Πολιτισμός Λογοτέχνες

Γιάννης Μότσιος

ΧΑΡΟΣ, ο γκρεμός του υψώματος Σπανούρα, στο ΓΡΑΜΟ.

 





 

«ΧΑΡΟΣ». Διμοιρία του ΔΣΕ, το καλοκαίρι του 1948, ήταν οχυρωμένη στο ύψωμα Σπανούρα (αριστερά, στο τέλος της κορυφογραμμής). Λίγες μέρες πριν τον ελιγμό τού Γράμου (20 προς 21 Αυγούστου 1948) ζωντανοί είχαν μείνει ο διμοιρίτης Γιάννης Θεοδώρου, ο σκοπευτής πολυβόλου Νίκος Χατζηβασιλείου και ο γεμιστής Θάνος Δημητρίου. Ήταν πλήρως πολιορκημένοι. Όταν τέλειωσαν τα πυρομαχικά τους και για να μην παραδοθούν,  έπεσαν με τον οπλισμό τους στο γκρεμό που από τότε ονομάζεται Χάρος. Η βαριά τραυματισμένη συναγωνίστριά τους, Κωνσταντινιά Καρυοφίλλη από το Άργος Ορεστικό, ζει στη Θεσσαλονίκη και διηγείται τα γεγονότα. 

Ίδιο ήταν το τέλος άλλων τριών μαχητών του ΔΣΕ στον  Πύργο Στράτσιανης (περιοχή Κόνιτσας) την ίδια χρονιά.

Από τη μεριά του αστικού στρατού δεν υπήρξε παρόμοιο παράδειγμα: ούτε στο Γράμο κι ούτε αλλού πουθενά στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου 1946 – 1949. Απλώς παραδίδονταν. Ακόμα και λοχαγός του αστικού στρατού παραδόθηκε.

  


Γιάννης Mότσιος
ΓΡΑΜΟΣ.  «ΧΑΡΟΣ».
Φωτ. Μιχάλη Σιούφα.
Σεπτέμβρης 2012

 

    στο δρόμο

                          προς το μέγα

                                                      Τίποτα·

    στο δρόμο

                        το στερνό

                                           προς τo Παντού

 

 

                                  (Τρίπτυχο)   

                                     

                                                Α΄    

 

Σιγά! Ακόμα πιο σιγά. Στις μύτες  των ποδιών πατήστε.              

Ότι εδώ περπάτησαν το δρόμο  το στερνό  τρία παιδιά.

Τα ίχνη  μη μπερδέψουμε στο διάβα το δικό μας. Από παρ-

Άλληλα περάσματα τη ρότα τους ν’ ακολουθούμε: από το χτες

Κι από το σήμερα στο αύριο να πορευτούμε. Και στο μεθαύριο.               5

 

Α, τώρα ναι! Στις μύτες των ποδιών, ώσπου να βρούμε το δικό μας

Πέρασμα. Και παρακεί - πατούμε σταθερά, κι όλοι μαζί, στο δρόμο

Τον κοινό: να χτίσουμε τον κόσμο το δικό μας που τα παιδιά

Τον πότισαν με αίμα , τον τάισαν με σπλάχνα τρυφερά

Και με των είκοσι χρονών τις ομορφιές της νιότης όλες.                             10

Στοίχιση  σε γραμμές πυκνές. Κι εμπρός! Στην τελική μας έφοδο

Να κατακτήσουμε τους ουρανούς τού κόσμου των ονείρων μας.

Δεξιά κι αριστερά οι δρόμοι, ώσπου να σμίξουνε με το στερνό

Βηματισμό τους: στο διάβα της ιερής τιμής. Και της αθανασίας.              15 

 

Και της καινούριας μας ζωής στου μέλλοντος την άπλα.

 

04 - 5/10/2013

 

 

                                                     Β΄ 

 

Κι ο δρόμος τους, παράξενα, περνούσε απ’ του σπιτιού  τον οβορό:

Είδαν τις μάνες στο κεφαλόσκαλο σκυφτές, να πλέκουν βιαστικές 

Τσουράπια, σαν κείνα του ’40 -  του ’41· για τους γονιούς·                                            

Και τους παππούδες. Και το μουστάκι στρίβοντας αυτοί τσιγκέλι,

Να λένε συναμεταξύ τους: μας έμοιασαν·  λίγο πιο πάνω ανέβηκαν       5

Τη σκάλα  της παλικαριάς, το χρέος κάμνοντας έως την εσχατιά

Πασών των εσχατιών· αφήνοντας το δάκρυ ήρεμο να τρέχει,

                     βροχούλα

Σιγαλή·  πέφτει και χάνεται στη διψασμένη γη…

                                                      Διάβηκαν τα παιδιά αόρατα κι άπιαστα

Για τις αισθήσεις των θνητών· μα δάκρυσαν κι αυτά και μια ζεστή         10 

Σταλαγματιά στο μουσκεμένο έπεσε των μανάδων  μάγουλο·   

Το σκούπισαν· με βιάση πιότερη συνέχισαν το πλέξιμο· αλλά οι             

              μαύρες

Γάτες (μόνο αυτές) το ’ριξαν στο στριγκό νιαούρισμα: Οι μάνες 

Ν’ απορούν και να σταυροκοπιούνται.

 

                                   Προσπέρασαν τα παιδιά, το δρόμο της τιμής              15         

Και της αθανασίας συνεχίζοντας. Κληρονομώντας μας ακέραιο το

               χρέος.

                                                                     

10/10/2013

 

 

 

                                  Γ΄

 

Στου Ολύμπου σταμάτησαν τις πλαγιές: νερό να πιουν,

Να ξεδιψάσουν,  στου Χρόνου τη μεριά να ξαποστάσουν

Ότι τα φτερωτά τους άτια δίψαγαν κι αυτά. Στα χέρια τους

Άδραξαν το χαλινό,  τα τσίγκλησαν με το ζεγκί κι εκείνα

Τον ανήφορο  πήραν για τα λημέρια τα παλιά των δώδεκα                    5

Θεών.  Τηρούν ζερβά, τηρούν δεξιά, κι ανάμεσα ξεχώρισαν

Άγριους τόπους, αχορτάριαστους, με θυμωμένη βλάστηση:  

Πληθώρα οι χυμοί και λιγοστές  οι ξόδεψες για τις ανάγκες                

Ζων κι ανθρώπων: κι οι τρεις μαζί γύρισαν προς τη δύση

Και τρεις φορές προσκύνησαν  προς τη μεριά του Γράμου.                    10

 

Σταμάτησαν το πλέξιμο κι οι γριές, και προς του Γράμου

Τη μεριά  αφουγκραζόντουσαν με την ανάσα τους στα δυο

Κομμένο φίδι. Και σφόδρα ανησύχησαν, ότι δεν άκουγαν

Το κανονίδι, δεν έφτανε ώς τη μύτη τους καμένου δάσους

Μυρουδιά και πίκρα μπαρουτιού. Ξανάρχισαν το πλέξιμο,                   15

Ότι  γρήγορα έμπαινε φθινόπωρο και παραπέρα -

                          βαρύς, πολύ βαρύς τού Γράμου ο χειμώνας...

 

-Na εκεί, είπαν τα τρία παιδιά, θα χτίσουμε  αποξαρχής τον κόσμο

Το δικό μας. Και τσίγκλησαν στερνή βολά τα άτια

                                                                                            με μάτια              

Που σκορπούσαν πυρκαγιές.                                                                          20

                                                     - Για δες φωτιές δημιουργίας!

 

11/10/2013

  Επιστροφή στον Γιάννη Μότσιο

   

   αριθμός επισκεπτών