Πολιτισμός

"εκθέσεις"

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ   ΝΟΥΤΣΟΣ
Καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 (Ομιλία που έγινε την Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008 στα Γιάννενα στην εκδήλωση για τον Βασίλη Καζάκο)

 

Η «ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ» ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ  ΒΑΣΙΛΗ  ΚΑΖΑΚΟΥ

 

1. Εισαγωγή

 

        Στην αρχή της ανακοίνωσης θα θέσω το γενικότερο πλαίσιο του ζητήματος της «εντοπιότητας», στη συνέχεια θα οδηγηθώ στο πεδίο της λογοτεχνίας με το νήμα ενός φίλου του τιμώμενου καθώς και με διαπιστώσεις του Brecht και θα συνεχίσω με ορισμένες παρατηρήσεις για το έργο του Βασίλη Καζάκου. Μέσα από το τρίπτυχο αυτό έχω τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να εκτιμηθεί ορθότερα η ιδιοσυστασία του χαράκτη που χάθηκε πρόωρα.

 

2. Για την «εντοπιότητα»

 

        Πώς ανιχνεύεται η γείωση της τέχνης με τον τόπο στον οποίο γεννάται και αναφέρεται; Υπάρχει ομφάλιος λώρος, έως πότε διατηρείται ή αποκόπτεται; Ποια θα ήταν μια διακριτική αποτύ­πω­ση της «εντοπιότητας» που ξανά θεματοποιήθηκε τε­λευ­ταία από θεωρητικούς της τέχνης και αναζη­τή­θη­κε μετά μανίας σε συγκεκριμένα δείγματά της; Με επίκεντρο το έργο του γλύπτη Θόδωρου Παπα­γιάννη οργάνωσα στην κοινή μας γενέτειρα επιστη­μο­νικό συνέδριο με τίτλο: «Τα έργα τέχνης και ο τό­πος τους» (Ελληνικό Ιωαννίνων, Σεπτέμβριος 2005). Το motto του προγράμματος και η αφόρμηση των εργασιών του ήταν ο Αριστοτέλης των Φυ­σι­κών: «στι δ’ σπερ τ γ­γεον τόπος μεταφο­ρη­τός, ο­τω κα τόπος γγεον μετακίνητον», σε ερωτηματική μορφή για να διακριβωθεί αν η αι­χ­μή του πα­ραθέματος αφορά τους χώρους «νοσταλ­γί­ας» των καλ­λιτεχνών.

        Ευρύτερα, πώς συζητούμε σήμερα για τον τόπο και την ιστορία του; Κατά τις τε­λευ­ταίες δεκαετίες αναζωπυρώθηκε και διευρύνθηκε στη χώρα μας το ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία. Τόσο η διάθεση του κράτους για μερική αποκέντρωση ορισμένων λει­τουρ­γιών του όσο και ο ζή­λος της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε συνδυασμό με την από­πειρα θεματολογικής και μεθοδολογικής ανα­νέωσης της ιστοριογραφίας και τον ανα­προ­σα­νατολισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής, έδωσε μια νέα σοδειά δημοσιεύσεων με αντικείμενο πτυχές των τοπικών κοινωνιών. Κι αν υπάρχουν, βέβαια, διαθέσιμες μαρτυρίες, γνωστές ή «υπνώττουσες», τού­το συμβαίνει γιατί τα δικαιώματα του «μέ­ρους» στην ιστοριογράφηση δεν είχαν ποτέ εξοβελισθεί. Με δεδομένη την αυξο­μεί­ω­ση των τρόπων ικανο­ποί­ησης αυτής της αξίωσης δεν ήταν πάντα η ίδια σχέση «μέ­ρους» και «όλου», όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα με την «παγιωμένη» εδώ και χρό­νια γεωγραφική/ιστορική αντίληψη μιας επικράτει­ας, με καθορισμένα κρατικά σύνορα και διοικητικές υποδιαιρέσεις.

        Η θεωρητική –ερμηνευτική και μεθοδολογική– μή­τρα της τοπικής ιστορίας είναι η ιδέα της «τοπι­κό­τητας». Ως «τοπικότητα» θα μπορούσε να ορισθεί η πλούσια σε κα­θορισμούς και σχέσεις ολότητα μι­κρής πληθυσμιακής ενότητας. Σ’ αυτό το ερ­μη­νευ­­τι­κό εγχείρημα η «ολότητα» προβάλλει την ιδιαιτερό­τητά της σε σχέση με το «κέ­ντρο» και συγκροτεί την ιδιοσυστασία της μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα συ­ντε­λε­στών ή παραγόντων, οι σχέσεις των οποίων υπερβαίνουν τους επιμέρους εκθέτες τους. Δεν πρό­κει­ται βέβαια για την απομόνωση του «τοπικού», με ένα πνεύμα ρητής ή όχι «επαρχιώτικης» διάθεσης, αλλά για την επακρίβωση τόσο του «στενού» όσο και του «ευρέος» ορίζοντα ανάδυσής του. Λειτουρ­γούν επομένως «ενδογενείς» και «εξω­γε­νείς» όροι για τη συγκρότησή του και, πολύ περισσότερο, κα­θί­στα­ται πρόδηλη η ιστορικότητα των εκφάνσεών του.

        Αν η έσχατη μονάδα ανάλυσης της «τοπικότητας» εί­ναι οι «ανάγκες» (με την αυ­τονόητη ιεράρχησή τους) και οι τρόποι ικανοποίησής τους, το ερμηνευτικό πλαίσιο για την αποτύπωση και την κατανόησή τους μετατίθεται από την Πολιτική Οικονομία (που προ­φανώς δεν αγνοείται) στο πεδίο της «Ηθικής Οι­κο­νομίας» (κατά τον όρο του E. Thompson), όπου το περιεχόμενο των κανόνων και των αμοιβαίων υπο­­χρεώσεων κα­θορίζεται εθιμικά. Επιπλέον, υπο­νο­εί­ται η «μικρο-φυσική» της εξουσίας, δηλαδή ο τρό­πος που η καθημερινότητα των υποκειμένων ρυθ­μίζεται ως συγκεκριμένη επικοι­νω­νιακή δράση με βάση τις ιδιάζουσες συνθήκες της κοινωνικής τους εν­σω­μάτωσης.

        Στις μέρες μας η «τοπικότητα» υφίσταται τις πε­ρισσότερες πιέσεις που δέχεται το εθνι­κό κράτος από τους αγωγούς της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή από τους διεθνο­ποι­η­μένους μηχανισμούς παραγωγής αγαθών, πρώτιστα συμβολικών αγαθών μέσω των ηλε­κτρονικών πολυμέσων. Από την άλλη πλευρά, απέναντι σ’ αυτή την πίεση, ορ­θώ­νεται ένα κίνημα πο­λιτιστικής ιθαγένειας που συχνά απεκδύεται –όχι πά­ντα– τον πο­λιτισμικό «λαϊκισμό», ο οποίος αντι­πα­ραθέτει απλουστευτικά το «εμείς» στους «άλ­λους», υποβάλλοντας ένα πνεύμα ξενηλασίας και ρατσισμού. Αυτή η ενεργητική κατα­νόηση των ετε­ρο­τήτων, χωρίς καμιά σκοπιμότητα αυτάρεσκου ηγε­μονισμού, ονο­μά­σθηκε εντελώς πρόσφατα «Πο­λι­τιστική οικολογία».

 

3. «Άπειρο πλην η μοναξιά του»

 

        Ο συντοπίτης μας Ναπολέων Λαζάνης (1945-2006) είχε μια ώθηση φυγοτοπίας στη ζωή και το έργο του, όπως άλλωστε την εξομολογείται με το κοφτό, σχεδόν μο­νο­­λεκτικό, ύφος του. Έτσι, «ολόκληρη η πατρίδα μια πόλη. Τα Γιάννενα κι η λίμνη τους. Κι ένας δρόμος εμπορικός, η Ανεξαρτησίας. Και στο δρόμο το παλιό μαγαζί. Κε­ριά όλων των ειδών. Για γάμους και βαφτίσια. Για κηδείες. Ολόκληρη η πατρίδα μια μάνα μέσα στο μαγαζί. Μαυροντυμένη. Κάθεται με τις ώρες και πλέκει». Και η αντίστροφη κίνηση της επιστροφής τού προσφέρει μια νέα ευκαιρία απομάκρυνσης, με μια εικόνα καζαντζακικού Ζορμπά σε «στροβίλισμα»: «Η χαρά τού κόβει τα γόνα­τα. Τον βαραίνει. Καταλαβαίνει. Καιρός να γυρίσει σπίτι» (Εγώ ο Πέτρος, Αθήνα 1993, 176, 81, 164). Ακόμη κι όταν δραπετεύει για λίγο στον τόπο του συναντά ό,τι τον επικαθορίζει πολιτικά: «Κι είπα να κάνω ένα διάλειμμα. Να βγω στην Αβέρωφ να χα­ρώ τον κόσμο πώς ξαναγύρισε στις δουλειές του. Κι είδα το στρατιωτικό ν’ ανηφο­ρί­ζει. Με τους πάγκους του κι απάνω τις σκιές. Κι είδα τις σκιές με χειροπέδες. Κι έσκυψα  το κεφάλι» (Κεφαλή ανδρός σε ορείχαλκο, Αθήνα 1996, 33).       

 

4. Προϊδέαση

 

        Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, δευτεροετής φοιτητής, με αισθητικά και τεχνοκριτικά σκιρτήματα, γνωρίζω τον Γιώργο Καζάκο. Την πρωτοβουλία πήρε ο Αντώνης Φαρίδης, "άτυπος" μαθητής του και γείτονας στο Κάστρο. Τηρώντας ορισμένες "συνωμοτικές" πρακτικές της εποχής, ο καθένας για το δικό του παρελθόν, εγκαινιάζουμε κάποιες συναντήσεις για τον διωκόμενο δάσκαλο των δασκάλων. Απ’ αυτόν έμαθα για το γιο του το Βασίλη που ήταν στη μέση των σπουδών του (1966-1971) στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

        Πρόκειται για το "Εργαστήριο Χαρακτικής", όπου μαθητεύει κοντά στον Κώστα Γραμματόπουλο, παράλληλα με το "Φροντιστήριο Σκηνογραφίας" του Βασίλη Βασιλειάδη. Ερχεται η Μεταπολίτευση, όταν στα δημοτικά μας πράγματα πνέει άνεμος αναδημιουργίας. Υπαινίσσομαι, ως προς το θέμα μας, τα "Ηπειρωτικά" μνημονεύοντας εδώ έναν στυλοβάτη του θεσμού, με ξεχωριστό ενδιαφέρον για τα εικαστικά, τον Ναπολέοντα Μάργαρη. Στις ομαδικές εκθέσεις των "Ηπειρωτικών" ’75, ’77, ’82 καθώς και σε ατομική έκθεση, "Ηπειρωτικά ’92", είναι παρών στη γενέτειρά του ο Βασίλης Καζάκος που ήδη από το 1977 διδάσκει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στην οποία  ήταν αναπληρωτής καθηγητής.

 

5. Μια πόλη σε παρακμή

 

        Λίγους μήνες πριν την αποδημία του ο Βασίλης με παρακάλεσε να του μεταφράσω από τα γερμανικά τι έγραφε το 1937 ο Brecht, αυτοεξόριστος στο Σβέντμποργκ (Svendborg) της Δανίας (βλ. επιφυλλίδα μου στο Βήμα˙ 19.11.2006).

        Στους κόλπους μιας μικρής επαρχιακής πόλης, ογδόντα περίπου χιλιάδων κατοίκων, δασκαλότοπου και διοικητικού κέντρου του νομού της Φιονίας (Fyen), με ισχνή παραγωγική ζωή και συνάμα με αρκετά ζωηρή καταναλωτική δραστηριότητα, πώς συνυφαίνονταν οικονομία, πολιτική και πολιτισμός; Μ’  αυτό το ερώτημα ξεκινούσε ο Μπρεχτ που έβλεπε, στο «τραγούδι της πραμάτειας», ότι για ο,τιδήποτε, πριν απ’  όλα, απλώς «ξέρουμε την τιμή του μονάχα». Εξάλλου είχε αυξηθεί το ποσοστό φτώχειας και τα νοικοκυριά με άνεργα νέα μέλη, ηλικίας 20 έως 30 ετών, είχαν υπερδιπλασιασθεί. Όπως έγραφε ο συγγραφέας, η ανεργία είναι «πληγή και παιδεμός του τόπου».

        Οι δημόσιοι χώροι είναι και κοινόχρηστοι; Τους λυμαίνονται τα ιδιωτικά συμφέροντα και όσοι κερδοσκοπούν με γνώμονα το αυτοκίνητο, για χάρη του οποίου η πόλη απέκτησε τη μεγαλύτερη ατμοσφαιρική ρύπανση, ανταλλάσσοντας το θαλερό πάρκο με ορισμένα κακορίζικα δεντρύλια πάνω στην τσιμεντόπλακα νεόκοπου πάρκινγκ. Όσο για το πού θα ταφούν τα απορρίμματά της, ας πάνε όπου να ’ναι. Αρκεί η ίδια να μη μολύνεται, έστω κι αν πρόκειται να τα αποθέτουν στον περίβολο του μοναστηριού της αγίας Πελαγίας.

        Και στα ζητήματα που μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο; Το δημοτικό θέατρο αναμασά με γηρασμένες μασέλες το βιος του. Το Πνευματικό Κέντρο λειτουργεί περισσότερο ως τοπικός ατζέντης εκδηλώσεων, στο ρεπερτόριο του οποίου ήταν και ο «αποκεφαλισμός γυναικών» από ευφάνταστο μάγο. Χωρίς βέβαια κάποια στοιχειώδη μέριμνα να λειτουργήσει ως επιτελικός νους για τη σύλληψη και την προώθηση ενός σχεδίου πολιτιστικής πολιτικής. Αφήνω στην άκρη, συνέχιζε ο Μπρεχτ, την ανάγκη μιας ανανεωμένης ανάδειξης της πλούσιας πολιτιστικής παράδοσης του τόπου καθώς και την ομόλογη υιοθέτηση των νεωτερικών κατακτήσεων του καιρού μας. Τώρα μάλιστα που το Διοικητήριο απέκτησε πορφυρά παντζούρια, σύμφωνα με την κακογουστιά της κεντρικής πλατείας, και δυο βήματα παραδίπλα στήθηκε το εικαστικό έκτρωμα, με τη βασιλομήτορα Μαργαρίτα και τον κοντορεβιθούλη γιο της, τον Φρειδερίκο της Σαξωνίας, σαν να βγήκαν από πλαστικό δώρο απορρυπαντικών, αμερικανικής εταιρείας τρίτης διαλογής, και το δημοτικό ξενοδοχείο τεχνοτροπίας Bauhaus να έχει μετατραπεί σε ανατολίτικο Τρανό χάνι μπέηδων νέας κοπής, γιατί να στέκει αταίριαστη η «Oase» που βάφτηκε παρδαλή ή τα σχεδόν νεκρώσιμα λουλούδια των έξι πάτων;

        Ο Μπρεχτ, για τελευταία φορά, αναρωτήθηκε αν όλα αυτά «κάνουν τον άνθρωπο απαλό κι ανθρώπινο». Κι αφού επέστρεψε στην πατρίδα του, μετά από δεκαπέντε χρόνια αναγκαστικής μετανάστευσης, συμπλήρωνε το ερώτημά του με αποδέκτη όσους γνώρισε στη «σπαταλημένη» εποχή:

«Τι νόημα έχουνε πολιτείες χτισμένες

δίχως τη σοφία του λαού»;

 

6. Αναγκαία υπόμνηση

 

        Ως "τρίτος από της αληθείας", ας μου επιτραπεί να παρεμβληθώ ανάμεσα από τον καλλιτέχνη και το κοινό καταθέτοντας μια προσέγγιση των έργων του Βασίλη Καζάκου που στοιχειοθετείται από τη σκοπιά της θεωρίας της τέχνης. Ο θεωρητικός λόγος για την τέχνη, χωρίς να διεκδικεί την αποκλειστικότητα, αποτελεί μια μορφή ανάγνωσης που κωδικοποιεί τα φαινόμενα, τα συσχετίζει και ανασυγκροτεί τον ενιαίο ειρμό που τα συνέχει και τα ζωοποιεί. Με βάση το τελευταίο σημείο ανατρέχει στην ενιαία ρίζα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αντιπαρέρχεται τη "βιομηχανική παθολογία" της εποχής μας - γνωστή ωστόσο από τα χρόνια του Ηegel - που μας ακρωτηριάζει και δεν επιτρέπει να χαρούμε "όλα εκείνα που δημιουργούν οι άλλοι".

 

7. Κάποιες επισημάνσεις

 

         Σημείωνε κάπου ο Ρroust ότι το στυλ δεν είναι τόσο ζήτημα τεχνικής, όσο ζήτημα θέασης. Πως δηλαδή ο καλλιτέχνης συγκροτεί το δικό του παρατηρητήριο για να δει τον κόσμο, αυτόν που είναι απέναντί του κι αυτόν που συνθέτει με το έργο του. Τούτο ακριβώς συμβαίνει και με τη χαρακτική πρόταση του Καζάκου, της οποίας τα κυριότερα γνωρίσματα είναι τα εξής:

 

α.

        Εξ ορισμού η Χαρακτική συναρτάται με τον "χαρακτήρα", δηλαδή με τον ιδιαίτερο τρόπο εγχάραξης και αποτύπωσης των πραγμάτων, τόσο των "αισθητών" όσο και των "νοητών". Απ’ αυτήν την άποψη εδραιώνεται ένας ιδιαίτερος τρόπος όρασης.

β.

        Η χαρακτική "συμφρόνησις", δηλαδή η αισθητική της συζυγίας των μορφών, είτε ως σύμπτυξη των ανθρώπων ερωτική είτε ως συνομιλία τους, ακόμη και στην "πέτρινη" στιγμή του θανάτου, συνιστά μόνιμο θέμα.

γ.

        Οι διαλεγόμενες μορφές ευνοούν την αρθρωμένη συλλογικότητα που δεν   καταργεί  -  ακόμη   και   μέσα   από   τα   "αδιέξοδα"     βέβαια   την υποκειμενικότητα, αλλά την αναδεικνύει μέσα από τη δυαδική παρουσία και κίνηση.

δ.

        Η χαρακτική ανάδυση των μορφών προκύπτει από μια στάση ζωής που ανανεώνει τα ερεθίσματα της με αφετηρία την ανάγκη επικοινωνίας, την οποία άλλωστε υπαινίσσονται τα παράθυρα, οι πόρτες και ό,τι άλλο τείνει να ικανοποιήσει αυτήν την ανάγκη.

ε.

        Οι βαθυτυπίες συχνά δεν αποκρύπτουν, τουναντίον ενθαρρύνουν μία διαδικασία "νόστου" και επιστροφής στην καστρινή παιδική ηλικία, όπως βέβαια την καταγράφουν οι στίχοι του Ναπολέοντα Λαζάνη που βυθίζονται στο κέντρο δύο βαθυτυπιών:

"Τη μακρινή μου πορεία εκθέτω

στα τείχη του Κάστρου ανδρώθηκα

στις λίμνης τις κρυμμένες καλαμιές...

Η πορεία μου θλίψη και πόνος

η πορεία μου φως

τη μακρινή πορεία εκθέτω".

στ.

        Τα "κείμενα" των χαρακτικών: "Ελιά στο χρόνο", "Ψάρια", "Καραγκιόζης" κλπ. διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη συνεπαφή με υλικά και συμβολικά αγαθά του γενέθλιου τόπου. Δηλαδή μας παρωθούν σε μια νέα σχέση με την "εστία" μας, τη μήτρα αυτών των αγαθών, φυσική και κοινωνική, που εδώ χρησιμοποιείται και ως εφαλτήριο αυτοβιογραφίας.

 

ζ.

        Αυτό όμως που συνιστά την κύρια εστίαση του ενδιαφέροντος του Καζάκου είναι η σχέση του με το χρόνο. Είναι μια ενιαία διπλή κίνηση: από τη μια αφήνεται στην αγκαλιά της φθοράς κι από την άλλη την αντιμάχεται. Τα "αδιέξοδα" στο μπαρ αποτυπώνουν τόσο την ακινησία όσο και το ξόρκισμα της. Η δυαδική υπόσταση ως ερωτικός και ευρύτερα οντολογικός διάκοσμος, από την πρώτη ημέρα της εβδομάδας ώς την ύστατη μέρα της Αχερουσίας, συνιστά εντέλει μια "αποκατάσταση", κατά το χαρακτηριστικό τίτλο σειράς χαρακτικών που επιχειρούν να ανατρέψουν την τάξη του χρόνου, αφήνοντας κάποιο παράθυρο στην προσδοκώμενη δυνατότητα να "διαβάζουμε από την αρχή την ιστορία του κόσμου", του κόσμου μας. Πρόκειται, κοντολογής, για το αίσθημα το "παλίμψηστου", αλλά από το ύστερο προς το πρότερο, από το τώρα προς αυτό που πέρασε και χάθηκε μπροστά από τα μάτια μας.

 

8. Επιμύθιο

        Ελπίζω να μην έχει αστοχήσει ο Ερμής στην αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων που εξέπεμπε ο χαρακτικός κόσμος του Βασίλη Καζάκου. Αυτός που μέσα από τη μικρή, τη μεσαία και τη μεγάλη κλίμακα των βαθυτυπιών παραλληλίζει το βραχύ χρόνο των υποκειμένων, το μέσο και τον εκτενή χρόνο της ανθρώπινης υπόστασης που συμπιέζεται και συνάμα γιγαντώνεται μέσα από τις μυλόπετρες της φθοράς και του καημού της διάρκειας.

 

Η αναδρομική έκθεση για τον Βασίλη Καζάκο "Ζωγραφική – Χαρακτική"
Γιάννενα 21-22 Φεβρουαρίου 2008

αριθμός επισκεπτών
    --