ΓΙΑΝΝΕΝΑ  ΠΟΛΗ  ΤΩΝ  ΕΥΕΡΓΕΤΩΝ

Ευεργέτες

 

Οι Σχολές των Ιωαννίνων
μέσω των Διαθηκών (17ος – 19ος αι.)

ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΡΜΑΝΤΖΗ
Λέκτορας – Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Κυρίες και Κύριοι,

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Αγαπητοί φοιτητές,

     Η πρώτη γνωστή διαθήκη, στην ιστορία των ελλήνων ευεργετών, κατά την οποία γίνεται δωρεά στην πόλη των Ιωαννίνων, είναι αυτή του Ζώτου Τζιγαρά το 1599, ο οποίος επιτάσσει ότι «…με τα ειρημένα χρήματα [της δωρεάς] ας εξοδεύσουν οι επίτροποί μου [στη Βενετία] Δουκάτα τριακόσια ίνα κάμουν ένα Νοσοκομείον και τα άλλα τριακόσια Δουκάτα ας διατεθούν υπέρ των εξ Μοναστηρίων…», δηλαδή στα Μοναστήρια της Νήσου των Ιωαννίνων. Το Νοσοκομείο αυτό, το επονομαζόμενο και «των λοβών», ιδρύθηκε πράγματι στα Γιάννενα λίγα χρόνια αργότερα, στη συνοικία της Λούτσας, αλλά δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία.

     Ακολουθεί μια άλλη Διαθήκη, το 1611, όπου ο έμπορος Λάνθος Μονδάνος, καταγόμενος από τα Τρίκαλα και διαμένοντας στα Γιάννενα, συντάσσει στην ίδια πόλη τη Διαθήκη του όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει: «Ακόμη αφήνω χίλια δουκάτα να δίδουν το διάφορον, εις τόπον όπου φανή καλός οπού ήθελαν κρίνει οι επίτροποι ετούτοι και να είναι αψόφιστα [να είναι πάγια], το διάφορόν τους να δίδηται αενάως εις το σχολείον οπού θέλει γενή διά τους σπουδαίους [τους λίαν ευφυείς] εις τα Ιωάνινα και να μην εμποδισθή τούτο, εις βάρος αλύτου αφορισμού και να μανθάνουν οι πτωχοί όπου δεν έχουν να πληρώνουν, διά ψυχικόν».

     Ή αλλιώς, κατά το 1611 βλέπουμε να γίνεται συζήτηση περί ανέγερσης σύγχρονης δημόσιας Σχολής στα Ιωάννινα, στην οποία θα έχουν τη δυνατότητα να φοιτούν και πτωχοί φοιτητές. Δεν γνωρίζουμε για ποιο λόγο τελικά δεν εκτελέστηκαν τα παραπάνω επιτασσόμενα στη Διαθήκη του Λάνθου Μονδάνου, ίσως όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα συνταρακτικά γεγονότα της επανάστασης του Διονυσίου του Φιλοσόφου, τη χρονιά αυτή, απέτρεψαν την ίδρυση της Σχολής.

     Όμως, το 1648 ο Ιωαννίτης Επιφάνειος Ηγούμενος, έμπορος στη Βενετία, με τη Διαθήκη του, θεσμοθετεί ίδρυση Σχολής στα Γιάννενα: Εντέλλει εδώ «…ίνα από τους επιτρόπους μου διορισθή εις Έλλην διδάσκαλος, υπό την έγκρισιν του Συλλόγου των 40 και προσθήκης, της εκκλ.[ησίας] του Αγίου Γεωργίου των Γραικών, πρόσωπον εγγράμματον και έμπειρον εις τας επιστήμας και ελληνικά δόγματα, όστις δέον να διαμένη εν τη ρηθείσα πόλει των Ιωαννίνων και εκεί να είναι υποχρεωμένος να διδάσκη γραμματικήν, ανθρωπισμόν [φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων] και άλλας επιστήμας και γράμματα ελληνικά εις τα παιδία και τα κοράσια τα οποία θα θελήσουν να μάθουν, ο οποίος διδάσκαλος πρέπει να εκλέγηται κατά τριετίαν,…».

     Η Σχολή αυτή πράγματι ιδρύθηκε στα Ιωάννινα και λειτούργησε μάλιστα άτυπα από το 1645, με πρώτο διδάσκαλο τον αθηναίο Νικηφόρο Πριγγελέα, εξέλειψε δε στα τέλη του 18ου αιώνα. Σε αυτή τη Σχολή δίδαξαν φημισμένοι διδάσκαλοι, όπως ο Μιχαήλ Μήτρου, ο επικαλούμενος και Μελέτιος ο Γεωγράφος, ο Παρθένιος Κατζούλης, ο παροιμιογράφος, ο Αλέξιος Σπανός ή Τζέτζης, ο μεταφραστής στη νέα ελληνική γλώσσα του βυζαντινού νομικού συγγράμματος Εξάβιβλος του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου. Εν τέλει, σε αυτή τη Σχολή δίδαξε και μια σειρά διδασκάλων, της οικογενείας των  Μπαλάνων.

     Το 1676, ένας άλλος έμπορος στη Βενετία, ο Εμμανουήλ Γκιόνμας, συντάσσει αυτοτελή διαθήκη για την ανέγερση Σχολείου στα Ιωάννινα, διαθέτοντας συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, «…ίνα, όλον αυτό το Κεφάλαιον και το διάφορόν του που θα τρέχη μετά τον θάνατόν του, διατίθηται αιωνίως εις τους κάτωθι μνημονευθησομένους ευλαβείς τόπους και διά την ανέγερσιν του Ιεροδιδασκαλείου, …προς όφελος του φιλτάτου του Ελληνικού Έθνους,…». Επίσης γράφεται ότι: «…εις εκτέλεσιν όθεν της προμνησθείσης υποχρεώσεως, καθορίζεται εν τη παρούση δωρεά ο κανονισμός του εν λόγω Ιεροδιδασκαλείου τουτέστι: εν τη αναφερθείση πόλει των Ιωαννίνων, τη εαυτού πατρίδι, να ανεγερθή το Ιεροσπουδαστήριον εις μέρος κείμενον εγγύς μιάς Εκκλησίας, της εκλογής των κάτωθι ονομασθησομένων πληρεξουσίων επιτρόπων εν Ιωαννίνοις, και παρ’ αυτών δέον να εκλέγηται, εκτός του διδασκάλου ον διώρισεν εν τη διαθήκη του ο κ. Επιφάνιος Ηγούμενος, και άλλος διδάσκαλος Έλλην, καλής φήμης και διαγωγής, έξυπνος και δόκιμος εις τας επιστήμας με τον ολιγώτερον μισθόν που θα ημπορέσουν, όστις θα είναι υποχρεωμένος να διδάσκη Γραμματικήν, ανθρωπισμόν (humanità)[1] και επιστήμας Ελληνιστί εις τα παιδία τα οποία θα εισαχθούν εις το ρηθέν Ιεροσπουδαστήριον και το υπόλοιπον των τόκων θα διατίθεται διά την πληρωμήν του ενοικίου, του μισθού του διδασκάλου και δι’ άλλα έξοδα απαραίτητα διά το εν λόγω Ιεροσπουδαστήριον και ό,τι απομένη να διατίθηται δια τροφήν και ενδυμασίαν των απορωτέρων μαθητών και μόνον εκείνων οι οποίοι είνε όντως άποροι,…».

     Πράγματι, η Σχολή αυτή η οποία πιθανόν να λειτούργησε άτυπα από το 1672, έπαψε να λειτουργεί όταν τα Γιάννενα καταστράφηκαν κατά την πολιορκία του Αλή Πασά, το 1820.

     Εδώ δίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι, όπως οι Βησσαρίων Μακρής, Γεώργιος Σουγδουρής, Αναστάσιος Παπαβασιλόπουλος, Μεθόδιος Ανθρακίτης και η οικογένεια των Μπαλάνων από το 1725 έως το 1820. Κατά την περίοδο της διδασκαλίας των τελευταίων, συντηρητικοποιήθηκε η Σχολή και αποκλειστικό αντικείμενο διδασκαλίας αποτέλεσε η ελληνική Γραμματεία ενώ αποκηρύχθηκαν οι θετικές επιστήμες.

     Οι αδελφοί Σίμων, Κωνσταντίνος και Λάμπρος Μαρούτζης, το 1734, θέλησαν να θεσμοθετήσουν νέα Σχολή στα Γιάννενα, και αυτό βέβαια αποδεικνύεται από τη Διαθήκη του τελευταίου, του Λάμπρου, κατά την οποία παρακαλούνται οι επίτροποι της ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας «…να αναλάβουν αυτήν την ενόχλησιν να εισπράττουν το διάφορον του ειρημένου κεφαλαίου, προς όφελος της Ελληνικής νεότητος υπέρ ενός διδασκάλου διακεκριμένης και εξαιρετικής μορφώσεως με υποχρέωσιν του ιδίου να διδάσκη εις τα Γιάννενα τας επιστήμας ήτοι λογικήν, φυσικήν, μεταφυσικήν, θεολογίαν εις όποιον ήθελε σπουδάσει, και μαθηματικά, ελληνιστί και λατινιστί, θεωρών αναγκαίαν την σπουδήν της λατινικής διά την επιτυχίαν των ομοεθνών ημών σπουδαστών, οι οποίοι μεγάλως εζημιώθησαν από την μοιραίαν απώλειαν του ελληνικού Κράτους,[2] με την οποίαν απωλέσθησαν αι κυρίαι βάσεις των επιστημονικών εγγράφων». Δηλαδή, τα απαιτούμενα προσόντα για τη θέση του διδασκάλου στην εν λόγω Σχολή, πρέπει να συγκεντρώνονται σε άτομο το οποίο είναι άριστος κάτοχος της γνώσης που του παρέχει εξέχουσα Σχολή της Δύσης. Και αυτό, διότι τα προς διδασκαλία αντικείμενα αποτελούν, ως προς τα των θετικών επιστημών, ένα κράμα Αριστοτελικής Φιλοσοφίας και σύγχρονης δυτικής σκέψης, τα δε γλωσσικά – θεωρητικά αποτελούν τη βασική και την προαπαιτούμενη γνώση για την πλήρη ένταξη του σπουδαστή στο δυτικό σχολικό δίκτυο. Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι η παρεχόμενη παιδεία, σε άμεση συσχέτιση με το χρονικό σημείο σύνταξης της εν λόγω Διαθήκης, εν είδει Οδηγού Σπουδών, στοχεύει, αν μη τι άλλο, στη σύσταση ενός, αν όχι πανεπιστημιακού εκπαιδευτηρίου, σίγουρα όμως στην ίδρυση μιας προπαρασκευαστικής Σχολής υποψηφίων φοιτητών, διδασκάλων, λογίων και εμπόρων προς μάθηση. Προσέχουμε ακόμη την πρόταση διδασκαλίας της Λατινικής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ως βασική γλώσσα ταυτοχρόνως και της θεωρητικής, αλλά και της θετικής εκπαίδευσης. Τέλος, άξια προσοχής είναι η πρόταση εισαγωγής ενός «μαθήματος επιλογής», και μάλιστα αυτό της Θεολογίας, ήτοι της επιστήμης των θρησκειών, πράγμα που προκαταλαμβάνει εκπαιδευτικές ρυθμίσεις που θα έχουν ως βάση επιρροής τους τον επιστημονικό φιλελευθερισμό των χρόνων μετά τη γαλλική επανάσταση και την ουσιαστική επανόρθωση των αξιών της «νέας ουμανιτά», δηλαδή του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού.

     Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η διδασκαλία που προτείνεται, επικεντρώνεται στις φιλοσοφικές και θετικές επιστήμες. Και δεν είναι τυχαίο πράγματι ότι πρώτος διδάσκαλος της Σχολής αυτής υπήρξε ο πολύς Ευγένιος Βούλγαρις, ο θεωρούμενος ως μία από τις πρώτες διαφωτιστικές προσωπικότητες που γνώρισε ο τότε ελλαδικός χώρος, γνωστός για το πανεπιστημιακό του έργο, είτε φιλοσοφικό είτε θετικών επιστημών.

      Η Σχολή Μαρούτζη εξέπεσε ελλείψει αξιόλογων διδασκάλων, έως την παρουσία στα Γιάννενα μιας μεγάλης προσωπικότητας, αυτής του Αθανάσιου Ψαλίδα, ο οποίος, επιστρέφοντας από τη Βιέννη, ανέλαβε τη διεύθυνση  αυτής της Σχολής το 1796. Αλλά, το 1797, με την κατάληψη της Βενετίας από τους αυτοκρατορικούς Γάλλους του Ναπολέοντα, εκλείπουν τα εκεί κατατιθέμενα κεφάλαια, ώστε η Σχολή αυτή να μην έχει πλέον πόρους. Για τη συνέχισή της όμως, η Κοινότητα των Ιωαννίνων αναλαμβάνει να πληρώνει τον Αθανάσιο Ψαλίδα για κάποια χρόνια της διδασκαλίας, μέχρι να βρεθεί ο νέος χρηματοδότης της Σχολής, ο Ζώης Καπλάνης.

     Ο Ζώης Καπλάνης, καταγόμενος από το Γραμμένο Ιωαννίνων, έμπορος στη Ρωσία, στη Διαθήκη του που δημοσιεύτηκε το 1807 στη Μόσχα, αναφέρει: «Προς τούτοις αναμνημονεύων επιβεβαιώ, ότι επειδή η παντοδύναμος αγαθότης του αγίου Θεού, κατά τον ανέκαθεν πόθον, και εγκάρδιόν μου ζήλον, με ηξίωσεν έτι ζώντα, και εσύστησα το εις την πατρίδα μου Ιωάννινα ελληνικόν και επιστημονικόν Σχολείον, εν ω προ χρόνων ήδη παραδίδονται μαθήματα, το οποίον εστερέωσα, καθ’ όσον ην δυνατόν, με Συνοδικόν, Πατριαρχικόν Σιγγιλιώδες Γράμμα,…».

     «Το αυτό Σχολείον μου το έχω συν Θεώ, πεπροικισμένον και με βιβλία αρκετά παντοίου είδους, και με όργανα Μαθηματικά, τα οποία επρόβλεψα και εφρόντισα από τε Βιέννης και Παρισίου δια του εξοχωτάτου εν Ιατροφιλοσόφοις Κυρίου Αδαμαντίου Κοραή· και τα οποία επιθυμώ να εναποτεθώσιν εις βιβλιοθήκην λιθόκτιστον, θόλινον, και σιδηρόθυρον προς ασφάλειαν, δια να είναι αείποτε προς χρήσιν των τε διδασκάλων και μαθητών, μετά ευταξίας μεν τοι, καθώς και το Ιερόν Σιγίλλιον εντέλλεται».

     «Το αυτό Σχολείον μου το επροίκισα ήδη με κτίριον ευρύχωρον, αρκετόν διά την κατοίκησιν των διδασκάλων, υποδιδασκάλων, και υποτρόφων, και διά την των μαθημάτων παράδοσιν».

     Τα νέα στοιχεία που εισάγονται σε αυτή τη Σχολή, όπως είναι δυνατόν να κατανοηθεί, δεν είναι μόνον η (αρχαιο) ελληνική και επιστημονική μόρφωση, αλλά και η δημιουργία ιδίου μόνιμου κτιρίου όπου θα στεγάζεται η Σχολή, και επιπλέον, ότι αυτή έπρεπε να προικιστεί με δική της βιβλιοθήκη και όργανα φυσικής, βλ. όργανα Χημείας και Πειραματικής Φυσικής.

     Διαφαίνεται ότι οι παραπάνω προτάσεις, επιτάσσονται από τον περιώνυμο Αθανάσιο Ψαλίδα, ο οποίος διαθέτει γνώση των Σχολείων της Ευρώπης, την οποία και ο ίδιος έχει περιηγηθεί.

     Άλλωστε, κατά την περίοδο των 25 χρόνων διδασκαλίας του Αθανασίου Ψαλίδα, θα επέλθει για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο η πλήρης ρήξη με την άρχουσα εκπαιδευτική ιδεολογία, η οποία πρέσβευε συντηρητικές ή «μέσης οδούς» απόψεις, με αποτέλεσμα την ολική υιοθέτηση της δυτικής επιστημονικής και ορθολογικής σκέψης σε έναν χώρο, ο οποίος για πρώτη φορά αναγκάζεται να υποχωρήσει σε κάτι που δεν μπορεί να δεχθεί. Τα Γιάννενα, προπύργιο της Νεοελληνικής Αναγέννησης, είναι η πόλη με τις κατάλληλες παραδόσεις, στην οποία καλλιεργείται η ορθολογική σκέψη σε αντίθεση με τη θρησκευτική ιδεολογική παντοδυναμία. Ο Ψαλίδας είναι το πρόσωπο αυτό που ερμηνεύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όραμα της αστικής – εμπορικής τάξης για την ανόρθωση του πεπτωκότους Γένους. 

     Λίγα χρόνια μετά από την καταστροφή των Ιωαννίνων, ιδρύεται νέα Σχολή σε αυτή την πόλη το 1828, η οποία χρηματοδοτείται από τους αδελφούς Ζωσιμά. Ο Νικόλαος Ζωσιμάς, ο τελευταίος των αδελφών, συγκεντρώνει όλα τα χρήματα που χορηγούσε η αδελφότητα για τη Σχολή, και από τον τόκο αυτών συνεχίζει να χρηματοδοτεί αυτή. Στη διαθήκη του το 1841, μιλάει εκτενώς για την εν λόγω Σχολή, και ορίζει ότι πρέπει από τους παραπάνω τόκους «…να πληρόνωνται οι ετήσιοι μισθοί των διδασκάλων, υποδιδασκάλων και επιστατών, καθώς και οι του γραμματέως και βιβλιοθηκαρίου της σχολής, εις τας οποίας επιστασίας να διορίζονται υπό των εφόρων δύο από τους υποδιδασκάλους, και όσα άλλα αναγκαία και άφευκτα του σχολείου έξοδα· να αγοράζεται κατά την χρείαν, τα εις την μάθησιν αναγκαία όργανα, καθώς και τα χρησιμότερα των βιβλίων προς χρήσιν των πτωχών μαθητών,…».

Στην ίδια διαθήκη επιτάσσεται επίσης να γίνει νέα υποδομή, καθώς και άλλα ενδιαφέροντα από άποψη διδακτική:

     «…η δε του σχολείου οικοδομή να γίνη καθ’ όσον δύναται ευρύχωρος, και χωρητική μ’ όλας τας οικοδομάς αι οποίαι είνε αναγκαίαι, και εξόχως της βιβλιοθήκης και του αρχείου αυτού· και εις αυτό το σχολείον επιθυμώ, ίνα μεταξύ των άλλων διδασκάλων να διορισθη και διδάσκαλος ιερωμένος ειδήμων της ελληνικής γλώσσης να παραδίδη την ιεράν Γραφήν και Κατήχησιν της ορθοδόξου ημών Πίστεως εις όλους τους μαθητάς· καλόν είναι να διδάσκωνται και έτεραι γλώσσαι, και όσαι των επιστημών και ελευθέρων τεχνών, κριθώσιν υπό των Εφόρων αναγκαιότεραι, και εξαρκώσι τα του σχολείου εισοδήματα·».

     Στη Ζωσιμαία Σχολή δίδαξαν σπουδαίοι καθηγητές, όπως οι, κατά σειρά, Γεώργιος Κρανάς ή Αίσωπος και Αναστάσιος Σακελλάριος, φιλόλογοι, Σπυρίδων Μανάρης, μαθηματικός, όλοι οι παραπάνω μαθητές του Αθανασίου Ψαλίδα, και ο πολυγραφότατος πάργιος Παναγιώτης Αραβαντινός, ο οποίος συνέγραψε, μεταξύ άλλων, Χρονογραφία της Ηπείρου, Βιογραφική Συλλογή Λογίων της Τουρκοκρατίας, Δημώδη Άσματα της Ηπείρου, Η Παιδεία παρ’ Έλλησιν και Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή, η οποία εξεδόθη αργότερα από τον γιο του Σπυρίδωνα Αραβαντινό. Λόγω της διδακτικής της αίγλης, η Ζωσιμαία Σχολή αναδείχθηκε ισότιμη της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, της Πατριαρχικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως, και όπου οι μαθητές των παραπάνω Σχολών εισάγονταν χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τέλος άξια λόγου είναι η ύπαρξη τυπογραφείο στην εν λόγω Σχολή, με την επωνυμία «Δωδώνη» κατά τη δεκαετία του 1860.

 

Κυρίες και Κύριοι,

     Καταλήγοντας, θεωρούμε σκόπιμη μια ανακεφαλαίωση στο δια-χρονικό, το περί των Σχολών των Ιωαννίνων. Δεν είναι τυχαίο ότι παλαιότεροι μελετητές, όπως ο Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Σπυρίδων Λάμπρος έχουν ομιλήσει περί Παιδείας στα Ιωάννινα ήδη κατά τον 16ο αιώνα, και δη, περί «Σχολής» Φιλανθρωπηνών και «Σχολής» Στρατηγόπουλου, κείμενες στη Νήσο των Ιωαννίνων. Στη Μονή Φιλανθρωπηνών συναντάται στις τοιχογραφίες της η επιγραφή «ανεκ[αι]νίσθη το δεύτερ[ον] πάλιν ούτος ο θείο[ς] ναός, διά τε θώλον τον όροφον / κ[αι] ανηστορήθη. δια σι[ν]δρομής κόπου τε κ[αι] εξόδου. υπό του εν ιερομονάχ[οις] κυρώ, Ιωάσαφ, του / Φιλανθρωπινού. κ[αι] των αυτού φητοιτών, επί, έτει ΖΩ, Ν, Ινδ[ικτι]ώνος Α’». Εδώ η λέξη «φοιτητής» σημασιολογικά σημαίνει «σπουδαστής» και όχι μάλλον «ζωγράφος» με τη στενή έννοια της λέξης. Στη δε Μονή Στρατηγόπουλου, σε γνωστή σημείωση του 1544, γράφεται: «Ήλθα καγώ ο Θεόδωρος του καλοϊωάννου του ηγουμένου επί έτος ζνβ’, ινδ’ ζ’, ηλίου κύκλος κζ’, σελήνης κύκλος γ’, εις του πνευματικού του κυρ μανασσή… εις το κελίον του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου του Μεγάλου. μην., Ιουνίου εις τας ΙΘ’ ινδικτιώνος η ημέρα Ε’ του αγίου αποστόλου Ιούδα» και, «επί έτος ζνβ’ ινδ. β’ ηλίου κύκλος κδ’, σελήνης κύκλος γ’. μηνί Ιουνίου ΙΘ’. ινδ.η’». Εδώ η λέξη «πνευματικός» μπορεί να έχει διπλή έννοια, είτε θρησκευτική, είτε ακόμη και διδασκαλική· αλλά, ούτως ή άλλως, η γνώση των κύκλων του ηλίου και της σελήνης προδίδουν αντίστοιχες γνώσεις ηλιακής και σεληνιακής χρονολόγησης, αλλά αυτονόητα και στοιχειώδεις γνώσεις αστρονομίας.

     Αλλά, οι παραπάνω μορφές Παιδείας σαφώς ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα· οι δε Μονές Φιλανθρωπηνών και Στρατηγόπουλου, στις οποίες οι μορφές αυτές ανεφάνησαν, δεν μπορεί να είναι παρά ιδιωτικές. Όμως, τον 17ο αιώνα παρατηρούμε μία στροφή προς τη «δημόσια», κοινωνική, ευρύτερη παιδεία, και δη λαϊκή, όπως διαπιστώνουμε και από τις διαθήκες του Λάνθου Μανδάνου το 1611, και του Εμμανουήλ Γκιόνμα, το 1676, όπου αυτές απευθύνονται και σε φτωχούς μαθητές. Από τον ίδιο αιώνα βέβαια αρχίζει και η άνθιση των Σχολών των Ιωαννίνων, ώστε αυτή να κορυφωθεί κατά τον 19ο αιώνα με τη Ζωσιμαία Σχολή. Είναι αυτονόητο ότι σε αυτές τις Σχολές δίδαξαν εκατοντάδες διδασκάλων και υποδιδασκάλων και φοίτησαν χιλιάδες μαθητές. Πολλοί από τους παραπάνω μαθητές, με τις γνώσεις που απέκτησαν, έγιναν περιζήτητοι από τον 17ο αιώνα και μετέπειτα, όχι μόνον στα σχολεία του ελλαδικού χώρου αλλά και των ελληνικών παροικιών του εξωτερικού, στη Ρωσία, τη Μολδοβλαχία, την Αυστροουγγαρία, την Ιταλία και αλλού.

     Είναι γεγονός πράγματι, ότι οι πεφωτισμένοι έμποροι της Διασποράς συνέλαβαν την ιδέα για την ίδρυση των «νεωτεριστικών» Σχολείων, αλλά και για τη δημιουργία μιας σύγχρονης και λαϊκής παιδείας, βλ. Ηγούμενος, Γκιόνμας, Μαρούτζης, Ζωσιμάδες (οι οποίοι τελευταίοι χρηματοδοτούν τα σχολεία των Ιωαννίνων ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα), Καπλάνης, κ.ο.κ..

     Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι οι Σχολές που πρωτοδημιουργήθηκαν απεκλήθησαν «νεωτεριστικές», διότι εισήγαγαν στη διδασκαλία τους τις Φυσικές – Θετικές επιστήμες, τη σύγχρονη φιλοσοφία, τις ξένες γλώσσες, την Πειραματική, την αλληλοδιδακτική μέθοδο, την παιδεία και στο γυναικείο φύλο και το προαιρετικό στη διδασκαλία των θρησκειών.

     Αλλά, η Παιδεία στα Γιάννενα και ευρύτερα στην Ήπειρο, δεν σταμάτησε στον 19ο αιώνα. Αποτέλεσε και στη συνέχεια, και αποτελεί, ένα από τα δυναμικότερα προτερήματα της Ηπείρου, ώστε η ίδια να υπερηφανεύεται και ως χώρος των Γραμμάτων και των Επιστημών.

     Και το παρακάτω, ως δεύτερος επίλογος: Θα ήθελα να καταθέσω πρόταση και ευχή για ένα αύριο, όχι πολύ μακρινό, να βρεθεί άμεσα καθολικός εθνικός τρόπος να αξιοποιηθεί όπως ταιριάζει για το γενικό, εθνικό, αγαθό, η Λογιοσύνη των Ηπειρωτών. Και τούτο, με την ίδρυση ενός αυτόνομου «Ινστιτούτου Μελέτης της Ηπειρωτικής Λογιοσύνης».

 

Σας Ευχαριστώ

Ιωάννινα, 26 Μαΐου 2008



[1] Οι Διαθήκες γράφονται στη βενετική διάλεκτο.

[2] Greco Impero: Ελληνική Αυτοκρατορία


 
  αριθμός επισκεπτών