Γεωργίας Σ. Σκοπούλη

Ο Γιατρός

Στην παρουσίαση του βιβλίου της Γεωργίας Σ. Σκοπούλη «Ο Γιατρός», που έγινε στα Γιάννενα την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009, τρίτος ομιλητής της βραδιάς ήταν ο πεμπτοετής φοιτητής της Ιατρικής Σχολής Ιωαννίνων Κώστας Βαζούρας. Από το Αγρίνιο, δεν είχε ποτέ ακούσει για το Γιατρό, η πρώτη και η μόνη τους επαφή ήταν αυτό το βιβλίο. Τι μπορεί να πει ο Γιατρός σ’ έναν νέο άνθρωπο που σπουδάζει σήμερα την τέχνη του; Τα παρακάτω είναι όσα είπε στον Κ. Βαζούρας, όπως τα άκουσε και μας τα είπε ο ίδιος ο Κ. Βαζούρας.

Ο Γιατρός

Όταν πρώτη φορά έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ομολογώ ότι αμφέβαλλα αν θα μπορούσα να γράψω, να πω κάτι για έναν άνθρωπο που ποτέ δε γνώρισα, ποτέ δεν άκουσα. Ξένος αυτός, ξένος εγώ, πώς να ταιριάξουν τα χνώτα μας; Κι όμως! από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που τον γνώρισαν, ζωντάνεψε μέσα μου η άγια μορφή του ανθρώπου αυτού. Το φτωχό παιδί απ’ τη Ραψίστα, που, μ’ όλες τις δυσκολίες, όλη την ανέχεια, έβαλε ένα σπουδαίο στόχο για την εποχή εκείνη: να σπουδάσει. Και τό ’κανε! Και μάλιστα κόντρα σ’ ένα κατεστημένο που την εποχή εκείνη ήθελε τους γιατρούς νά ’ναι γόνοι πλούσιων οικογενειών. Ξεπέρασε τη δυσκολία, ξεπέρασε τη διάκριση, κι έγινε! Και μόνο αυτό θα μπορούσε νά ’ναι αρκετό να τον χαρακτηρίσουμε και να εξάρουμε τις αρετές του.

Όμως, ο γιατρός υπήρξε πραγματικά μια καθολική προσωπικότητα. Πράος, μειλίχιος, υπομονετικός, ήξερε να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ασθενών του. Τους άκουγε κι έδινε σημασία, όχι μόνο στην πάθηση και στα προβλήματα του σώματος, μα και στα προβλήματα της ζωής και της ψυχής. Δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως έναν οργανισμό απλά, μα ως ψυχή που πονά, ως καρδιά που επιθυμεί. Ήξερε να δίνει λύσεις στα προβλήματα των ανθρώπων. Πόσοι και πόσοι πήγαν για να θεραπευτούν, κι όχι μόνο θεραπεύτηκαν, αλλά έφυγαν με φάρμακα, χρήματα, ακόμη και δουλειά. Αν ο γιατρός ζούσε, ίσως, με το λεπτό του χιούμορ, νά ’λεγε… «Μόνο συνοικέσια δεν έκανα! Πού χρόνος για όλα!»

Η πάθηση θεραπεύεται συχνά ακόμη και μόνη της. Ο ανθρώπινος οργανισμός είναι σοφός. Ξέρει από μόνος του και κλείνει τις πληγές, κι ακόμη ξέρει και σβήνει τα ίχνη τους για πάντα. Όμως, ο άνθρωπος δεν είναι μια σκέτη πάθηση, ένα περιστατικό, ένας αριθμός θαλάμου. Ο άνθρωπος έχει ανάγκες που προκύπτουν απ’ την ίδια την ασθένεια, ή απ’ τις συνθήκες της ζωής του. Κι ο Γιατρός στόχευε και γιάτρευε και την πάθηση, και τις ανάγκες αυτές. Ήξερε ν’ αγαπά και να δίνει στο συνάνθρωπο με υπομονή, διαλεκτικότητα, με όρεξη, χωρίς βιασύνες, με απόλυτο κι αδιαμφισβήτητο επίκεντρο τον Άνθρωπο με «Α» κεφαλαίο. Αφήστε με εδώ να παρεμβάλλω τον ορισμό του καθολικού ανθρώπου, βάσει του διανοητικού κινήματος του Ανθρωπισμού το 15ο αιώνα:

«Οι ανθρωπιστές θεωρούν ότι ο άνθρωπος είναι το κέντρο του κόσμου. Ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να έχει μια πολύπλευρη προσωπικότητα, να χαρακτηρίζεται από αγάπη για δημιουργική και δραστήρια ζωή και τέλος πίστη στις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αυτός ψάχνει για την αληθινή πίστη, αισθάνεται υπεύθυνος για τη μοίρα του και δημιουργός του πολιτισμού του.»

Έτσι ήταν ο Γιατρός, ο γιατρός της καρδιάς μας, γιατρός κάτω απ’ όλες τις συνθήκες. Και με βροχές, και με χιόνια, κι εξόριστος, κι εμφραγματίας ακόμη. Κανένας λόγος δεν ήταν αρκετός για να παρατήσει τους ανθρώπους που τον χρειάζονταν.

Μπορεί να πάρει πολλές-πολλές σελίδες να εξιστορήσω τις αρετές του, όπως τις βίωσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον έζησαν. Μαζί τους, ένιωσα κι εγώ τον ίσκιο αυτού του ανθρώπου, τόσο έντονα, σα να τον γνώρισα κι εγώ, ως ασθενής του σε μια μεταφυσική διάσταση. Υπάρχουν, όμως, μερικά στοιχεία του χαρακτήρα του που θέλω να σταθώ πιο πολύ.

Ο Νίκος Σκοπούλης, κι αυτό πρέπει να μάς μείνει, ήταν μια κατατρεγμένη ψυχή. Υπέστη φυλακίσεις και μακρόχρονες εξορίες. Ζάκυνθος, Αη Στράτης, Μακρόνησος, Ικαρία, Λευκάδα, Γυάρος, Λέρος, Αλικαρνασσός. Όντας ένας καθολικός άνθρωπος, αισθάνθηκε υπεύθυνος για τη μοίρα του και πάλεψε με το αίμα του να την καθορίσει. Όπως λέει η κόρη του Φωτεινή «Το ότι ο πατέρας μου συμμετείχε στα κοινά ήταν φυσικό κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Ο ίδιος έλεγε “Δεν μπορείς να μην το κάνεις. Είναι ένας χρέος.”» Αρνήθηκε να υπογράψει κάθε δήλωση για να τον αφήσουν ελεύθερο. Την έσκισε! Δεν πρόδωσε ποτέ τα ιδανικά του μπροστά σε κανένα πολυβόλο, σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο για της ζωή του. Πίστευε σ’ έναν κόσμο καλύτερο κι εργάζονταν γι’ αυτόν ως γιατρός, ως βουλευτής, ως πολίτης.

Και παρά τον κατατρεγμό του και την κακουχία που σπείραν στο δρόμο του, αυτός ξεπέρασε κάθε όριο μεγαλοψυχίας και γιάτρεψε μέχρι και τους βασανιστές του. «Άγιος», είπαν και ξανάπαν όλοι, «άγιος!», «Χριστός!». Τον Πατακό που κάποτε τού ’πε, όταν ο γιατρός είχε πάθει έμφραγμα, «δεν είναι τίποτα, θα περάσει», πάνω σ’ αυτόν τον άνθρωπο έσκυψε να τον θεραπεύσει. Νέος-γέρος, φτωχός-πλούσιος, δεξιός-αριστερός; Δεν είχε σημασία… δεν έκανε διακρίσεις. Δε μισούσε το διαφορετικό, ούτε το αντίθετο. Η ιατρική που άσκησε δεν είχε σύνορα, ούτε πολιτικά, ούτε άλλου είδους. Δε σε ρώταγε τι είσαι ή τι πιστεύεις. Ήταν σ’ όλο τον κόσμο το ίδιο. Και είχε συνέπεια ο πολιτικός του λόγος με τη δράση του στη ζωή. Κομμουνιστής στο λόγο, κομμουνιστής και στην πράξη.

Αγαπήθηκε κι αποθεώθηκε αβίαστα από τους ανθρώπους που τον γνώρισαν. Τον ψήφισαν ξανά και ξανά, ακόμη κι οι αντιφρονούντες. Τον στήριξαν, τον πίστεψαν. Μα είπαμε, όμως, ο δρόμος αυτός δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Ο γιατρός διώχθηκε. Ήταν προκλητικά αγνός για να μην τον εκδικηθούν. Όπως πολύ εύστοχα λέει ο γιατρός Στέφανος Σκοπούλης «το μετεμφυλιακό κράτος και το δικτατορικό καθεστώς δεν του συγχώρησαν ποτέ τους αγώνες του για τον άνθρωπο». Τον κυνήγησαν. Κι όμως! αυτός δεν κυνήγησε κανέναν. Αντιθέτως, έδειξε κατανόηση, δικαιολογώντας τους διώκτες του ότι είναι εντολοδέκτες και υπάλληλοι. Και φρόντισε μάλιστα να μεταδώσει αυτά τα αισθήματα ειρήνης και στα παιδιά του. Θα δανειστώ πάλι τα λόγια της κόρης του: «Θεωρώ ότι κύρια έννοια του ήταν να μην αναπτύξουμε κακίες και μίση προς κανέναν. Ήταν η φιλοσοφία του αυτή. Δεν αξίζει τη ζωή να τη χαραμίσεις για τέτοια πράγματα, έλεγε. Δεν οδηγούν πουθενά και υποβιβάζεσαι σαν άνθρωπος. Ποτέ στο σπίτι δεν ακούγονταν κρίσεις για τρίτους. Δεν υπήρχαν ανταγωνιστές. Δεν υπήρχαν κατώτεροι κι ανώτεροι.»

Μιλάμε σήμερα για μια πολύ ειρηνική προσωπικότητα, για έναν άνθρωπο που ποτέ δε μπόρεσε να ασκήσει βία, σωματική ή ψυχική, σε κανέναν.

Και σ’ όλη του την πορεία, είχε συμπαραστάτες την οικογένειά του και, βέβαια, τη γυναίκα του Αφροδίτη, που δικαιωματικά θα πάρει τον τίτλο του αφανούς ήρωα αυτού του βιβλίου. Μια γυναίκα δυνατή που πίστευε στις ίδιες ιδέες, υπόμενε τις δοκιμασίες του μαζί του, τον στήριξε καρτερικά κι αδιαμαρτύρητα. Τον βοήθησε να είναι αυτός που ήθελε να είναι, χωρίς αυτό να του φέρνει εμπόδια, ακόμη κι αν αυτό έθετε οικονομικές δυσκολίες, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι η ίδια θά ’πρεπε να κουραστεί διπλά και τριπλά. Παράλληλα όμως, με τη συμπεριφορά της, τροφοδοτούσε τα παιδιά της με την καλύτερη εικόνα για τον άνθρωπο αυτό.

Ο Νίκος Σκοπούλης, εκτός από φοβερός άνθρωπος, ήταν κι ένας λαμπρός επιστήμονας. Διάβαζε όλα τα καινούρια βιβλία, παρακολουθούσε τα συνέδρια και τα μετεκπαιδευτικά σεμινάρια μέχρι μεγάλη ηλικία. Αγαπούσε τη γνώση, όχι μόνο για τη γνώση, μα για την ουσία της, για την εφαρμογή και την ωφέλειά της στον άνθρωπο. Η Άρτεμις Παπαϊωάννου από τη Μεγάλη Γότιστα μαρτυρά ότι: «Έρχονταν αντιπρόσωποι με φάρμακα, γάλα, κρέμες. Δεν επηρεάζονταν με το τι του έλεγαν. Πάντα, ό,τι νόμιζε αυτός σωστό έγραφε».

Ο γιατρός δε χρησιμοποίησε την ιατρική ως μέσο πλουτισμού. Κι αυτή είναι η πρόκληση των καιρών μας, σε μια εποχή που οι φαρμακευτικές εταιρίες χορεύουν πάνω στον άρρωστο το χορό του συμφέροντος. Κάθε μέρα, στα νοσοκομεία της Ελλάδας, κι όχι μόνο, ώρα 1 το μεσημέρι, οι διαφημιστικές καμπάνιες των φαρμάκων λαμβάνουν τη σκυτάλη. Η άσκηση της ιατρικής επιστήμης δεν είναι πια και τόσο αθώα. Εξωτικά ταξίδια, ακριβά αυτοκίνητα, πλουσιοπάροχα γεύματα… δεν αφήνουν πολλούς ασυγκίνητους. Το γράμμα του Ιπποκράτη παραφράζεται καθημερινά και με ποικίλους τρόπους από τον καθένα, ανάλογα πώς βολεύεται. Με περίσσεια θράσους και κυνισμού, οι ίδιοι αυτοί που σφάζουν την ανθρωποκεντρικότερη όλων επιστήμη, στο χειρουργικό πεδίο της κερδοσκοπίας, καθημερινά ηθικολογούν και παραδίδουν μαθήματα ιατρικής σκέψης σε φοιτητές και ασθενείς.

Η αδέκαστη προσωπικότητα του «τεράστιου» γιατρού Νίκου Σκοπούλη αποτελεί μιαν άριστη αφορμή για να συζητηθεί το τι μέλλει γενέσθαι της Ιατρικής. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι ο ανθρώπινος πόνος έχει γίνει αντικείμενο της μεγαλύτερης εμπορικής εκμετάλλευσης παγκοσμίως. Τα κέρδη είναι γιγάντια για τη φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και για την πλειάδα των γιατρών και φαρμακοποιών που κερδοσκοπούν. Η ιατρική έρευνα και πράξη χρηματοδοτείται από τις εταιρείες, συνεπώς, λογικό κι επόμενο να προσανατολίζονται στην κατεύθυνση του κέρδους.

Το Δεκέμβρη του 2000, δημοσιεύτηκε από το γενικό γιατρό Ιωάννη Γιαννακάκη κι από τον καθηγητή Υγιεινής κι Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου μας Ιωάννη Ιωαννίδη ένα σπουδαίο άρθρο «Νύχτες της Αραβίας- 1001 μύθοι του πώς οι φαρμακευτικές εταιρίες τροφοδοτούν τις υλικές ανάγκες των γιατρών: παρουσίαση περίπτωσης». Το πέρα για πέρα αληθινό περιστατικό εκτυλίσσεται σ’ ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο, σε μια ονειρική τοποθεσία παράκτια στη Νεκρά Θάλασσα, όπου «φιλοξενούνται» δωρεάν διακόσιοι γιατροί απ’ την Ελλάδα. Λουλούδια, εξωτικά φρούτα, πλούσια φαγητά, ποτά, ναργιλέδες, μουσική, χορός, καθώς και μια πανέμορφη δεκαοχτάχρονη χανούμισσα συνθέτουν το ιδανικό περιβάλλον για την παρακάτω «ποιητικότατη» κι «ανθρωποκεντρική» θεώρηση του πόνου και της ασθένειας, από κάποιον μεθυσμένο γιατρό:

«Χόρευε ψυχή μου, χόρευε βασίλισσά μου, κι εγώ θα συνταγογραφήσω όποιο φάρμακο θέλει η εταιρεία! Χόρευε γοργόνα μου και θα γεμίσω το συνταγολόγιο με το φάρμακο Χ, κούνα τη μικρή αλαβάστρινη κοιλίτσα σου, χόρευε μικρό μου περιστέρι…»

Κι όπως πολύ σωστά λένε οι συγγραφείς, «γίναμε μάρτυρες της γέννησης ενός ποιητή»

Αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί, κι ως φοιτητής θέλω να σας μεταφέρω, επ’ ευκαιρία αυτής της παρουσίασης, τον προβληματισμό μου για το μέλλον της επιστήμης αυτής, όταν αυτή κινείται γύρω από το χρήμα, που ο Νίκος Σκοπούλης απαρνήθηκε και σχεδόν μίσησε, κι όχι απ’ την αγάπη προς το συνάνθρωπο, της οποίας είναι και δημιούργημα. Ναι, το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία. Πόσοι, όμως, θ’ αντάλασσαν τη βολή και την ευδαιμονία τους με την κυνηγημένη ζωή του Γιατρού;

Εμείς οι φοιτητές νιώθουμε άγχος κι ανασφάλεια για όσα στο μέλλον θα αντιμετωπίσουμε κι εύχομαι να συναντήσουμε πολλούς σπουδαίους γιατρούς για να τους μιμηθούμε.

Με το ζήτημα, όμως, της ιατρικής εκπαίδευσης τι γίνεται; Η αρετή της αγάπης στον άνθρωπο διδάσκεται; Ή μήπως είναι ζήτημα κοινωνικοπολιτικό; Υπάρχουν όρια στην εκμετάλλευση; Αν ναι, μπορούν να εφαρμοστούν;

Το αφήνω στην κρίση σας.

Η φήμη κι η ανθρωπιά του Γιατρού ταξιδέψαν στα μήκη και στα πλάτη της γης, από την Ήπειρο και τα νησιά της Ελλάδος, μέχρι το Μανχάτταν. Κι οι άνθρωποι που τον ξέρουν έχουν την ανάμνησή του για φυλαχτό. «Και μετά θάνατον θα τα θυμάμαι!» λέει ο ψαράς Γιώργος Νέος από το Νησί. Ο Γιατρός δίδαξε τι σημαίνει ανθρωπισμός και δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Σήμερα υπάρχει;

Κωνσταντίνος Βαζούρας
Φοιτητής Ιατρικής

◄Πίσω στην παρουσίαση του βιβλίου

 

 
τον φάκελο «βιβλίο»
   τον διαβάσανε:
  

αριθμός επισκεπτών