άποψη του Γιάνη Δημολιάτη

  
αριθμός επισκεπτών