"Δράσεις Πολιτισμού"

 Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος-Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 

Ηπειρώτες Λογοτέχνες

Πορφύρης Τάσος

Ο Ηπειρώτης ποιητής

 

ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ  ΑΓΙΟKΟΣΜΙΤΩΝ  ΠΩΓΩΝΙΟΥ

 

ΚΑΜΙΝΑΔΕΣ

 

       Δεν είναι που οι καμινάδες έχουν μια αυτοτέλεια και χαρακτηρίζονται από τα υλικά κατασκευής τους π.χ. πέτρες, τούβλα, ντενεκέδες και το ύφος τους αυτό που ονομάζουμε στυλ και συγχωρείστε μου το δάνειον από αλλότρια γλώσσα.


Τάσος Πορφύρης  

       Είναι που και οι καμινάδες εκτός από έξοδος καπνού είναι και είσοδος του βλέμματός μας στο εσωτερικό του σπιτιού. To βλέμμα που κατεβαίνει από την καμινάδα, θρονιάζεται στην πυροστιά ανακαλύπτοντας σιγά σιγά τον χώρο κι αρχίζει να περιδιαβάζει στα δωμάτια σταματώντας στις παλιές φωτογραφίες των προγόνων, σταματώντας στα φαγωμένα από κουρασμένα βήματα σκαλοπάτια, στις μπίμτσες όπου ευωδιάζουν ακόμα αλλοτινές μυρωδιές. Και είναι αυτό το βλέμμα που γέρνει από μνήμες που θα καλωσορίσει όσους μπαίνουν από την κυρία είσοδο και ερευνούν με περιέργεια ένα παρελθόν που τους γεμίζει ευδαιμονία καθώς συμμετείχαν στη διαμόρφωση αυτού του παρελθόντος με ένα κομμάτι της ζωής τους και που τώρα το ανταμώνουν.

       To νόστιμον ήμαρ - η ημέρα της επιστροφής - για κάθε «Οδυσσέα» είναι το ανεπανάληπτο συμβάν μετά την καθενός «Οδύσσεια», όταν γαληνεύουν τα νερά και φαίνονται οι χαμένες «Ατλαντίδες» και τα κάθε είδους «ναυάγια» της νιότης μας.

       Οι καμινάδες είναι φωτογραφημένες τον Αύγουστο. Αναρωτιέμαι αν θα υπήρχε διαφορά αν τις φωτογράφιζα καταχείμωνο, πέρα από την κατσιούλα του χιονιού, αν χιόνιζε. Πιστεύω πως μονάχα κάνα δυο θα κάπνιζαν. Οι μασίνες βολεύουν καλύτερα - ζεσταίνουν και μαγειρεύουν - άσε τις ηλεκτρικές κουζίνες, τα καλοριφέρ και τις κλιματιστικές συσκευές που κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους και που έχουν και μια μικρή σχέση και με τον αρχοντοχωριατισμό ενίων τινών. 'Έτσι για να μην χάνουμε την επαφή μας με την Κυψέλη, τo Παγκράτι ή οποιαδήποτε άλλη συνοικία διεκδικεί την κηδεμονία της πάνω μας.

       Μα η δική μου μνήμη έχει σφηνωθεί σε εκείνη την εποχή που έβραζε στο τζάκι το κουρκούτι στη μεγάλη κατσαρόλα για τη μαμαλίγκα - πολέντα τη λέμε τώρα με διάφορους τρόπους μαγειρεμένη, ακόμα και με κρεμ φρες τρομάρα μας - η πλάκα η ολόμαυρη και λεία που ζεσταίνονταν πάνω στην πυροστιά και υποδέχονταν τον χυλό. Σε δευτερόλεπτα το φύλλο ήταν έτοιμο μεταφερόταν στο τεψί πασπαλιζόταν με τριμμένο καρύδι και κατόπιν το άλλο ως που να γεμίσει το τεψί. Αυτές ήταν οι λαλαγγίτες - αμβροσία -, τώρα τις λένε κρέπες.

       Και ο λαγός στιφάδο με κλεισμένο το καπάκι με ζυμάρι για να βράζει με τον ατμό του και σπάνια, το μεγάλο καζάνι να βράσει το νερό για τις ανάγκες της γέννας. Και τι να πούμε για τα κούτσουρα που μας ταξίδευαν με τις φλόγες τους και τους τριγμούς τους στους λόγγους και στα ρουμάνια με την πανίδα τους. Τα τζάκια έκαιγαν χωρίς σταματημό κι από το βράδυ κουβαλούσαμε ξύλα από τη σταβιά μέσα στο σπίτι γιατί δεν γνωρίζαμε τι καιρός θα ξημερώσει, όπως φέρναμε μέσα και το φτυάρι γιατί η νύχτα μπορούσε να μας επιφυλάξει εκπλήξεις, δηλαδή ένα μπόι χιόνι και πρωί-πρωί έπρεπε να ανοίξουμε δρόμο ως τα κατώγια για να θρέψουμε τα ζωντανά.

       Οι καμινάδες λοιπόν, πέρα από την αισθητική τους παρουσία είναι και μια πληγή που δεν λέει να κλείσει στο κορμί της μνήμης. μιας μνήμης που μας οδηγεί άσφαλτα στον απωλεσθέντα παράδεισό μας.

 

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ,  Ιούλιος 2002

    

Φωτογραφίες του ποιητή (καμινάδες)



Πίσω στα κείμενα του Τάσου Πορφύρη

       

   αριθμός επισκεπτών
       --