ποίημα του Νίκου Σταμάτη

Οι κυρίαρχοι του Σύµπαντος

                                

 «O dark dark dark. They all go into the dark»

                                                                                 Four Quartets. T.S.Eliot   

 


Νίκος Σταμάτης

Αυτή η ξαφνική εισαγωγή των μετοχών

(Αυτή η τεράστια δημόσια προσφορά)

Tους ξεμυάλισε όλους στη Γουόλ Στριτ - Όταν

Ένα αόρατο θρασύ χέρι

Πέταξε πέρα τα χαρτιά της τράπουλας -

Και σκόρπισε αγωνία και άγνοια για το τι θα γίνει·

Και στην άλλη άκρη του τραπεζιού

Πλήθος σκυλιά µε τη γλώσσα έξω

Κοιτούσαν µε βουλιμία και προσμονή τον κύριό τους.

 

Στους ουρανοξύστες άνθρωποι µε ουρλιαχτά

ανεβοκατέβαιναν, μπαίνοντας στριμωγμένοι σε μικρούς

                                                                θαλάμους

Κι από τα μεγάφωνα ακούγονταν ωσαννά και ύμνοι

Πάνω από τα βαριά υπνωτισμένα κεφάλια.

Τόσο χρήμα δεν είχαν δει ποτέ

Σ’ αυτόν το δρόμο της τύχης.

Ούτε οι απειλές των ιθυνόντων, ούτε η αβεβαιότητα,

Ούτε ο μεγάλος κίνδυνος,

Έσπασαν τον πυρετό για τις πανάκριβες πια

Μετοχές της Black Stone·

Μα πού τα βρήκαν τόσα λεφτά, έλεγε,

Ένας χαζός αντικριστής µ’ ανοιχτό το στόμα -

Ήταν καλά τα χάδια, καλύτερα τα φιλιά, αποθέωση ο                                                                                                             οργασμός-

 

Αλλ’ αυτή η απληστία που γέμιζε την καρδιά,

Τα ξεπερνούσε όλα στην ηδονή.

Τα δάχτυλα έτρεμαν απ’ την αγωνία

Γι’ αυτά τα χρυσοφόρα σχέδια κατοικιών -

Φώναζαν άγρια ο ένας τον άλλο,

ίνοντας, σαν από τρέλα, εντολές ατέλειωτων αγορών·

 

Κι η βουερή ψυχή τους πέταγε στα ουράνια

Να υψωθεί,

Καθώς ακόρεστο το µάτι τους παρακολουθούσε

Την ξέφρενη άνοδο - µια μπλε γραμμή προς τα πάνω,

Όλο προς τα πάνω -

Που θα τους έφερνε κι αυτούς στα παλάτια των αιθέρων:

Στους κυρίαρχους του Σύμπαντος.

 

Η λάµψη του χρυσού υπηρετούσε την άβουλη επιθυµία

Μιας ακόρεστης παντοδυναµίας

Ενός και µοναδικού θεού καταστροφέα -

Έριχνε βαρύ υπνωτικό στα µάτια των ανθρώπων

Και στην ψυχή τους το µίσος·

Μετά τον ιονύσιο Σολωµό, πολλές φορές κι εδώ

Αλλά κι αλλού και πριν,

Ακούσαµε την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει-

Ένα βήµα πριν την ευτυχία και µπροστά στον τάφο.

 

Και βέβαια περάσαµε από δω και βέβαια ζούµε εδώ,

Όλοι µαζί στριµωγµένοι κι αναιδείς.

Ώσπου όλα µε ένα ουρλιαχτό χάθηκαν στο βάραθρο -

Της τράπουλας ένα καπρίτσιο - εκεί που - εκεί που

Με βαριά άγνοια, ένα

Χέρι αόρατο έριξε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι

Κι ένα σκυλί διωγµένο από τον αφέντη του,

Με τη γλώσσα έξω και βαριανασαίνοντας κοιτούσε

Ανήξερο - το σύµπαν κάτω συντρίµµια.

 

 

 
αριθμός επισκεπτών