Η τοιχογραφία

Του Μάριου Χάκκα

από τη συλλογή διηγημάτων "Ο μπιντές"

    ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΉ, στο μοναστήρι, υπάρχει μια τοιχογραφία σε τρεις φάσεις, «ο εμπεσών εις ληστάς», που δεν ξεφεύγει καθόλου από τη γνωστή περιγραφή τής Γραφής: Ένας ταξιδιώτης πιάνεται από ληστές, πέφτει η σχετική «ξυλοκοπία», φεύγουν οι λεβέντες στοιχισμένοι και με τα ματσούκια επ᾿ ώμου σα νάναι στρατός, κάποιος περαστικός μαζεύει τον, δαρμένο.

    Εκείνο που βλέπει κανένας με την πρώτη, ματιά είναι η κακοτεχνία αυτής τής τοιχογραφίας που ίσως δημιουργεί μια καινούρια αισθητική όπως όλα τα εκ πρώτης όψεως κακόγουστα πράγματα και που φυσικά δε μ᾿ ενδιαφέρει απ᾿ αυτή την πλευρά. Εκείνο που με κόβει είναι ότι εξ αιτίας αυτής τής δήθεν κακοτεχνίας προκύπτει ένα διαφορετικό νόημα πέραν τού αρχικού τής παραβολής και που ταιριάζει με μερικά περιστατικά που συνέβησαν στη συνοικία τής Καισαριανής.

    Είναι αυτό το ομοιόμορφο τών προσώπων, ταξιδιώτης ληστές περαστικός, οι ίδιες φάτσες. Δε μιλάω για τα ακάλυπτα μέρη τού σώματος, άλλωστε ελάχιστα, και τα ενδύματα με τις πτυχώσεις, πανομοιότυπα, όλα, λες και ο αγιογράφος είχε μπροστά του ένα και μόνο μοντέλο. Τα πρόσωπα, τα πρόσωπα, «εμπεσών» και μη «εμπεσών» όλα τα ίδια. Έτσι κι έβαζε μια σύσπαση στα πρόσωπα τών ληστών όπως σηκώνουν τα ματσούκια και χτυπάνε τον πεσμένο ταξιδιώτη ή αν ζωγράφιζε μια έκφραση πόνου στο πρόσωπο τού τελευταίου, η αντιστοιχία τοιχογραφίας και σύγχρονης Καισαριανής θάχε χαλάσει.

    Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο ίδιος άνθρωπος δέρνει, δέρνεται και περιθάλπει.

    Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Χωνής ή αλλιώς ο "Μαμά Το Κουλούρι Μου", φωνάζει το χωνί, αργότερα γίνεται χίτης και δέρνει με τη σειρά του αυτούς που φωνάζουν  το χωνί με τη σειρά τους και που έδερναν πρωτύτερα τον Μαμά Το Κουλούρι Μου, γιατί φώναζε στο χωνί. Οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια πρόσωπα, ένα και μόνο μοντέλο.   

    Έτσι εξηγείται και ο Ρούχου Μούχου, μπουγαδοκλέφτης και πληροφοριοδότης τής αστυνομίας, βγαίνοντας από το σπίτι τού Δαβίλα όπου είχε κάνει τις καταδόσεις του, βουτάει τη μπουγάδα, μετά τον τσιμπάει η λαβίδα, τρώει το μπερντάχι του, συνεχίζει όμως να πηγαίνει πληροφορίες στον Δαβίλα, αλλά βγαίνοντας από το σπίτι του δε βρίσκει πια μπουγάδα ν᾿ αρπάξει γιατί η Δαβίλαινα προνοώντας την έχει κρύψει.

    «Σ ένα καζάνι βράζουμε όλοι», λέει ένας γέρο Καισαριανιώτης και δεν έχω μεγάλη αντίρρηση παρατηρώντας την τοιχογραφία, αν φυσικά εξαιρέσουμε τούς νεκρούς. Αυτοί πια είναι έξω από το κόλπο, από κάθε κόλπο. Μόνο που δεν ξέρω πόσο θα βράζει αυτό το καζάνι και τι ζουμί θα δώσει στο τέλος. Φοβάμαι μήπως ό,τι ζουμί ήταν να δώσει το έδωσε, είτε γιατί τρύπησε, είτε γιατί πια δε βράζει. Ξεθυμαίνουν οι άνθρωποι, καινούριες καταστάσεις έρχονται και καβατζάρουν τις παλιές, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο λογαριασμός τού ρεύματος και τού τηλεφώνου. Τα παρατσούκλια σιγά σιγά λείπουν. Πολυκατοικίες φυτρώνουν στη λεωφόρο κι άσφαλτοι ζώνουν τα σοκάκια.

    Έχω την υποψία πώς τέλειωσε πια αυτό το νόημα τής τοιχογραφίας και τείνει να εκφραστεί κάποιο άλλο ακόμα πιο σύγχρονο, αυτό το πλαδαρό και ομοιόμορφο τής καταναλωτικής κοινωνίας, κάτι το γενικό που απλώνεται — τέρας — σ᾿ όλη την Αθήνα.

    Καισαριανή τού βερεσέ στο μπακάλη και τού παπαζωτό για τα μαλλιά, πέθανες πια. Καισαριανή τού κοπροφάγου Μουκούτσου (τον είδα να τρώει τα περιττώματά του σε στοίχημα αντί κατοχικού κατοστάρικου ακουμπώντας στο πεζούλι τού γηπέδου), αυτός ο μετέπειτα ρουφιάνος και τρομοκράτης και για τις δυο παρατάξεις. Πρωτόγονη Καισαριανή, δεν υπάρχεις πια.

    Όμως εμένα ο νους μου κι η αγάπη μου για την Καισαριανή τής «ξυλοκοπίας» κι είναι ευτύχημα που έζησα και μεγάλωσα εκεί. Όλα ήταν άγρια και παρθενικά, στην πρώτη γέννησή τους ωσάν τα περιστατικά αρχαίας τραγωδίας: Ο Ιάσονας το πρώτο δέντρο που περπάτησε, έπεσε στη θάλασσα και σήκωσε πανιά για την Κολχίδα. Ο Οιδίποδας στο μεταίχμιο μπερδεμένος τυφλώνεται στο πρώτο φως θερμικής λάμψης. Κι ο Κρέοντας να εμφανίζεται για πρώτη φορά, στην ιστορία με μια αρμαθιά κλειδιά. Όλα στην πηγή, στο αρχικό φανέρωμα τους, γι᾿ αυτό δε λεν να σβήσουν από μέσα μου άνθρωποι, γειτονιές και γεγονότα.

    Ένας χώρος που κατοικήθηκε για πρώτη φορά. Μια στενόμακρη ανηφορική λουρίδα με φτωχές κουνούκλες. Αριστερά το ρέμα κι ένα δάσος, ισχνά καχεκτικά πευκάκια. Δεξιά η μάντρα τού Σκοπευτηρίου. Ψηλά το μοναστήρι. Αντίσκηνο, παράγκα, πλιθόκτιστο και κουρελού τής προσφυγιάς και να η Καισαριανή χαμόγελο στον πρώτο ήλιο.

    Καισαριανή τών κοινοχρήστων αποχωρητηρίων, τού γαλατά που προπαγάνδιζε για τη Ρουσία και τον περιλάβαιναν οι Βουρλιώτες με τις νταγιάκες. Καισαριανή τών κατοχικών γαϊδουροκεφαλών, ματσετών, σφερδουκλοκεφτέδων, σ᾿ ευχαριστώ που ανατράφηκα μες στα στενά σου. Τι να πει και τι να μολογήσει κάποιος που θάζησε στο Μεσολόγγι; Βαραίνει πάνω του το παρελθόν κι ο μύθος. Γι᾿ αυτόν όλα ήταν τελειωμένα όταν τα πλησίαζε, ακόμα κι η φθορά τού χώρου συντελέστηκε πριν απ᾿ αυτόν.

    Καισαριανή, σ᾿ ευχαριστώ που αξιώθηκα να δω και ν᾿ αγγίξω μερικούς που έφυγαν έγκαιρα, πριν προλάβουν να ενταχτούν στο οποιοδήποτε νόημα τής τοιχογραφίας, είτε ξυλοκοπικής, είτε καταναλωτικής. Για το Λευτέρη, τον αδερφό τής κυρα-Βδοκιάς — «Ασλάν Λευτέρη, καπλάν Λευτέρη» — και που αργότερα εκτελέστηκε στην Κέρκυρα. Για τον Πουτσούρη που έπαιξα μαζί του με ξύλινα σπαθιά και χάρτινα καπέλα, έπειτα κρατούσε στα χέρια του μιαν αραβίδα, δεκαπέντε χρονώ παιδί όταν τον βρήκε στο μέτωπο μια σφαίρα κοντά στον Ποσειδώνα. Ευχαριστώ που ευδόκησα να δω το μπλε σακάκι τού Απόλλωνα, το πιο μπλε τής ζωής μου, από ανόθευτο ουρανό και θάλασσα. Και τον Άρη που σκοτώθηκε γωνία Δαμάρεως και Φορμίωνος και που στη θέση εκείνη είδα τα πτώματα μερικών δοσίλογων, που κρύβανε την ταυτότητά τους στην κάλτσα. Δίκαιη και γρήγορη πληρωμή, μια κάθαρση αυτόματη τού χώρου.

    Ποιόν να σού πρωτοθυμηθώ, Καισαριανή; Τον Ιγνάτιο που πήγε θράσος; Ήταν ο χαζός τής συνοικίας κι είχε παρασυρθεί από το γενικό κλίμα. Έβαζε στην κωλότσεπή του ένα τσόκαρο τάχα περίστροφο και γύριζε τις γειτονιές όλο προφύλαξη. Κάπου τον πέτυχαν σ᾿ αυτή την ύποπτη στάση, τού ρίξανε, πάει κι αυτός.

    Κάποτε, Καισαριανή, ήσουν ένα αστέρι, έλαμψες για μια στιγμή στο στερέωμα και χάθηκες για πάντα στο χάος τής ιστορίας.

    Τώρα, γριά τσατσά, τρως σάμαλι και τουλούμπα, μασάς μπατιρόσπορους στο θερινό σινεμά και φτύνεις τα τσόφλια στο σβέρκο ευυπόληπτων καταστηματαρχών, εμπορομανάβηδων, χασάπηδων, εργολάβων, που θέλουν ν᾿ απαλλαγούν από τη ντροπή σου. Από μια πλευρά συμφωνώ με τον Δήμαρχο που θέλει ν᾿ αλλάξει την ονομασία σου. Τι δουλειά έχεις πια εσύ μ᾿ αυτά τ᾿ ανθρωπάκια, το πνεύμα τής ιδιοχτησίας και τις αντιπαροχές; Θα σε πούνε Νέα Βρύουλα η Νέον Συβρισάριον. Καλύτερα. Τι μένει από τη συνοικία Σαιντ Αντουάν τού Παρισιού παρά μόνο το όνομα. Οι τραγουδιστικά παράλληλες σου στέπες αρδεύτηκαν, η Καντώνα οικοδομείται, η Κοκκινιά έγινε Νίκαια, τα πιο άξια απ᾿ τα παιδιά σου κλαδεύτηκαν. Έτσι γίνεται πάντα μετά από μια άγρια υλοτόμηση και τα λίγα δέντρα που απομένουν όλα σαπάκια. Να μην κάνω τώρα προσκλητήριο «ζώντων και νεκρών... ων ουκ έστι τέλος». Τέλος τής εποχής κι οι εκπτώσεις επόμενες.

    Καισαριανή, ιδρώνω. Καισαριανή, ασφυκτιώ, Καισαριανή, αναγουλιάζω. Κάθεσαι με το σούρουπο και δροσίζεσαι στα πεζοδρόμια, ενώ τα κορίτσια σου κατεβαίνουν με τα τσαντάκια στο χέρι για την πιάτσα. Πίνεις τη σουμάδα σου με τα λεφτά τής μεσιτείας και ρεύεσαι. Πιάνω στο βλέμμα σου μια μεταμέλεια σα να λυπάσαι που δεν ήσουνα από γεννησιμιού σου μεσίτρα, ρουφιάνα και δοσίλογη.

    Που η λεβεντιά σου και που η λευτεριά σου, γαζέλα, ζαρκάδα και έλαφος; Που τα κάλλη σου και που τα στολίδια σου, φρεγάδα, γολέτα και κορβέτα;

    Τίποτε δε μένει. Τώρα σοβατίζεις τα τελευταία ίχνη πολυβολισμών στο μέτωπό σου, σα γέρικο σκυλί που γλείφει τις πληγές του στην επούλωση. Τώρα τσαλαπατημένη, τσακισμένη, εξουθενωμένη, στην τελευταία φάση τής τοιχογραφίας, περίθαλψη και λησμονιά τών άγριων περιστατικών τού ταξιδιού σου.

 

 

   

      αριθμός επισκεπτών