Πορνεία στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

 

Του Γιώργου Μ. Βραζιτούλη, Βερολίνο.

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» - 27 Νοεμβρίου  2018)

Πριν από εννιά χρόνια ο γερμανός ιστορικός Ρόμπερτ Ζόμερ με ένα βιβλίο του* έφερε στο προσκήνιο ένα θέμα, το οποίο για πολλά χρόνια θεωρούνταν ταμπού στην έρευνα της ιστορίας του εθνικοσοσιαλισμού και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Πρόκειται για το θέμα της (εξαναγκαστικής) πορνείας μέσα στα στρατόπεδα, το οποίο αποσιωπούνταν, τόσο στη δυτική όσο και στην ανατολική Γερμανία, μια και θεωρούνταν ασήμαντο και κατά κάποιον τρόπο «αφύσικο», αφού δεν ταίριαζε στο γενικότερο σχήμα της σχετικής ιστορικής αφήγησης. Η στάση των ίδιων των θυμάτων, που λόγω ντροπής ήθελαν να απωθήσουν τις θλιβερές μνήμες τους από εκείνη την εποχή, συνέβαλε επίσης, στο να μείνει για πολλά χρόνια ξεχασμένη αυτή η ιστορική ιδιαιτερότητα.

Τα πορνεία

Οι Ναζί είχαν δημιουργήσει στο διάστημα 1942 έως 1945 συνολικά δέκα «ειδικά κτήρια» πορνεία (τα λεγόμενα «Sonderbau») σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το πρώτο άρχισε να λειτουργεί τον Ιούνιο του 1942 στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν, ενώ σταδιακά άνοιξαν και σε άλλα στρατόπεδα, όπως το Μπούχενβαλντ, το Νταχάου, το Ζαξενχάουζεν, ή το Άουσβιτς. Την αρχική ιδέα είχε ο αρχηγός των SS Χάινριχ Χίμλερ, ο οποίος θεώρησε τα πορνεία, ως ένα είδος κινήτρου για την αύξηση της παραγωγικότητας των κρατούμενων στις διάφορες εξαναγκαστικές εργασίες τους.


Το εσωτερικό δωματίου του πορνείου στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ.
(Πηγή: Robert Sommer / Μουσείο Αντίστασης και Εκτοπισμού στη Μπεζανσόν)
  

Ο Χίμλερ, με την υποστήριξη της εγχώριας βιομηχανίας, είχε καθιερώσει ένα σύστημα «πριμοδότησης» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το οποίο προέβλεπε, για ιδιαίτερες επιδόσεις των κρατουμένων στην εργασία τους, διάφορες «επιβραβεύσεις», όπως τσιγάρα, μικρά χρηματικά ποσά για αγορές στις καντίνα του στρατοπέδου, περισσότερη αλληλογραφία με τον έξω κόσμο, καθώς και άδεια επίσκεψης στα πορνεία. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι Ναζί δεν είχαν απαγορέψει την πορνεία στα εδάφη του γερμανικού Ράιχ και στις κατεχόμενες από αυτούς περιοχές, είχαν όμως φροντίσει να την θέσουν κάτω από απόλυτο κρατικό έλεγχο, είτε επρόκειτο για πολιτικά, στρατιωτικά ή πορνεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Τα τελευταία στεγάζονταν συνήθως σε ένα προσχεδιασμένο ξύλινο παράπηγμα, με έναν μακρύ διάδρομο που στις δυο πλευρές του βρίσκονταν αριθμημένα μικρά δωμάτια, ενώ υπήρχαν επίσης χώροι αναμονής, το γραφείο του «διαχειριστή» καθώς και ένα δωμάτιο-ιατρείο για την τακτική ιατρική παρακολούθηση των γυναικών. Τα πορνεία βρίσκονταν σε ορισμένες περιπτώσεις κεντρικά μέσα στο στρατόπεδο, κοντά δηλαδή στην πλατεία συγκεντρώσεων («Appellplatz») ενώ σε άλλες στο περιθώριο, δίπλα σχεδόν στα συρματοπλέγματα, έτσι που οι περισσότεροι κρατούμενοι πολλές φορές δεν γνώριζαν καν την ύπαρξή τους.

Οι γυναίκες θύματα

Στην έρευνα του Ζόμερ έχουν εξακριβωθεί  174 περιπτώσεις γυναικών, που εξαναγκάστηκαν σε σεξουαλική εργασία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ πιθανότατα ο αριθμός τους ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 210. Οι περισσότερες από τις γυναίκες αυτές,  ηλικίας 17 έως 35 ετών, ήταν Γερμανίδες, υπήρξαν όμως και  Πολωνέζες, Ουκρανές,  Λευκορωσίδες, Ρωσίδες καθώς και Τσιγγάνες. Εβραίες δεν επιλέγονταν από τους SS για εξαναγκαστική σεξουαλική εργασία στα πορνεία, λόγω της πολιτικής «φυλετικού διαχωρισμού» και «φυλετικής υγιεινής» των ναζί. Ένα ποσοστό περίπου 70 % από αυτές τις γυναίκες είχαν συλληφθεί και οδηγηθεί αρχικά στα στρατόπεδα ως «κοινωνικά απροσάρμοστα» άτομα («asozial»), και γι αυτό φορούσαν ένα χαρακτηριστικό τριγωνικό μαύρο σήμα στα ρούχα τους, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό ήταν κυρίως κρατούμενες για πολιτικούς λόγους.

Η επιλογή των γυναικών άρχισε το 1942 στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρικ ενώ ένα χρόνο αργότερα προστέθηκε στη διαδικασία αυτή και το Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Στην αρχή οι SS προσπάθησαν να βρουν εθελόντριες μεταξύ των κρατουμένων, δίνοντάς τους ψευδείς υποσχέσεις, ότι μετά από εξάμηνη θητεία θα αποκτούσαν την ελευθερία τους. Αργότερα διάλεγαν οι ίδιοι όσες θεωρούσαν κατάλληλες για την συγκεκριμένη «εργασία», χωρίς να τους αναφέρουν τον τελικό τους προορισμό.

Μετά από μια δεκαήμερη ιατρική φροντίδα και ανάλογη προετοιμασία οι γυναίκες μεταφέρονταν στα στρατόπεδα προορισμού τους. Όσες δεν άντεχαν στις νέες συνθήκες εξαναγκασμού επιστρέφονταν στο προηγούμενο στρατόπεδο, ως «ακατάλληλες». Λόγω του κινδύνου εξάπλωσης αφροδίσιων νοσημάτων μέσα στο στρατόπεδο, οι γυναίκες υποβάλλονταν σε τακτά διαστήματα σε ιατρικές εξετάσεις βλεννόρροιας και σύφιλης. Οι πιθανότητες εγκυμοσύνης ήταν σχετικά περιορισμένες, μια και οι περισσότερες είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε στείρωση ή είχαν χάσει τη γονιμότητά τους, μέσα στις απαίσιες συνθήκες διαβίωσης των στρατοπέδων. Στις σπάνιες περιπτώσεις εγκυμοσύνης, οι γυναίκες μεταφέρονταν στο προηγούμενο στρατόπεδό τους για να υποστούν έκτρωση, και αντικαθιστούνταν με καινούργιες.

Η ζωή μέσα στο πορνείο, το οποίο οι γυναίκες απαγορεύονταν να εγκαταλείψουν χωρίς τη συνοδεία κάποιου φρουρού, ήταν στη διάρκεια της μέρας μονότονη και βαρετή, ουσιαστικά μια κατάσταση αναμονής μέχρι να έρθουν οι βραδινές «καταραμένες ώρες». Οι συνθήκες διαβίωσης όμως ήταν από άποψη διατροφής, υγιεινής και ρουχισμού σχετικά καλύτερες από εκείνες των υπόλοιπων κρατουμένων. Ο Ζόμερ στην έρευνά του δεν διαπίστωσε τον θάνατο κάποιας από τις γυναίκες αυτές κατά τη διάρκεια εγκλεισμού τους στα πορνεία, που κατά μέσον όρο έφτανε τους δέκα περίπου μήνες.

Οι σχέσεις μεταξύ των γυναικών χαρακτηρίζονταν κατά κανόνα από ελάχιστη αλληλεγγύη και αρκετή καχυποψία, καθώς κάθε μια ακολουθούσε τη δική της στρατηγική  επιβίωσης. Ένας από τους τρόπους για να αντιμετωπίζουν την καθημερινή οδυνηρή δοκιμασία ήταν να πέφτουν σε μια κατάσταση λήθαργου, σε συνδυασμό με μια εσωτερική «αποστασιοποίηση» από την πραγματικότητα. Ένας άλλος, πρακτικότερος τρόπος, ήταν η δημιουργία «ορθολογικών σχέσεων» με τους επισκέπτες, - παρότι οι οποιεσδήποτε προσωπικές σχέσεις με κρατούμενους ή φρουρούς απαγορεύονταν αυστηρά - στη βάση δηλαδή του «δούναι και λαβείν», μέσα από τις οποίες οι γυναίκες μπορούσαν να εξασφαλίζουν για τον εαυτό τους κάποια μικρά υλικά αγαθά, τρόφιμα ή άλλα χρήσιμα δωράκια.

Η λειτουργία


 Το πορνείο του Άουσβιτς στον πρώτο όροφο του κτηρίου μετά την πύλη.
(Πηγή: Wikimedia Commons / CC-BY-SA 3.0)

Όπως σε ολόκληρο τον χώρο του στρατοπέδου, έτσι και στα πορνεία, οι SS επεδίωκαν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο λειτουργίας τους. Σε ειδικά βιβλία και καταλόγους καταγράφονταν με γραφειοκρατική επιμέλεια και ακρίβεια οι δραστηριότητες στο πορνείο (έσοδα, επισκέπτες, υπηρεσίες) σε καθημερινή βάση. Απέναντι στους κρατούμενους ασκούνταν και εδώ η ίδια καταπιεστική, εξευτελιστική συμπεριφορά, που αποσκοπούσε στον εκμηδενισμό της οποιασδήποτε ιδιωτικότητας και ατομικότητας.

Ο κρατούμενος που επιθυμούσε να επισκεφτεί το πορνείο, έπρεπε προηγουμένως να κάνει μια σχετική αίτηση και στη συνέχεια μπορούσε να αγοράσει με δύο μάρκα ένα είδος κουπονιού. Στο πορνείο του Μπούχενβαλντ, που ήταν ανοιχτό κάθε βράδυ από τις 7.00 έως τις 10.00, οι υποψήφιοι επισκέπτες οδηγούνταν παραταγμένοι σε κοινή θέα, λίγο μετά το βραδινό προσκλητήριο. Ο κάθε άνδρας περνούσε πρώτα από το δωμάτιο του ιατρείου, όπου τού έκαναν μία ένεση για προφύλαξη από αφροδίσια νοσήματα, ενώ τού χορηγούσαν και μια ειδική αλοιφή. Ο «διαχειριστής» του πορνείου καθόριζε, σε ποιο δωμάτιο και ποια γυναίκα θα επισκέπτονταν ο κρατούμενος, φωνάζοντας απρόσωπα τους αριθμούς τους. Οι πόρτες των δωματίων, όπου γίνονταν η συνεύρεση, είχαν ένα «ματάκι», ώστε ο φρουρός που φύλαγε απ' έξω στον διάδρομο, να μπορεί να ελέγχει τα συμβάντα. Ο επισκέπτης είχε στη διάθεσή του μόνον 15 λεπτά, ενώ επιτρέπονταν μόνον ο «κλασσικός τρόπος» συνουσίας. Οποιαδήποτε παραβίαση των παραπάνω τιμωρούνταν από τον φρουρό με την απότομη διακοπή της επίσκεψης, που συνοδεύονταν από φωνές ή και ξυλοδαρμό.

Στους Εβραίους κρατούμενους απαγορεύονταν γενικά η επίσκεψη στα πορνεία των στρατοπέδων, όπως και στα μέλη των SS, για τους οποίους είχαν προβλεφτεί ειδικά πορνεία εκτός στρατοπέδου.  Ένα μικρό ποσοστό από τα έσοδα της λειτουργίας των πορνείων  προορίζονταν για την πληρωμή των γυναικών, είναι όμως αμφίβολο, αν το ποσό αυτό κατέληγε ποτέ στις αποδέκτριές του ή παρακρατούνταν αυθαίρετα από τους SS. 

Οι επισκέπτες


Το πρώτο πορνείο των στρατοπέδων συγκέντρωσης στο Μαουτχάουζεν
(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 192-349 / CC-BY-SA 3.0)

Από τους χιλιάδες κρατούμενους του κάθε στρατοπέδου μόνο μια μικρή μειοψηφία ήταν βιολογικά σε θέση να επισκεφτεί τα πορνεία. Η συντριπτική πλειοψηφία εκείνων, που εργάζονταν σαν σκλάβοι σε 12ωρη βάση σε διάφορες βαριές χειρονακτικές εργασίες (π.χ. σε νταμάρια, στοές ή έργα οδοποιίας), εξαντλημένοι και πεινασμένοι,  είχαν χάσει κάθε ίχνος σεξουαλικότητας μέσα τους, και αποκλειστικό τους μέλημα ήταν η επιβίωση. Τα πορνεία προορίζονταν ουσιαστικά για τους λεγόμενους «Κάπο», δηλαδή την ειδική κατηγορία κρατουμένων, που συνεργάζονταν με την διοίκηση των στρατοπέδων, ως επιστάτες των εργασιών. Οι Κάπο έφεραν την ευθύνη για την εκτέλεση των διαταγών των SS και αποτελούσαν το προτελευταίο σκαλοπάτι της ιεραρχίας μέσα στο στρατόπεδο. Είχαν το προνόμιο καλύτερης διατροφής και ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι σε κακουχίες ή βασανισμούς.

Στα πόστα αυτά τοποθετούνταν συνήθως πρώην ποινικοί κρατούμενοι, οι οποίοι πολλές φορές συναγωνίζονταν σε αγριότητα τους φρουρούς των SS απέναντι στους απλούς κρατούμενους. Τα στρατόπεδα του Μπούχενβαλντ και του Νταχάου αποτελούσαν εξαιρέσεις, αφού εκεί τις περισσότερες  θέσεις των Κάπο  είχαν καταλάβει κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες κρατούμενοι, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει ένα παράνομο δίκτυο αλληλοϋποστήριξης και αντίστασης μέσα στο στρατόπεδο. Σε αντίθεση με τους ποινικούς Κάπο, που ήταν οι κύριοι «πελάτες» των πορνείων, οι αριστεροί κρατούσαν μια απορριπτική στάση για λόγους ιδεολογικούς και ηθικούς.

Τα κίνητρα των επισκεπτών, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Ζόμερ, ήταν διαφορετικά, ανάλογα με την περίπτωση. Ένα μικρό ποσοστό επισκέπτονταν τα πορνεία τακτικά, επιδεικνύοντας μ' αυτόν τον τρόπο την ισχύ τους και τη συμμετοχή τους σε μια υψηλότερη και πιο προνομιούχα βαθμίδα στην ιεραρχία του στρατοπέδου, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Ένα μεγάλο ποσοστό όμως, που επισκέπτονταν σποραδικά ή πήγαν μονάχα μία φορά το πορνείο, αναζητούσε στην επίσκεψη λιγότερο την σεξουαλική συνεύρεση, όσο, περισσότερο, μια απλή ανθρώπινη επαφή με το άλλο φύλο, και κατ' επέκταση με την «κανονικότητα» του έξω κόσμου και της προηγούμενης, ελεύθερης ζωής τους.  Οι γυναίκες αυτές, με την σχετικά προσεγμένη εξωτερική τους εμφάνιση, με τα πολύχρωμα ρούχα και τα μακριά μαλλιά, πρόσφεραν στον κρατούμενο, με την παρουσία τους και μόνο, ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα διαφυγής από την καθημερινή κόλαση του στρατοπέδου, μια κόλαση που δεν γνώριζαν αν θα την εγκατέλειπαν ποτέ ζωντανοί.  

Μετά τον πόλεμο

Οι γυναίκες που εξαναγκάστηκαν από τους Ναζί σε σεξουαλική εργασία παρέμειναν για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου στιγματισμένες. Ο βαρύς χαρακτηρισμός «asozial» που προσδόθηκε στις περισσότερες από αυτές  μέσα στα στρατόπεδα, και τις συνόδευε και στα μεταπολεμικά χρόνια ήταν ίσως ένας απ τους λόγους, που κανένα από τα δυο γερμανικά κράτη δεν τις αναγνώρισε ως θύματα του ναζισμού. Από τις 210 γυναίκες, που πιθανόν όλες επέζησαν της φρίκης των στρατοπέδων συγκέντρωσης μόνο μία διεκδίκησε από το γερμανικό κράτος αποζημίωση για «σωματικές και άλλες βλάβες της υγείας της». Η αίτησή της, που υποβλήθηκε το 1966 απορρίφτηκε, λόγω παραγραφής.

*Robert Sommer: Das KZ-Bordell - Sexuelle Zwangsarbeit in nationalsozialistischen Konzentrationslagern. Verlag Ferdinand Schöningh, Paderborn • München • Wien • Zürich, 2009.

 


 Το εσωτερικό δωματίου του πορνείου στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ.
(Πηγή: Robert Sommer / Μουσείο Αντίστασης και Εκτοπισμού στη Μπεζανσόν)   


    Το πορνείο του Άουσβιτς στον πρώτο όροφο του κτηρίου μετά την πύλη.
(Πηγή: Wikimedia Commons / CC-BY-SA 3.0)


  Το πρώτο πορνείο των στρατοπέδων συγκέντρωσης στο Μαουτχάουζεν
(Πηγή: Bundesarchiv, Bild 192-349 / CC-BY-SA 3.0)